Δεν ξέρω τι λέτε εσείς, μα σε εμένα οι θόρυβοι του δρόμου, μεγάλοι ή μικροί, στην όποια ώρα της μέρας ή της νύχτας μου, μού κρατούν μιαν ιδιότυπη συντροφιά. Ακόμη και αυτός του απορριμματοφόρου του δήμου, είτε αυτού των 12 το βράδυ, είτε εκείνου των 6 το πρωί, που αλέθει τα απόβλητα τραντάζοντας συθέμελα την πολυκατοικία μου, ξυπνώντας με άγρια πάνω στον πιο γλυκό μου πρωινό ύπνο, τον εκλαμβάνω σαν την πρώτη άκακη ‘’καλημέρα’’ της ημέρας που ξυπνά σιγά σιγά…

Ας μου πείτε, παρακαλώ, και ας φανώ υπερβολική. Ποια είναι η στιγμή που οι γείτονες έρχονται πιο ΚΟΝΤΑ; Δεν είναι αυτή που τα απόβλητα του ενός μας ανακατεύονται με αυτά των άλλων; Νιώσατε αηδία, το ξέρω, αλλά αυτή δυστυχώς είναι η μαύρη αλήθεια μας. Δεν είναι αλήθεια μήπως ότι δεν γνωρίζουμε καν το όνομα του γείτονά μας στο διπλανό διαμέρισμα και ας μένει σε αυτό πάνω από τρία χρόνια, όπως τυχαία έμαθα τις προάλλες; Δεν είναι ανατριχιαστικό, όταν παραξενεμένη από την απουσία γατόσκυλων από τον δρόμο μας, ρώτησα και έμαθα ότι η συγκάτοικός μου κυρία που φρόντιζε τα αδέσποτα της περιοχής μα και των περιχώρων αποδήμησε εις Κύριον εδώ και μισό χρόνο και τίποτα δεν είχα ακούσει για το θλιβερό γεγονός; Ενώ για τη φρου φρου γατούλα της άλλης συγκατοίκου μου, που είχε κάποιο ατύχημα, μόνο τα ημερήσια ιατρικά ανακοινωθέντα από τηλεοράσεως μας έλειψαν, ευτυχώς μαθαίναμε για την πορεία της υγείας της από τις αναρτήσεις στο fb και μπορούσαμε να κοιμόμαστε ήσυχοι σε μια νιρβάνα απίστευτου εφησυχασμού.

Άλλος συμπαθέστατος θόρυβος αυτός, του παλιατζή, όχι εκείνου του παλιού που ξέραμε, που ‘’αγόραζε ρούχα, και παλιά παπούτσια’’, αλλά αυτού που σε παροτρύνει να αλλάξεις τα κάπως παλαιά ηλεκτρικά σου σκεύη, να τα πω;

‘’Ό ,τι, καλή μου κυρία, νομίζεις ότι σου πιάνει περιττό χώρο, στο πρόσωπό μου θα βρεις τον σωτήρα σου.’’

Από μεγαφώνου η παρότρυνση και μάλιστα μαγνητοφωνημένη. Καθημερινώς στις δέκα το πρωί με κρύο ή με χιονιά, με ζέστη και λιοπύρι. Τέτοια ακρίβεια στην ώρα, ούτε Γκρίνουιτς. Ακούς το μήνυμα και δεν κοιτάζεις το ρολόι σου. Μόνο μια φορά θυμάμαι είχαμε μια αναστάτωση στον ρου των θορύβων, όταν ο παλιατζής κτυπήθηκε από την ασιατική γρίπη και τον αντικατέστησε ο γιος του, ο οποίος δεν ήταν και τόσο ‘’ακριβής’’, πράγμα που ανάγκασε τον παλιατζή μας να κάνει τις μεταδώσεις του με 39 πυρετό και γκουχ γκουχ σε live style, άγνωστον γιατί: «Από ό,τι παλιό σίδερο, παλιά συσκευή, σας απαλλάσσω γκουχ. Εδώ είμαι, ο νοικοκύρης φίλος σας, γκουχ γκουχ και ψα ψου». Ήταν συγκινητικό μα την αλήθεια.

Μέχρι που ένας νεαρός που έλεγε ότι ήταν μουσικός, μελοποίησε τα λόγια του παλιατζή, που αποτέλεσε τρόπω τινά τον ‘’εθνικό ύμνο ‘’ της γειτονιάς μου. Πλάκα είχε… Πράγμα που δεν έγινε τότε που και οι θόρυβοι είχαν και μεγαλύτερη ποικιλία αλλά και πιο μεστοί ήταν, όπως αυτοί του μανάβη, του ανθοπώλη και τόσων άλλων μικροπωλητών.

Τι έγιναν αυτοί οι θόρυβοι, βρε παιδιά; Δεν τους νοσταλγείτε; Και καλά αυτούς, τους πήρε το ποτάμι της προόδου, της ευμάρειας – τρομάρα μας-, αμ η καμπάνα της εκκλησιάς; Και όχι εκείνη που καλούσε τους Χριστιανούς να πάνε στη λειτουργία, αλλά εκείνη που με την ίδια μελωδικότητα κτυπούσε τα τέταρτα, τις μισές και τις ώρες; Χρόνια έχω να ακούσω το ρολόι. Να ’ναι γιατί ‘’χάλασε ‘’ και αναβάλλεται η επισκευή του από μέρα σε μέρα, ή γιατί ενοχλεί τους περιοίκους και σιώπησε;

Ενώ το ‘’αλεστήρι’’ του απορριμματοφόρου που μας απειλεί με έμφραγμα από την τρομάρα μας με τον αλλόκοτο εφιαλτικό του θόρυβο μέσα στον γλυκό τον ύπνο μας, κανέναν δεν άκουσα να ενοχλείται. Ούτε την γράφουσα, καν. Τη συντροφεύει λέει… Δεν είμαστε με τα καλά μας, σίγουρα!!!

γράφει η  Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Το σχόλιό σας είναι επιθυμητό!