Οι απόκληροι του Μ. Καραγάτση

14.01.2021

γράφει η Βάλια Καραμάνου

Ο Δημήτρης Ροδόπουλος ψυχογραφεί με εξαίρετο και διεισδυτικό τρόπο τους χαρακτήρες των έργων του. Εκεί ακριβώς έγκειται μια από τις μεγαλύτερες συγγραφικές αρετές (του): δεν αφηγείται απλώς, ενσαρκώνει. Οι ήρωές του προέρχονται άλλοτε από ανώτερες κοινωνικές τάξεις (όπως στην Μεγάλη Χίμαιρα ή τον Κίτρινο Φάκελο), άλλοτε από κατώτερα και εξαθλιωμένα κοινωνικά στρώματα(όπως το Δέκα), που αποκτούν σάρκα και οστά παρασύροντας τον αναγνώστη στην δίνη των προσωπικών τους ιστοριών. Για τον λόγο αυτό άλλωστε ο Μ. Καραγάτσης είναι ένας γνήσιος εκπρόσωπος του Νατουραλισμού με πρωταγωνιστές τους απόκληρους, κατατρεγμένους ήρωες, που απεικονίζουν την ανθρώπινη σκληρότητα μέσα στο αποπνιχτικό κλίμα της μιζέριας και της κοινωνικής απομόνωσης.

Αξιομνημόνευτη είναι μια συγκεκριμένη κατηγορία ηρώων, οι απόκληροι. Άτομα που ζουν στο περιθώριο παράλληλες μοναχικές ζωές, αναζητώντας πάντα μάταια την ενσωμάτωσή τους στην ζωή και στην συντροφικότητα, συχνά με παράδοξους τρόπους. Επιλεκτικά αναφέρω δυο χαρακτηριστικές λογοτεχνικές μορφές των διηγημάτων του, που αν και αναπτύχθηκαν σε μικρή φόρμα, στοίχειωσαν τα νεανικά μας χρόνια και έμειναν μέχρι σήμερα ανεξίτηλοι στην μνήμη μας.

  • «Το αφεντικό»: Ένας κεφαλλονίτης γέρος, ο Γερασιμάτος, διατηρεί μαγαζί στο Πορτ Σάιτ με νεαρούς υπαλλήλους (ανάμεσά τους και ο αφηγητής). Πρόκειται για έναν έκφυλο άντρα, που διατηρεί μια βρωμερή κάμαρα στο πίσω μέρος του μαγαζιού για σπίτι, αλλά την χρησιμοποιεί σπάνια, μια και περνά την ζωή του στην αγκαλιά πληρωμένων ερώτων, αφού η λαγνεία είναι η μεγάλη του αδυναμία. Και παρά το εκφυλισμένο και σκληρό παρουσιαστικό του, διατηρεί ωστόσο μια εσωτερική αγαθότητα.

«Προχωρούσε αργά, σκυφτός με πόδια τρεμάμενα, κοιτώντας δεξιά κι αριστερά με το ύποπτο αποπληκτικό του μάτι… το κορμί του καμπουριασμένο από τις καταχρήσεις και σαπισμένο από τις αρρώστιες δεν μπορούσε να τεντωθεί… η πολυτάραχη ζωή του γεμάτη ηδονή κι αφροδισιασμό του είχε ξεκάνει τέλεια τα νεύρα… ήταν στιγμές που έμενε χαβνωμένος με κάτι νεκρό και ώρες που ο θυμός τον παρέσερνε σε μια αποτρόπαιη παράκρουση… καθόταν ώρες στον ήλιο κι έφτυνε διαρκώς. Το πεζοδρόμιο γέμιζε εμπρός του από τις σιχαμερές ροχάλες του…»

Πρόκειται για έναν άνθρωπο μοναχικό, χωρίς φίλους, χωρίς να τον συμπαθούν καν οι υπάλληλοί του, αλλά όπως ο ίδιος δηλώνει «Την ζωή όμως την γλέντησα καλλίτερα απ’ όλους!»

