Ναξιώτικο (του γάμου)

12.06.2020

Ποίημα σε μορφή δημοτικού τραγουδιού με τέσσερα πρόσωπα: ο ποιητής (που παίζει ρόλο αφηγητή), το κύμα (που αποκτά ανθρώπινη φωνή -ποιητική αδεία- και αποκαλύπτει αλληγορικά στη Δέσποινα ποιον θα παντρευτεί), η Δέσποινα -ή υποκοριστικά θαλασσιά βαρώνη- (που αρχικά ερωτεύεται το κύμα, αλλά καταλήγει να παντρευτεί τον Σπυραντώνη Αγόρη), και ο Σπυραντώνης Αγόρης (γιος του γιατρού Ισίδωρου Αγόρη, που παλιότερα είχε χειρουργήσει τη Δέσποινα. Ο Σπυραντώνης τη σώζει από πνιγμό, περνάει το τεστ της με το βιολί και τελικά την παντρεύεται σ’ ένα ξωκλήσι της Νάξου).

ΠΟΙΗΤΗΣ (προς το κύμα): Κύμα μου, γλυκοκύμα μου, μπλε κέντημα στο χάρτη,

 με τη βρεγμένη μολυβιά του ήλιου στο κατάρτι

 εσύ που, μέρα-νύχτα, σκας στα βράχια και πληγώνεσαι,

 τράβα πες του πατέρα σου πως αύριο αντρειώνεσαι.

 Πες του πως, τώρα που ο καιρός φέγγει και ξαστερώνει,

 θα πας να βρεις -χαράματα- τη θαλασσιά βαρώνη:

 ένα άλουβο της Νάξου μας κοριτσαρούδι φίνο

 που ‘χει περπατησιά αλαφρή και πρόσωπο σαν κρίνο.

ΚΥΜΑ (προς τον ποιητή): Εγώ, ποιητή μου, σ’ αγαπώ. Δε σού χαλώ χατήρι.

 Μα, δε με σκέφτεσαι στιγμή -τον έρμο, το μπατίρη;

 Ποδάρια, μάτια -ο καψερός- δεν είχα. Ούτε κι έχω.

 Πώς θες λοιπόν, έτσι εύκολα, όπου μου πεις να τρέχω;

ΠΟΙΗΤΗΣ (προς το κύμα): Σού ζωγραφίζω σώμα αφρό και μάτια κεχριμπάρι

 κι -από φλουδίτσα του νερού, θα γίνεις παλληκάρι!

ΚΥΜΑ (προς τον ποιητή): Μέτρα τα λόγια σου, ποιητή! Και το ψωμί σου φά ‘το.

 Χίλιες φορές -χρυσή- η σιωπή, παρά λάθος μαντάτο.

ΠΟΙΗΤΗΣ (προς το κύμα): Εγώ μαντάτα ψεύτικα δεν ξέρω να μοιράζω.

 Κάτσε λοιπόν, κι άκου καλά τα όσα σού προστάζω:

 -για ποια βαρώνη πρόκειται, και πώς θα τη γνωρίσεις-

 γιατί είν’ ο ρόλος σου κλειδί, και θέλει διευκρινίσεις:

 «Βαρώνη» τήν εβγάλανε κάτι παιδιά απ’ το Λέντα1

 γιατί τούς ήταν δύσκολο να πιάσουν της κουβέντα.

 Μα, το κανονικό της όνομα δε μπαίνει σε λεζάντες:

 Δέσποινα τη φωνάζουνε, κι είν’ απ’ τους Άγιους Πάντες2.

 Θα ‘ναι-δε θα ‘ναι είκοσι: μπορεί και πιο μικρούλι.

 Κερήθρα μέλι είν’ στην ψυχή, κι έχει ένα δέρμα φούλι.

 Κυκλαδινό αίμα ζάχαρη τις φλέβες της ποτίζει

 και μια καμαρωτή αψινθιά την κόμη της στολίζει.

 Έχει στ’ αυτιά της περασιά σταυρόδετα κοράλλια,

 κι είναι λυγεροκάμωτη με ζαρκαδίσια τάλια.

 Στα φτωχικά της τα σκουτιά, ούτε ποτέ τη νοιάζει

 να βάλει στράφταλα3 κουμπιά -για να την κάνουν χάζι.

