Υπήρξαμε πάντα είναι η αλήθεια
παράτυποι συνδαιτυμόνες
προσκεκλημένοι, αλλά απρόσκλητοι.
Κι η παρουσία μας απαραίτητη μεν
για το φιλοθεάμον κοινό
μα στην ουσία ανεπιθύμητη
γιατί θες από αντίδραση
ή από πείσμα παιδικό
θες από κάποια φαντασιοπληξία
ακατανόητη σχεδόν πάντα
και μονίμως κατακριτέα
θες από υπερβολική ίσως
και σκανδαλώδη παιδικότητα.
Ήμασταν εμείς, που χαλούσαμε τη μαγιά
γιατί δεν μάθαμε ποτέ μας
να κρατάμε σωστά
τα χρυσοποίκιλτα σερβίτσια
και τα προικώα τα ασημικά.
Ξεδιάντροποι και αλητάμπουρες
ναι… ήμασταν εκείνοι, που
βούταγαν με τα δάχτυλα
στο βάζο με το γλυκό
και ρίγη ανατριχίλας
και αηδίας προκαλούσαμε
στους ευυπόληπτους συγγενείς μας
σαν μας αντίκριζαν.
Να ‘βλεπες πώς ταράζονταν
πως ίδρωναν και ξεΐδρωναν
και ξίνιζε ακόμα περισσότερο
το ύφος τους το υποκριτικό.
Ναι αλήθεια ήμασταν εμείς
τα παιδιά της δεύτερης
ή μάλλον της τρίτης διαλογής
χωρίς δυνατότητα επιλογής
χωρίς χαμόγελα αγάπης
με είδωλο θολό και σκοτεινό
σαν κοίταζαν στον ανάποδο καθρέπτη
παιδιά των ερινυών
και μιας αέναης σιωπής.

 

_

γράφει η Άννα Ρουμελιώτη