Όταν τελικά το αφεντικό πέφτει κατάκοιτος από βαριά αρρώστια, ο νεαρός υπάλληλός του τον ταχτοποιεί στην κάμαρά του με εσωτερική νοσοκόμα μια εικοσάχρονη κοπέλα από την Κάρπαθο που αναλαμβάνει το θλιβερό καθήκον να τον καθαρίζει, να τον πλένει και να τον ταΐζει. Αρχικά, ο γέρος εντοπίζει την όμορφη γυναικεία παρουσία με το μάτι σαν αρπακτικό, κατόπιν όμως προβαίνει σε άσεμνες χειρονομίες και λόγια εις βάρος της, που καταντούν επιθέσεις, από τις οποίες την γλιτώνει πάντα ο νεαρός άντρας. Ωστόσο, η κοπέλα υπομένει τα πάντα στωικά, μια και είναι τελείως άπορη. Με τον καιρό, ο γέρος κατακλύζεται από έναν εσωτερικό λάγνο δαίμονα «που άντρωνε τα νεκρά μούσκουλά του» με μόνο σκοπό να επιτεθεί σεξουαλικά στην νεαρή γυναίκα. Ένα βράδυ μάλιστα καταφέρνει να φτάσει στην κλειδωμένη της πόρτα και να την σπάσει με την μανία του:

«Και κατόπιν με τα χέρια, με τα πόδια, με σπασμούς και συσπάσεις, κατάφερε να συρθεί σαν σιχαμερή σκουληκαντέρα ως την πόρτα της κάμαρας της νοσοκόμας… παρακάλεσε, απείλησε, έκλαψε… πρέπει να’ σπρωχνε ώρες ολόκληρες. Που την βρήκε την δύναμη αυτό το παράλυτο, το μισοπεθαμένο σαράβαλο;»

Όταν τελικά εισβάλει στο δωμάτιο, η χαρά του είναι μεγάλη. Το ίδιο και ο τρόμος της νοσοκόμας:

«Η μηχανή είχε ξεφύγει από τα σκέλια του, και τα μαζεμένα κάτουρα πλημμύριζαν την κάμαρα. Στην υπέρτατη προσπάθειά του, τα γυμνά γεροντίσια μέλη του σάλεβαν αργά, σαν πλοκάμια χταποδιού. Και γελούσε, χαχάνιζε, αγκομαχούσε, λοξίγκιαζε, κολυμπώντας μέσα στα ούρα και στις ροχάλες του…»

Τελικά, ο νεαρός υπάλληλος επεμβαίνει δυναμικά αρπάζοντας τον γέρο και πετώντας τον πάλι στο κρεβάτι του με την βία, εισπράττοντας μια ματιά μίσους εκ μέρους του, ενώ κατόπιν παρηγορεί στην αγκαλιά του την τρομαγμένη γυναίκα. Οι δυο νέοι παρασύρονται τελικά σε μια παθιασμένη ένωση γεμάτη ορμή και αγάπη. Το επόμενο πρωί το ζευγάρι με φρίκη αντικρίζει την αποτρόπαια εικόνα του νεκρού Γερασιμάτου, που για δεύτερη φορά είχε συρθεί από το κρεβάτι του ως την πόρτα παρακολουθώντας τις ερωτικές περιπτύξεις του ζευγαριού ώσπου να τον βρει ο θάνατος:

«Τ’ ανοιχτά τα μάτια του κοιτούσαν με λαγνεία αχόρταγη το ανάστατο κρεβάτι, ενώ το στόμα του μόρφαζε σε σπασμό γέλιου ικανοποίησης. Και η σάρκα του, ξυπνημένη για ύστατη φορά, απόμεινε σαν σύμβολο μακάβριο ξεδιάντροπο ολόκληρης της ζωής του».