 Και μόνο στον αγνό λαιμό, σταυρό χρυσό φοράει

 να λάμπει η άσπρη της ψυχή σαν λάβαρο του Μάη.

 Μ’ ανθρώπους σοβαρούς, σκυφτούς -δεν ξέρει να μιλάει

 και μοναχά με τα παιδιά, παίζει και τραγουδάει.

 Είναι περδικοθώρητη κι ακριβοφυλαγμένη:

 κρυφά σε κάτι κουπαστές κοιμάται, και δε βγαίνει.

 Το πού μπορείς να τήνε βρεις, το ξέρουν ‘δα κι οι γλάροι:

 μια νύχτα που θα κολυμπά, με παχουλό φεγγάρι.

 Να ‘τη! Τη βλέπω κιόλας ‘δα, στης αμμουδιάς το κρόσσι!

 Δε θα ‘ν καθόλου δύσκολο σ’ εσένα να ενδώσει:

ΔΕΣΠΟΙΝΑ: Κύμα μου, γλυκοκύμα μου, πώς είναι τ’ όνομά σου;

ΚΥΜΑ: Αγόρι με φωνάζουνε, κι είμ’ από τα χωριά σου.

ΔΕΣΠΟΙΝΑ: Τι είδους όνομα είν’ αυτό; Μπας και με περιπαίζεις;

ΚΥΜΑ: Άμα μού αλλάξεις ένα «ρι», είμ’ υπάλληλος τραπέζης.

ΔΕΣΠΟΙΝΑ: Παράξενα όμως που μιλάς! Γιατί; Να φοβηθώ;

ΚΥΜΑ: Όχι. Μα…δεν είμ’ άνθρωπος -για να σού συστηθώ.

 Εγώ είμαι της φύσης μας μια τρυφερή φλεβούλα

 που -χάριν του ποιήματος- απέκτησα φωνούλα.

 Ήθελε -βλέπεις- ο ποιητής, άνθρωπο να με κάνει:

 να βάλει άλλο ένα πρόσωπο στην ιστορία που φτιάνει.

ΔΕΣΠΟΙΝΑ: Αυτό καλέ ειν’ το πρόβλημα; Καθόλου μη σε μέλει!

 Απόψε θα προσευχηθώ -κι αν ο Θεός το θέλει,

 θα γίνεις άντρας ζηλευτός μ’ ανάστημα σπαθίσο4.

 Δεν ξέρω βέβαια αν το θες.. Ειδάλλως, να σ’ αφήσω.

ΚΥΜΑ: Δέσποινα, να σου εξηγώ -δεν έχω τον καιρό:

 μα ο άνθρωπος είν’ άνθρωπος, και το νερό, νερό.

 Ξέρεις τι ρυάκια -σαν εμέ- έχει ο Θεός ξεράνει

 για να φτιαχτεί ένα απλό κορμί σωστά και μάνι-μάνι;

 Κάθε παιδί, πριν σαρκωθεί, έχει μεγάλο κόπο:

 δε στήνεται έτσι αλόγιστα στον χρόνο και στον τόπο.

 Καιρό πριν, ο Δημιουργός για κάπου τό προορίζει

 και με χαρίσματα άγια τό ομορφοστολίζει.

 Και δε μπορώ λοιπόν εγώ -που ‘μαι ένα απλό ρυάκι,

 να πάρω μέσα μου ψυχή και πόνο και μεράκι.

 Δε γίνεται να ‘χω καρδιά, τιμή, πίστη, στοργή, ποιότητα:

 αυτά είναι –για τον άνθρωπο- μόνη αποκλειστικότητα.

ΔΕΣΠΟΙΝΑ: Μα, τι ωραία που τα λες! Τις λέξεις δε χορταίνω..

ΚΥΜΑ: Σού ‘πα αυτά που ‘χα να σού πω. Καιρός μου να πηγαίνω

ΔΕΣΠΟΙΝΑ: Στάσου λιγάκι μια στιγμή. Μονάχη μη μ’ αφήνεις!

 Νομίζω πως σ’ αγάπησα… Αχ! Νερό θα ξαναγίνεις;;

ΠΟΙΗΤΗΣ (προς τον αναγνώστη): Το κύμα δεν εμίλησε: διαλύθηκε κι εχάθη.

