(Παράκληση του συγγραφέα: Θα επιθυμούσα να μην αναγνωσθεί το διήγημα από ανηλίκους, καθώς στην αναγκαιότητα να αποτυπωθεί ρεαλιστικά η δραματικότητα της εποχής, χρησιμοποιήθηκε ευρέως υβριστική φρασεολογία. -Ευχαριστώ για την κατανόηση)

 

Έβγαλε το τελευταίο τσιγάρο απ’ το πακέτο και έκατσε στο κράσπεδο του πολυσύχναστου, κεντρικού δρόμου θαρρείς και βρισκόταν στην αυλή του σπιτιού του. Τα λεωφορεία και ο κόσμος που τον προσπερνούσαν έμοιαζαν έννοιες αόρατες για το δικό του κόσμο.

Ανέπνεε; Δεν ήταν σίγουρος. Έσφιξε τις γροθιές του δυνατά μέχρι τα νύχια να ματώσουν τις παλάμες του. Πάλεψε μέσα του. Το πάλεψε μέχρι τελικώς να υποταχτεί στην κραυγή που τόσο άδικα του έσφιγγε το λαρύγγι αποζητώντας να ελευθερωθεί:

 «Άντε και γαμήσου!», ούρλιαξε για το αφεντικό που μόλις τον απέλυσε, για τον πεθερό του που τον έπιασε κορόιδο και του φόρτωσε τόσα χρέη και στο κράτος που βρέξει – χιονίσει του στέλνει τους λογαριασμούς σαν να ’ναι ευχετήριες κάρτες.

«Άντε γαμηθείτε!» φώναξε με την ίδια λύσσα στα χαμένα του όνειρα, στις ψεύτικες ελπίδες και στους ‘επιστήθιους’ φίλους που τον έκαναν πέρα όταν νοικοκυρεύτηκε και σταμάτησε να κοπροσκυλιάζει μαζί τους.

«Άντε γαμηθείτε!» επανέλαβε στα πτυχία που πήρε, στα βραβεία και στους επαίνους, σε όλα αυτά τα χειροκροτήματα που κάπου, κάποιοι κάποτε ένιωθαν περήφανοι γι αυτόν.

Μια ζωή είχε σκυμμένο το κεφάλι, ευγενικός και εργατικός σα σκυλί, να αποδεικνύει το πόσο Άνθρωπος είναι, καταντώντας στο τέλος ένα ευγενικό ζώο.

Μια ζωή να ανασαίνει τον χλευασμό και να απαντά με χαμόγελο στις βρισιές αυτών που τα βρήκαν έτοιμα, πάππου προς πάππου, δίχως να ιδρώσει το δικό τους στέρνο για το μέλλον τους.

Μια ζωή γεμάτη «Όλα θα πάνε καλά» μα όλα να πηγαίνουν κατά διαόλου, με τα «άντε γαμήσου» να γεννούν καινούρια στο μυαλό του, μέχρι να τον πνίξουν.

Γιατί στην σημερινή  Ελλάδα έχεις πάντα δύο επιλογές:

Ή να δουλεύεις 10 ώρες για ψίχουλα ή εικοσιτέσσερις ώρες τη μέρα στο σπίτι να παλεύεις με την ανεργία και την κατάθλιψη.

Ή να κάνεις τον μαλάκα ή να είσαι. -Είναι να το ‘χεις από γεννησιμιού σου άλλωστε αυτό .-

Ή να χτυπάς το χέρι στο μαχαίρι ή να γίνεσαι ο ίδιος «μαχαίρι» στα σπλάχνα των άλλων. Δηλαδή ένας μπάσταρδος ρουφιάνος εγωιστής που πατάς πάνω από πτώματα γιατί… γιατί απλά μπορείς και επειδή διασκεδάζεις να ορίζεις τη μοίρα των ανθρώπων.

Ωστόσο αυτός δεν επέτρεπε στον εαυτό του να ξεπέσει. Είχε φιλότιμο. Ένα φιλότιμο που κατάντησε ευχή και κατάρα μαζί, μιας και του το υπενθύμιζαν συνεχώς όλοι εκείνοι που ήθελαν να τον χρησιμοποιήσουν.

Τα παραδείγματα πάμπολλα.

Το αφεντικό: «Δε πιστεύω να το δηλώσεις ως εργατικό ατύχημα, ναι; Ξέρω, θα σ’ αφήσει κουσούρι στο πόδι μα έχεις και οικογένεια, μη το ξεχνάς…» να σου λέει και μετά από μια εβδομάδα να σε υποχρεώνει να υπογράψεις παραίτηση γιατί «…σταμάτησε η κίνηση στη δουλειά, μα θα σ’ έχω στα υπόψη και θα σ’ ειδοποιήσω». Ποτέ δηλαδή.

Ο πεθερός: «Υπέγραψε να πάρεις τα χρέη στ’ όνομά σου και όταν αποδώσει η δουλειά θα στα δώσω. Δε πιστεύω να μη μ’ εμπιστεύεσαι, σαν παιδί μου σε έχω!» -Κι έπειτα να σου δημεύουν ότι ακίνητο έχεις στ όνομά σου, γιατί στο κούτελό σου γράφει «πηδήξετε με», έχοντας μάλιστα ενέχυρο την υπογραφή σου!-

Ο φίλος : «Έλα ρε σύ, ένα χιλιάρικο σου ζήτησα να ξεχρεώσω την εφορία και εσύ μου λες πως τα ‘χεις κρατημένα για να βάψεις το σπίτι; Έτσι κάνουν οι φίλοι;». -Και στο τέλος, όχι μόνο τον βλέπεις να ξεχνά τα λεφτά που του έδωσες, μα πηγαίνει κιόλας την οικογένεια του για διακοπές, την ώρα που η δική σου βλέπει τη θάλασσα μονάχα στις διαφημίσεις και στα δελτία ειδήσεων.

Μα τώρα ο τροχός γύρισε. Έτσι τουλάχιστον νόμιζε στην αρχή όταν άρχισε να λέει «Όχι!». Η πραγματικότητα όμως είναι πως τον τσάκισε η σκληρή, ωμή και απάνθρωπη αλήθεια που τον περιτριγύριζε. Μια αλήθεια που πια δεν άντεχε να αντικρίσει και να παραδεχτεί πως υπάρχει.

«Κουράστηκα πια», απολογήθηκε στον εαυτό του και στην γυναίκα του.

«Κουράστηκα πια» είπε στους γονείς του και σε όσους στην πορεία της ζωής του τον έμαθαν να σέβεται και να αγαπά τους ανθρώπους.

Πάτησε το τσιγάρο και σηκώθηκε ξετινάζοντας από πάνω του όλο εκείνο το σκοτάδι που ένιωθε να τον βαραίνει.

«Ποιο το νόημα να αντιστέκομαι για να μη γίνω το τέρας που τόσα χρόνια με καταδυναστεύει

Αυτό είπε μονάχα, ψάχνοντας να βρει άδικα την απάντηση στα μάτια των περαστικών…

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!