Ο συγγραφέας επιτυχώς καταφέρνει να παντρέψει στο αφήγημα αυτό δύο εντελώς αντιφατικές καταστάσεις: τον νεανικό βαθύ έρωτα που φτάνει τελικά στον γάμο και στην απώλεια κατόπιν (καθώς η μικρή Καραπαθιώτισα πεθαίνει νέα) και στην γεροντική λαγνεία ενός απόκληρου τύπου, χαρακτηριστικού της φτώχειας και του υποκόσμου του λιμανιού.

  • «Τα χταποδάκια»: Βρισκόμαστε ξανά σ’ ένα μαγαζί, καπηλειό, ενός βρωμερού λιμανιού, όπου συχνάζουν άνθρωποι του μεροκάματου και του σκληρού καθημερινού μόχθου. Ανάμεσά τους και ο Παναγιωτάκης, που πίνει το ούζο του απομονωμένος από τις λιγοστές παρέες, παρότι με το κέρασμα και τον οξύ λόγο του αναζητά την ενσωμάτωση μαζί τους.

«Κοντός ήταν και κακοσούσουμος, αρκούντως γηραλέος, όχι καλοντυμένος ούτε καθαρός, μ’ ένα μαντίλι ματωμένο γύρω στο κεφάλι — σίγουρα φρεσκοσπασμένο ήταν. Η μύτη του μάλιστα είχε μεγάλα χάλια, γδαρμένη, πρησμένη, σκεπασμένη κομμάτια αίμα πηχτό. Ή κουτρουβάλα είχε πάρει ο ερίφης, ή ξύλο γερό είχε πέσει, μπερντάχι, με σύστημα, πάνω χέρι – κάτω χέρι, του αλατιού τον είχαν κανωμένο. Τώρα γινωμένος ήταν όταν τις έφαγε, ή τα κοπάνισε κατόπι, να πνίξει στο κρασί το μεράκι του καβγά;…. — Όποιος δε μιλάει, πεθαμένος είναι και θάβουν τον!»

Τελικά το επίδοξο κέρασμα στις παρέες καταλήγει σε καυγά, στον οποίο παρεμβαίνει ο μαγαζάτορας κατσαδιάζοντάς τον.

«Σαν ν’ αποφάσισε να ησυχάσει ο Παναγιωτάκης, αλλά για να φύγει, ούτε λόγος! Ήθελε, σώνει και καλά, ν’ ανοίξει την καρδιά του, να πει τον πόνο του, να μιλήσει με άνθρωπο. Κανείς να μην τον θέλει, κανείς να μην καταλαβαίνει, όλοι να τον διώχνουν — τι κακό πάλι αυτό!

Εξάλλου, ο άνθρωπος είχε πια τα πιο φιλειρηνικά αισθήματα. Ξεδίπλωσε το στράτσο, τράβηξε δυο χταποδάκια που ήταν μέσα, τα καμάρωσε κι εδήλωσε πως έχει κάθε δικαίωμα να τα μαγειρέψει και να τα φάει ποτίζοντάς τα με μπόλικον κράσο, ένεκα που το χταπόδι χωρίς ένα πρώτο κρασί δε μαγειρεύεται, και δίχως ένα δεύτερο δε χωνεύεται. Άρχισε, λοιπόν, μεγάλες συνεννοήσεις με το μαγαζάτορα, να του χρήσει τα χταπόδια, να τα φάει εδώ που βρίσκεται, δηλαδή να τα φάνε παρέα, ένεκα που η μοναξιά κι αυτός δεν συνταιριάζουν, ανέκαθεν ντερμπεντέρης άνθρωπος ήταν.»