 Κι έμειν’ η κόρη σύξυλη στων ζαφειριών τα βάθη.

 Την πήρε το παράπονο –πού έχτιζε παλάτια;

 κι αφέθηκε στα πέλαγα με ραγισμένα μάτια.

 Από μια ώρα και μετά, ο κόσμος της νυχτώνει:

 κι όσα άκουγε και ήξερε γίναν μια γκρίζα ζώνη.

 Ώσπου σε λίγο, στα θολά, βλέπει έναν νέο -σαν κήπο:

ΣΠΥΡΑΝΤΩΝΗΣ: Έζησε!!! Ελάτε, δείτε τη! Ανάσα έχει, και χτύπο!!

ΔΕΣΠΟΙΝΑ: Ποιος να με δει, καλέ; Τι λες; Ποιος είσαι; Τι έχει γίνει;

ΣΠΥΡΑΝΤΩΝΗΣ: Τίποτα δεν κατάλαβες;; Πνιγόσουν μες στη δίνη!

 Κι αν δεν περνούσαμε από ‘δω, με τον Κοσμά, τον Τάσο,

 θα σ’ έκλαιγ’ ο πατέρας σου κι η μάνα σου απ’ την Κάσο.

 Ήρθαμε το ξημέρωμα να δούμε το λιμάνι

 και μόλις σού προφτάσαμε του Άδη το δρεπάνι.

 Η Δέσποινα δεν είσ’ εσύ -η θαλασσιά βαρώνη;

ΔΕΣΠΟΙΝΑ: Είμαι. Και σάς ευχαριστώ. Του φούρναρη το εγγόνι.

ΣΠΥΡΑΝΤΩΝΗΣ: Α, μπράβο! Σε κατάλαβα! Σ’ είχα δει τις προάλλες

 στο πανηγύρι του χωριού, παρέα με κάτι άλλες.

ΔΕΣΠΟΙΝΑ: Χάρηκα. Τώρα, τι ζητάς; Άσε με να πλαντάξω!

 Και πρώτα-πρώτα, πώς σε λεν; Είσ’ από ‘δω, απ’ τη Νάξο;

ΠΟΙΗΤΗΣ (προς τον αναγνώστη): Βγάζει το ζακετάκι του και τή μοσχοτυλίγει

 και στα μαλλιά της περασιά ένα κλωνί τής μπήγει.

ΣΠΥΡΑΝΤΩΝΗΣ: Δίκιο έχεις. Πώς ξεχάστηκα; Με λένε Σπυραντώνη

 κι είμ’ από τους Αγόρηδες, το τελευταίο βαγόνι5.

ΔΕΣΠΟΙΝΑ: Μα… Πες μου πάλι -μια στιγμή- τ’ όνομα του πατρός σου;

ΣΠΥΡΑΝΤΩΝΗΣ: Αγόρη Ισίδωρο τόν λεν. Κι ήτανε και γιατρός σου!

ΔΕΣΠΟΙΝΑ: Ο χειρουργός με την ποδιά, στου σπιταλιού6 τη ράμπα;;

ΣΠΥΡΑΝΤΩΝΗΣ: Μάλιστα: αυτός που σού ‘βγαλε τον αχινό απ’ τη γάμπα!

ΔΕΣΠΟΙΝΑ: Αχ, τού ‘χω κι υποχρέωση! Ο νόμος τι ορίζει;

ΣΠΥΡΑΝΤΩΝΗΣ: Εύκολα ξεχρεώνεται: με βέρες και με ρύζι.

ΔΕΣΠΟΙΝΑ: Τι λες, καλέ μου άνθρωπε; Άχου, μπελά που βρήκα!

ΣΠΥΡΑΝΤΩΝΗΣ: Νοικοκυριό κι ένα φιλί. Και δε ζητάω προίκα.

ΔΕΣΠΟΙΝΑ: Και τι θαρρείς; Πως σ’ αγαπώ; Γι’ αυτό τέτοιο καμάρι;

ΣΠΥΡΑΝΤΩΝΗΣ: Χωριό που καλοφαίνεται δε θέλει και μπροστάρη!

ΔΕΣΠΟΙΝΑ: Εγώ να σ’ ερωτεύτηκα; Πότε βρε, να προλάβω;

 Πριν δυό λεπτά σε γνώρισα, εδώ, σιμά στον κάβο!

