«Να μην ξεχάσω να της δώσω τις μικρές πετσετούλες της κουζίνας, τις εκρού. Με κεντημένα καράβια για να ταξιδεύει. Να σκουπίζει τα πιατικά και να χάνεται. Μερόνυχτα έβγαζε τα μάτια της η καημένη η μάνα μου για να έχει τώρα η προκομμένη μου τέσσερις ντουζίνες από δαύτες. Δεν της φτάνει μια ζωή για να τις χρησιμοποιήσει. Άσε που σιγά... Απ’ το πλυντήριο πιάτων στα ντουλάπια θα τα βάζει. Απευθείας. Σιγά μην πλένει τίποτα στο χέρι. Τα χεράκια της θα σκουπίζει. Δεν πειράζει. Δεν είναι μαθημένη. Τα χεράκια της. Της αρέσει να’ ναι περιποιημένα. Πώς να κάνει δουλειές με βαμμένα νύχια; Είναι και τόσο μαλακά. Σα μικρού παιδιού. Τα χαϊδεύω και ξαφνικά αισθάνομαι πως θα μου ζητήσει να της πω ένα παραμύθι για να κοιμηθεί ή θα γκρινιάξει γιατί η αγαπημένη της κουβερτούλα δεν είναι πλυμένη.
Στρέφω το βλέμμα μου πάνω της απότομα και είναι εκεί γυναίκα. Με γραμμές ξεκάθαρες και ολόγυρά της φως – μόνο εγώ το βλέπω;
Έτοιμη. Έτοιμη για τη ζωή. Τη ζωή μακριά μου. Έτσι κλείνω και εγώ τα μάτια και συνεχίζω να χαϊδεύω τα χέρια της νανουρίζοντας με χαρούμενα παραμυθάκια το μικρό κοριτσάκι με τα στραβοπλεγμένα κοτσιδάκια.
«Τι συμβαίνει ρε μάνα;» με ρωτάει και τραβιέται.
«Τίποτα, τίποτα» βιάζομαι να της απαντήσω και σηκώνομαι να κάνω καμιά δουλειά.
Τίποτα.
Μόνο που μεγάλωσες τόσο γρήγορα, ομόρφυνες τόσο πολύ, λάμπεις και με θαμπώνεις κοριτσάκι μου, θέλω να της πω.
Πολλές φορές δεν αντέχω καν να σε αντικρίζω. Βάζω την παλάμη μου για αντήλιο και πάλι τα μάτια μου θολώνουν. Σα να σκεπάζονται από ένα τοπίο με τρεμουλιαστό νερό. Τα σκουπίζω και εσύ θυμώνεις θέλω να της πω, γιατί λες πως μυξοκλαίω χωρίς λόγο. Και κάποιες φορές η μικρούλα με τις κοτσίδες ξετρυπώνει δίπλα μου και εγώ δεν κρατιέμαι και θέλω να της ξαναπλέξω τα κοτσιδάκια. Σωστά αυτή τη φορά, συμμετρικά, σφιχτά. Να τα δέσω σφιχτά, να τη δέσω, για να μην ξαναφύγει ποτέ.
Αλλά αυτό δε θα της το πω, δε θα σου το πω την ώρα που χτυπάς την πόρτα πίσω σου με ένα βιαστικό γεια. Γιατί έφυγες. Ανήκεις στη ζωή τώρα και σου ανήκει.
Δε θα σου πω τίποτα. Ούτε αύριο το πρωί που θα φεύγεις για πάντα θα σου μιλήσω. Ούτε μια κουβέντα δε θα σου πω. Μονάχα που απόψε θα ξενυχτήσω. Θα μετρήσω τις πετσετούλες της κουζίνας, μέχρι το πρωί θα τις μετρώ. Θα χαϊδέψω τα καραβάκια ένα ένα, πολλές φορές. Θα ευχηθώ καλοτάξιδα και θα μουρμουρίσω όλες τις μαμαδίστικες ευχές μου. Και εκείνη την ώρα που αξημέρωτα θα αφήνεις το σπίτι σου, τη ζωή σου εδώ, εμένα, για το ταξίδι που διάλεξες θα φωνάξω κρυφά το κοριτσάκι με τις στραβοπλεγμένες κοτσίδες και θα το παρακαλέσω με όλη μου την καρδιά να προσέχει αυτή τη νέα, λαμπερή γυναίκα, εσένα. Αυτή την τολμηρή ταξιδιώτισσα, την κόρη μου.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!