Όσο επέμενε λοιπόν ο Παναγιωτάκης να κεράσει τα χταποδάκια του, τόσο οι θαμώνες τον απόπαιρναν και τον έδιωχναν έξω από το μαγαζί. Μα εκείνος πάλι γύριζε και ζητούσε ένα τσιγάρο, λίγη παρέα έστω «σαν άνθρωπος». Η αντιπαράθεση έγινε ανελέητη απόρριψη, χλευασμός :

«— Πάλι εδώ είσαι; Έξω! Έξω! Φεύγ’ από δω! Πήγαινε στο σπίτι σου! Μπεκρούλιακα! Προστυχόμουτρο! Κολλιτσίδα! Ψείρα! Ψείρα!

Αυτό γίνηκε τίμια κι αυθόρμητα, μας είχε φέρει ως εδώ, ο αλιτήριος! Όσο εμείς ξαφνιαστήκαμε από το φέρσιμό μας, άλλο τόσο κι αυτός. Η κατακραυγή χίμηξε απάνω του, τόνε βάρεσε στο στήθος, τον σταμάτησε, τον πισωπλάτισε. Απόμεινε ασάλευτος, κρατώντας τα τυλιγμένα χταπόδια στο χέρι το ζερβί, κι έριξε ματιά γεμάτη δέος ολοτρόγυρα. Πρέπει τα μούτρα μας να ήσαν τόσο άγρια, που φοβήθηκε.

— Καλά… μουρμούρισε… Καλά! Θα φύγω… Αφού δε με θέλετε… Μα πού να πάω; Πού; Στην Ευταλία; Ένας λόγος είναι αυτός. Ούτε κι αυτή με θέλει, όπως κι εσείς. Κανείς! Κανείς… Τον έπιασε κάτι σαν παράπονο, κι άπλωσε το χέρι όπου κρατούσε τα χταπόδια:

— Να! Αυτά τα χταπόδια. Στη χόβολη… Όλοι μαζί θα τα τρώγαμε. Ένα μεζέ κι ένα κρασί. Σαν άνθρωπος κι εγώ. Σαν άνθρωπος…

Μας κοίταγε και πρόσμενε κατανόηση, σαν άνθρωπος από τους ανθρώπους. Μα μόνο φάτσες παγωμένες αντίκρισε, μάτια γεμάτα σκληράδα και κακία. Κακία ανθρώπινη.»

Είναι η ύστατη στιγμή, που ο απόκληρος αυτός τύπος αντιλαμβάνεται την θηριώδη ανθρώπινη φύση που στρέφεται εναντίον του, αντίθετα στην αδήριτη ανάγκη να μην νιώθει μόνος και κατατρεγμένος. Ο ήρωας, στην περίπτωση αυτή παθητικός, παραδίδεται στην απόγνωση αυτής ακριβώς της σκληρής πραγματικότητας:

«Τότε, κατάλαβε. Κάτι σαν αποκαρδίωση τον έπιασε, όλα έσπασαν εντός του. Έπεσε αδύναμο το χέρι που κρατούσε τα δυο χταπόδια στο στράτσο το χαρτί, μάταιη προσφορά στην κατανόηση των ανθρώπων. Πήρε αργή στροφή, βγήκε πάλι από το μαγαζί, έπεσε βαρύς στο σκαλοπάτι κι απόμεινε ασάλευτος, με το τσακισμένο του κεφάλι μες στις δυο παλάμες. Δεν εμίλησε πια, τίποτα δεν είπε, μα έσμιξε την ψυχή του με τη νύχτα του νοτιά, τη σκέπασε με σύγνεφα, την τύλιξε με πνοές όστριας χειμωνιάτικης. Όσο για μας, ξανασκύψαμε στα ποτήρια, στις εφημερίδες, στις κουβέντες μας, μην καταλαβαίνοντας, μη θέλοντας να καταλάβουμε. Πέρασε έτσι ώρα αρκετή, ίσως και δέκα λεφτά, ίσως και τέταρτο ολόκληρο. Κι όταν ανασήκωσα τα μάτια και κοίταξα την πόρτα, εκεί που είχε καθίσει δεν τον είδα πια. Είχε φύγει, τράβηξε μέσα στη νύχτα, ποιος ξέρει για πού, να μαγειρέψει τα χταπόδια του, να πιει ένα κρασί, σαν άνθρωπος. Σαν άνθρωπος, ακριβώς…»