ΣΠΥΡΑΝΤΩΝΗΣ: Έτσι είναι, φως μου, το αίσθημα: να ζεις για να ονειρεύεσαι.

 Χθες ούτε που με ήξερες, μεθαύριο με παντρεύεσαι.

ΔΕΣΠΟΙΝΑ: Σαν πολύ βιάζεσαι, θαρρώ… Μα, ας είναι -ποιον πειράζεις;

 Έχεις τουλάχιστον δουλειά ή γάμους έτσι τάζεις;

ΣΠΥΡΑΝΤΩΝΗΣ: Τραπεζικός υπάλληλος είμαι. Και με τη βούλα.

ΔΕΣΠΟΙΝΑ (στον εαυτό της): Α! Αυτό έλεγε το κύμα πριν, μες στην αναμπουμπούλα…

 (στον Σπυραντώνη): Ωραία λοιπόν, αφού το θες. Θα δώσεις εξετάσεις!

 Αν τις περάσεις, πέρασες. Ειδάλλως, θα με χάσεις.

ΣΠΥΡΑΝΤΩΝΗΣ: Σαν αυστηρή μού φαίνεσαι. Μήπως να κάνω πίσω;

ΔΕΣΠΟΙΝΑ: Με συγχωρείς. Δεν ήθελα να σε κακοκαρδίσω.

 Μα ο άνθρωπος ο φρόνιμος βλέπει, νιώθει, ρωτάει:

 δεν είν’ ένα αντικείμενο που, όπου τού πούνε, πάει.

 Εγώ, που λες, τα βράδια μου δίχως βιολί δεν κάνω.

 Αφού όταν ήμουνα μικρή, πήγαινα για σοπράνο!

 Μα οι δικοί μου επέμεναν να βρω καμιά δουλίτσα

 παρά να βολοδέρνομαι με μουσική βαλίτσα.

 Σου δίνω δυό μήνες καιρό, να μάθεις μια σονάτα

 κάποιου σπουδαίου μουσικού με γρέζια κολωνάτα.

 Κάποιου Μπετόβεν, κάποιου Μπαχ, ίσως κάποιου Ροσσίνι

 αλλά να ξέρεις: μουσική είν’ αυτό που θα σού μείνει7.

 Μάθε λοιπόν καλό βιολί, πρέστο και πιτσικάτο,

 να ξεσηκώνεις -απ’ το φως- της θάλασσας τον πάτο.

 Ράψ’ στην καρδιά σου δοξαριές, κι αυτό που νιώθεις -κέντα,

 να παίξεις στο μπαλκόνι μου τα νυφικά κρεσέντα8,

 να παίξεις κύμβαλα αηδονιά, περιστεριά νταούλια:

 να βγει ο πατέρας μου ο αητός, κι η μάνα μου η πούλια,

 να σε καλωσορίσουνε με κανελλογαρύφαλλα

 απ’ τα σκαλάκια της αυλής, στου σαλονιού τα ύφαλα.

 Ύστερα, σύρε σπίτι σου. Κι αν ο καιρός σ’ αφήνει,

 δέσε αστερία στο παπγιόν, κοχύλι στο σκαρπίνι.

 Γίνε λαδένιος, ήρεμος, διάφανος σαν γυαλάκι

 ξουρίσου, βάλε τ’ άσπρα σου κι έλα στο περβολάκι.

 Παλάτι εκατόστυλο9 δεν έχω. Ούτε και βάρκα.

 Μονάχα τα δυό χείλη μου στου κερασιού τη σάρκα.

ΣΠΥΡΑΝΤΩΝΗΣ: Δεκτοί οι όροι, δεσποινίς. Μα, πέρασέ σου η σκέψη

 πως ίσως κιόλας να ‘μαι αυτό που τόσο έχεις ζηλέψει;

ΔΕΣΠΟΙΝΑ: Μη μου το πεις! Αλήθεια μου, καημός μου και βλακεία!

ΣΠΥΡΑΝΤΩΝΗΣ: Παίζω βιολί από οχτώ χρονών, σαξόφωνο απ’ τα τρία.

ΔΕΣΠΟΙΝΑ: Κι απ’ όλους τους μουσικουργούς, ποιος σ’ εντυπωσιάζει;

ΣΠΥΡΑΝΤΩΝΗΣ: Εκείνος που με τους ψαλμούς των άγγελων ομοιάζει.

ΔΕΣΠΟΙΝΑ: Έχεις λόγο μετάξινο και καλοδιπλωμένο,

 κι όταν στα μάτια σε κοιτώ, ξεχνώ και που ανασαίνω.

 Μα είν’ ακόμα κατιτίς που έχω στα υπόψη:

 γιατί -πριν έρθεις να σε δώ, η θάλασσα είχε κόψει:

 έβγαλε κύμα ανθρωπινό -στο χρώμα του Μαγιού σας,

 και σαν να μου μαρτύρησε τ’ όνομα του σογιού σας.

 ΣΠΥΡΑΝΤΩΝΗΣ: Το κύμα;; Αχ, θα σου φάνηκε. Άστα βρε τώρα, ξέχασ’ τα!

 ΔΕΣΠΟΙΝΑ: Έβγαλε μάτια και φωνή, και μού ‘πε τα καθέκαστα.

 ΣΠΥΡΑΝΤΩΝΗΣ: Ε, αν είν’ έτσι -και το θες, δεν κάνουμε το γάμο

 εδώ κοντά στη θάλασσα; Και με τα πέπλα χάμω;

ΔΕΣΠΟΙΝΑ: Ξέρω ένα ξωκλησόπουλο10 -σκέτο περιστερώνα.

 Βλέπεις; Σ’ εκείνο το στενό, πίσω από την κολώνα!

ΣΠΥΡΑΝΤΩΝΗΣ: Ξέρω ‘το! Εδώ βαφτίστηκα. Έχει μια θέα πιάτο!

ΔΕΣΠΟΙΝΑ: Θα ‘ναι το κύμα ψάλτης μας, στην αγριελιά από κάτω:

 θα δίνει, θα τσακίζεται, θα σκίζεται, θ’ ασθμαίνει,

 μια στα σκαλιά και δυό στο φως, πέτρα μας λαξεμένη,

 θα σταματά να πιει ευωδιά στης εκκλησιάς τις Πύλες

 κι ευθύς θα σκάει χαρίζοντας δακρυόσχημες πιτσίλες.

 Σ’ όλο το ξωκλησάκι μας, θα λάμπει η Παναγία:

 αχτίδες άσπρα κρύσταλλα, ολόγλυκη ευλογία.

 Κι αφού μπροστά στη χάρη Της θα ‘χουμε προσκυνήσει,

 το ευχαριστώ μας στο Θεό θ’ ανέβει και θ’ ανθίσει.

 Έπειτα, με τραγουδιστή ψυχή, θα βάλουμε στεφάνια,

 σκίνους απ’ τον Παράδεισο, γαζίες απ’ τα ουράνια:

 εγώ για σέ, κι εσύ για μέ: κι άλλος ποτέ κανείς μας

 και το νησί όλο θα γενεί ο κήπος ο αχανής μας.

ΠΟΙΗΤΗΣ (προς τον αναγνώστη): Την αγκαλιάζει και, μαζί, φεύγουν γαληνεμένοι.

 Ζήσαν αυτοί καλύτερα, κι εμείς συγκινημένοι.

 (και προς το κύμα): Κύμα μου, γλυκοκύμα μου, λευκό φιλί στο χάρτη,

 με τη μελισσινή11 ευχή του ήλιου στο κατάρτι,

 σ’ ευχαριστώ που βόηθησες τούτο τον άγιο γάμο.

 Σου παίρνω τώρα τη φωνή, επίλογο να κάμω.

ΚΥΜΑ (προς τον ποιητή): Δεν κάνει τίποτα, ποιητή! Ήταν τιμή και τέρψη,

 λαλιά να πάρω ανθρωπινή κι υπόληψη και σκέψη.

 Μια τελευταία ερώτηση -κι ευθύς υγροποιούμαι:

 Το Δεσποινάκι θα ‘ρχεται πάλι στο μέρος που ‘μαι;

ΠΟΙΗΤΗΣ (προς το κύμα): Η Δεσποινούλα η όμορφη με τ’ ακριβό της ταίρι

 θα ‘ρχονται στα λημέρια σου κατά το καλοκαίρι.

 Αγαπημένοι, ολόφωτοι, μέσα στα κυκλαδόνερα12,

 θα κάνουν κάστρο το παρόν και τις φρεγάτες όνειρα.

 Και με τα μπουμπουκάκια τους -τρία χρυσά αγοράκια,

 θα σκάβουνε για θύμησες στα κρύα βοτσαλάκια.

 Σε χαιρετώ, λοιπόν, γλαυκό κύμα μου παινεμένο,

 πελαγινό φύλλο δροσιάς, πετράδι μου λιωμένο:

 και πλαφ και πλουφ και βαζ βαζ βαζ -τραγούδα για τη Νάξο,

 κι αν σε ζητήσει η πένα μου, θα σε ξαναφωνάξω.

 

_

γράφει η Ιωάννα Μαρία Νικολακάκη

______

  1. απ’ το Λέντα: Ο Λέντας είναι παραθαλάσσιος οικισμός στα νότια του νομού Ηρακλείου Κρήτης.
  2. κι είν’ απ’ τους Άγιους Πάντες: Οι Άγιοι Πάντες είναι χωριό της Νάξου.
  3. στράφταλα: στραφταλιστά, λαμπυρίζοντα.
  4. σπαθίσο: σπαθίσιο, δηλαδή ίσιο και ευθυτενές σαν σπαθί.
  5. βαγόνι (μεταφορικά): η οικογένεια του Σπυραντώνη παρομοιάζεται με αμαξοστοιχία, που το τελευταίο βαγόνι της, δηλαδή το στερνοπούλι, είναι ο ίδιος.
  6. στου σπιταλιού τη ράμπα: στη ράμπα (των επειγόντων) του νοσοκομείου. Σπιτάλι λέγεται το νοσοκομείο.
  7. μουσική είν’ αυτό που θα σού μείνει: Ο στίχος εδώ εννοεί ότι η αξία της μουσικής είναι ό,τι μένει στον ακροατή στο τέλος -ως αίσθηση και νοσταλγία, αφού έχει τελειώσει το άκουσμα ενός μουσικού κομματιού.
  8. κρεσέντα (*ποιητική αδεία): ο πληθυντικός της λέξης κρεσέντο (crescendo).
  9. εκατόστυλο: με εκατό στύλους. Και συνεκδοχικά (για παλάτι): πολύ μεγάλο.
  10. ξωκλησόπουλο: μικρό ξωκλήσι.
  11. μελισσινή: με το χρώμα του κεριού της μέλισσας, δηλαδή χρυσαφένια.
  12. κυκλαδόνερα: τα θαλασσινά νερά των Κυκλάδων.

Οι προσφορές των εφημερίδων

Ακολουθήστε μας!

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

Διαβάστε κι αυτά

Πού να αναπαυτεί το βλέμμα;

Πού να αναπαυτεί το βλέμμα;

  Κατάκοπος ο νους απόθεσε απέναντι το βλέμμα στου γέροντα την όψη Ανέβασα πάλι πυρετό το παιδί θέλει παπούτσια τηλεφώνησε η Μαρία Ήρεμος ο παππούς στη μοναξιά του σε συνομιλητή αόρατο μοιάζει να ψιθυρίζει Το τιμολόγιο ανείσπρακτο αγάπη μου, της είπα Μα όχι, έχει...

Αποτυχίαι

Αποτυχίαι

  Αποτυχίαι εισίν άπασαι αι προσπάθειαι ημών κι όλο το γυροφέρνουμε όλο παρακαλούμε την τύχην δια λίγη λύπησιν· κι απογοητευμένοι εκ της εκβάσεως την τύχη ποδοπατούμε αρπάζουμε λεηλατούμε κι ούτε ρωτούμε τους καλούς τρόπους κάπου παρατούμε κι ανθούμε.   _...

Η κλεψύδρα

Η κλεψύδρα

Κι έρχεται το πλήρωμα του χρόνου. Και συνειδητοποιείς δεν υπάρχουν περιθώρια για ανοχές. Έζησες, προσπαθώντας όσο γινόταν να καταλαβαίνεις τους άλλους να ανέχεσαι συμπεριφορές λόγια, πράξεις κι όταν αντιλαμβάνεσαι πως η κλεψύδρα τελειώνει κοιτάζεις τον εαυτό σου....

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου