Πέτρινος Άρχοντας, λιτός, στου βράχου την κορφή,
αιώνιος πρόμαχος, στητός, γεμάτος περηφάνια.
Κανόνας πίστης μοναχών και ελπίδα τους κρυφή,
σκάλα να στήσουν, που στη γη θα φέρει τα επουράνια.

Πόσοι ύμνοι, πόσοι ψαλμοί και λειτουργιές
πόσοι άχραντοι όρκοι από αμούστακα βλαστάρια,
πόσες στον ίσκιο του να ρίγησαν καρδιές,
πόσες ζωές ανάστησαν τα στιβαρά λιθάρια.

Με χρυσαφένιο ένδυμα ο ήλιος και αν τον ντύνει,
στα πόδια του ατίθαση φωλιάζει η μπλε κυρία.
Κι αν ασημένια στέφανα του πλέκει η σελήνη,
ο χρόνος πάντα μόνος του γυρεύει τα πρωτεία.

Με σθένος στις επάλξεις του το σπόρο είχε φυλάξει
της λευτεριάς, στου γένους μας τα σκλαβωμένα χρόνια.
Μα ο καιρός που κύλησε όλα τα έχει αλλάξει
και οι ρωγμές του είναι φωλιές μόνο για χελιδόνια.

Μέρα τη μέρα ο Άρχοντας όλο γερνά και γέρνει.
Μοιάζει η τύχη του στα χέρια ενός θεού να ‘χει απομείνει.
Το δωδεκαπόστολο σιμά, τις προσευχές του στέλνει.
Τα ουράνια αποκρίνονται « συν Θεώ… και χείρα κίνει ».

Αποσταμένος Άρχοντας, στο έλεος των αρχόντων,
αναζητά τη στήριξη σε κάποια εφορεία.
Μπλέκονται τα κιτάπια του στα χέρια ιθυνόντων.
Τον χρόνο αντίστροφα μετρά η γραφειοκρατία.

Μια μέρα αν λάχει να σταθώ, σε πέτρες άμορφο σωρό
κι αργά το δάκρυ μου κυλά σε μια φωτογραφία,
σ’ όσους ρωτούν, α λ ί μ ο ν ο στους άρχοντες… θα πω,
που στα βαθιά συρτάρια τους βουλιάζει η ιστορία.

 

_

γράφει η Βάσω Κώστογλου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!