Οι ενοχές, ο κόμπος στον λαιμό για την ύπαρξη τέτοιων ανθρώπινων ναυαγίων μας κατατρύχει ακόμα και σήμερα, μια και ο Παναγιωτάκης υπήρξε ένας από τους πιο ζωντανούς και τέλεια ενσαρκωμένους λογοτεχνικούς ήρωες. Και στην περίπτωση αυτή, ο αφηγητής ενσωματώνεται στους ήρωες του διηγήματος, συγκεκριμένα στις παρέες που διώχνουν στον Παναγιωτάκη. Παίρνει μέρος σ’ αυτή τη συνολική άρνηση και στην κορύφωση, μάλιστα, της ιστορίας σηκώνεται κι αυτός μαζί με τους άλλους και μιλά άσχημα στον ήρωα, προκειμένου να τον ξεφορτωθούν στα σίγουρα. Εντούτοις, στο πλαίσιο της αφήγησης μπορούμε να διακρίνουμε αρκετά σημεία, στα οποία γίνεται σαφές πως δείχνει μεγάλη κατανόηση στα συναισθήματα μοναξιάς του ήρωα και πως καταλαβαίνει πόσο υποφέρει αυτός ο άνθρωπος που όλοι του αρνούνται με τόσο έντονο τρόπο τη συντροφιά τους.

Ο Γεράσιμος και ο Παναγιωτάκης, ο καθένας με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο, είναι οι απόκληροι μιας κοινωνίας που φθίνει, που -πέρα από κάθε όμορφο προσωπείο- κρύβει μια αποκρουστική πλευρά αναλγησίας, αδιαφορίας και ξεπεσμού. Είναι ένας ανεστραμμένος τρόπος για να κραυγάσει εκ μέρους αυτών των ηρώων πως η ουσία της ανθρώπινης μικρής και ασήμαντης ζωής μας είναι το «μαζί», το να μην νιώθει κανείς μόνος. Η φιλία, ο έρωτας, η συμπόνια είναι ίσως το μοναδικό μας αντίδοτο στην εφήμερη φύση μας, που συχνά παλεύει για την επιβίωσή της στα πιο ανήλιαγα και βρωμερά μέρη τούτου του κόσμου.

Ακολουθήστε μας

Οι ταινίες της εβδομάδας

Ο Ουγκώ για την Ελληνική Επανάσταση

Ο Ουγκώ για την Ελληνική Επανάσταση

Το όνομα του Βίκτωρος Ουγκώ (1802-1885) είναι περισσότερο συνδεδεμένο με τα μυθιστορήματά του, όπως «Η Παναγία των Παρισίων» και «Οι Άθλιοι», ωστόσο το έργο του περιλαμβάνει, επίσης, δοκίμια, διηγήματα, θεατρικά  και ποιήματα, με μία ευρεία θεματολογία γύρω από τις...

Οι μικροί γαλαξίες – Νικηφόρος Βρεττάκος

Οι μικροί γαλαξίες – Νικηφόρος Βρεττάκος

γράφει η Άντια Αδαμίδου - Οι μικροί γαλαξίες Του Νικηφόρου Βρεττάκου Πᾶνε κι ἔρχονται οἱ ἄνθρωποι πάνω στὴ γῆ. Σταματᾶνε γιὰ λίγο, στέκονται ὁ ἕνας ἀντίκρυ στὸν ἄλλο, μιλοῦν μεταξύ τους. Ἔπειτα φεύγουν, διασταυρώνονται, μοιάζουν σὰν πέτρες ποὺ βλέπονται. Ὅμως, ἐσύ, δὲ...

15 Απριλίου – Σαν σήμερα γεννήθηκε ο Λεονάρντο ντα Βίντσι

15 Απριλίου – Σαν σήμερα γεννήθηκε ο Λεονάρντο ντα Βίντσι

- γράφει η Άννα Αργύρη - Οι μορφές χάνονται η μια μέσα στην άλλη, καθώς οι χρωματικοί τόνοι μεταβαίνουν απαλά από τη σκιά στο φως, "σαν τον καπνό που διαλύεται" (Sfumato). Τα περιγράμματα σβήνουν και δημιουργείται το ασαφές. Το αίνιγμα. 15 Απριλίου 1452 γεννιέται ο...

Πληγωμένη Άνοιξη

Πληγωμένη Άνοιξη

- γράφει η Βάλια Καραμάνου - Η Άνοιξη, ως περίοδος Αναγέννησης και άνθησης, συχνά αποτελεί συνώνυμο της ζωής και της ευτυχίας. Ωστόσο, καμιά γέννα δεν προκύπτει χωρίς ωδίνες και μάλιστα – σε ορισμένες περιπτώσεις- ο πόνος ξεπερνά κατά πολύ και επισκιάζει την ακμή της...

30 Μαρτίου – Σαν σήμερα γεννήθηκε ο Βίνσεντ βαν Γκογκ

30 Μαρτίου – Σαν σήμερα γεννήθηκε ο Βίνσεντ βαν Γκογκ

- γράφει η Άννα Αργύρη - 1888. Ο Σερά απασχολεί με τον Pointillism τα φιλότεχνα καφενεία στη Rive Gauche του Παρισιού. Ο Σεζάν από την άλλη απομονώνεται δημιουργικά στο Αιξ. Κι ένας νέος με ασκητική μορφή και γεμάτος πάθος αναχωρεί από το Παρίσι για τη Νότια Γαλλία....

Διαβάστε κι αυτά

30 Μαρτίου – Σαν σήμερα γεννήθηκε ο Βίνσεντ βαν Γκογκ

30 Μαρτίου – Σαν σήμερα γεννήθηκε ο Βίνσεντ βαν Γκογκ

- γράφει η Άννα Αργύρη - 1888. Ο Σερά απασχολεί με τον Pointillism τα φιλότεχνα καφενεία στη Rive Gauche του Παρισιού. Ο Σεζάν από την άλλη απομονώνεται δημιουργικά στο Αιξ. Κι ένας νέος με ασκητική μορφή και γεμάτος πάθος αναχωρεί από το Παρίσι για τη Νότια Γαλλία....

Ο Τζόναθαν Κόου, ο κ. Γουάιλντερ και η Ελλάδα

Ο Τζόναθαν Κόου, ο κ. Γουάιλντερ και η Ελλάδα

Ο Τζόναθαν Κόου είναι ένας ευφυής συγγραφέας που δεν αρκείται στο να αφηγηθεί απλώς μια ιστορία. Καταβάλλει πάντα κόπο ως προς την επιλογή και τη δόμηση των χαρακτήρων του, στην επιλογή της γλώσσας και τη διερεύνηση των πολιτικών γεγονότων που συνιστούν τη συνήθη...

Το 1821, η ιστορία, και η πρόσληψη του από τον ποιητή Βαγγέλη Χρόνη

Το 1821, η ιστορία, και η πρόσληψη του από τον ποιητή Βαγγέλη Χρόνη

  Βαγγέλης Χρόνης Κωνσταντίνος Μπούρας ‘Μελλοντική ελευθερία’   «Ο χορευτής αφού λειτούργησε στην σκηνή υπό τον ήχο των στίχων αποχώρησε εξαντλημένος. Είχε καταφέρει να προσθέσει νέες λέξεις όπως δεν τις είχε διανοηθεί ο ποιητής. Γράφει και ο χορευτής...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου