Μετά το μυθιστόρημα Για μια χαψιά Ψωμί, όπου παρουσιάζεται η ιστορία ενός μικρού ορφανού στο χωριό Κρανιά του Ολύμπου, ο συγγραφέας επιστρέφει με τη συνέχειά του, Για μια χαψιά ψωμί ΙΙ – Ο αστροφυσικός της υπαίθρου, όπου πιάνει το νήμα της ζωής του ήρωά του από εκεί όπου το είχε αφήσει.
Μετά από τη δύσκολη παιδική του ηλικία και τα βιώματα που τον σημάδεψαν, ο Κοτσιούλας γνώρισε στην Αθήνα τον Αμερικανό πρέσβη, ο οποίος, βλέποντας στο πρόσωπο του νεαρού ένα μυαλό με πολλές δυνατότητες, τον βοηθά να μεταναστεύσει στην Αμερική, τη «χώρα των ευκαιριών». Και πράγματι, εκεί του δόθηκε η ευκαιρία να σπουδάσει Αστροφυσική στο φημισμένο πανεπιστήμιο Κολούμπια!
Το 1919, λοιπόν, ο Κωνσταντίνος -και όχι Κοτσιούλας πλέον- βρίσκεται στη Νέα Υόρκη. Φιλοξενούμενος της οικογένειας Γουίνταρκ, θα γνωρίσει ανθρώπους με τους οποίους μπορεί να συζητήσει μια πληθώρα θεμάτων και προβληματισμών, να μοιραστεί τις σκέψεις του, να αναπολήσει τα ήθη του τόπου του και να νιώσει και πάλι μέλος μιας οικογένειας. Θα γίνει όμως, έστω και άθελά του, μήλον της Έριδος για τις κόρες της οικογένειας!
Τα χρόνια περνούν και, καθώς η μοίρα είναι εκείνη που οδηγεί τα νήματα των ζωών των ηρώων, ο Κωνσταντίνος βρίσκει τον έρωτα στο πρόσωπο της Κάθριν, της μίας κόρης Γουίνταρκ. Οι δυο τους δημιουργούν μια όμορφη οικογένεια, στην οποία εκείνος φροντίζει να ενσταλάξει την αγάπη για την ελληνική παράδοση, ενώ το επιστέγασμα της ευτυχίας τους έρχεται να δώσει η αναγόρευσή του σε καθηγητή Αστροφυσικής στο πανεπιστήμιο Κολούμπια!
Ο νόστος για την πατρίδα όμως παραμένει δυνατός και οδηγεί την οικογένεια στην απόφαση να επιστρέψει στην Κρανιά. Έντονα τα συναισθήματα στην προοπτική της επιστροφής στα πάτρια εδάφη, με τη συγκίνηση και την αδημονία να κυριαρχούν. Από τη στιγμή που πατούν ελληνικό έδαφος, ακολουθούν στιγμές που μόνο άνθρωποι που έχουν παρόμοια βιώματα με αυτά του ήρωα θα μπορούσαν να κατανοήσουν πλήρως – με αποκορύφωμα την άφιξή του στο χωριό και την επανασύνδεσή του με τους συγγενείς και τους συγχωριανούς του…
Ο συγγραφέας αφηγείται την ιστορία του ήρωά του σαν να αφηγείται ένα παραμύθι, που περιλαμβάνει καλούς και κακούς ήρωες, πίκρες, κακουχίες, μικρές χαρές και μεγάλες λύπες, δύσκολες στιγμές όπου η θέληση δοκιμάζεται. Όμως, όπως σε όλα τα παραμύθια, στο τέλος το καλό θριαμβεύει και φτάνουμε στο πολυπόθητο «έζησαν αυτοί καλά…». Με γλώσσα γλαφυρή και πλούσια λεξιλογικά, πότε χειμαρρώδη και πότε συμπυκνωμένη, ο κ. Σπρίντζιος μάς ταξιδεύει στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ακολουθώντας τον ήρωά του σε μια εντελώς άλλη φάση της ζωής του, που κάποτε ούτε θα μπορούσε να ονειρευτεί. Από τη λαϊκή φτώχεια της ελληνικής υπαίθρου στο κοσμοπολίτικο αστικό περιβάλλον της αμερικάνικης μεγαλούπολης ο δρόμος είναι μακρύς και για πολλούς αδιάβατος. Όχι όμως για τον ήρωα, που καταφέρνει όχι μονάχα να επιβιώσει και να ορθοποδήσει, αλλά και να κατακτήσει κορυφές απάτητες και να ενσαρκωθεί στο πρόσωπό του το λεγόμενο «αμερικάνικο όνειρο». Κι όλα αυτά χωρίς ποτέ να χάσει την ταυτότητά του, τον εαυτό του και τις αξίες του.
Η μετάβαση αυτή είναι φανερή στο ύφος του βιβλίου, κάνοντας την αφήγηση πιο ρεαλιστική. Φυσικά, όπου απαιτείται, αυτή έρχεται να εμπλουτιστεί και από την τοπική ντοπιολαλιά, δίνοντας έτσι επιπλέον ζωντάνια στα όσα διαδραματίζονται στις σελίδες του και κάνοντας τους ήρωες ακόμα πιο οικείους στον αναγνώστη. Επίσης, στην πλοκή αποτυπώνονται ήθη, έθιμα και παραδόσεις, τα οποία αποτελούν και παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές, σε μια εποχή που τείνουν να εκλείψουν. Γενικότερα, το βιβλίο βρίθει ηθικών διδαγμάτων κι αυτή η ηθικοπλαστική πλευρά του προσδίδει έναν ιδιαίτερο τόνο στην αφήγηση, εντελώς ξεχωριστό από το ενδιαφέρον που παρουσιάζει η ιστορία αυτή καθ’ αυτή.
Αν η πορεία του ήρωα στο αμερικάνικο έδαφος είναι θριαμβευτική, γεμάτη χαρά και αγάπη, η επιστροφή στις ρίζες του χρωματίζεται από άφατη συγκίνηση και μεγαλείο ψυχής. Το ταξίδι της οικογένειας στην Κρανιά και η παραμονή τους εκεί θα αποτελέσει αφορμή για εξομολογήσεις, αναπολήσεις των περασμένων, τρικούβερτα γλέντια και κλείσιμο παλιών λογαριασμών, με τη συγχώρεση του ήρωα προς τη θεία του, που τον κακομεταχειριζόταν ως παιδί, να αποτελεί το αποκορύφωμα και την πιο λαμπρή απόδειξη της μεγάλης του ψυχής. Ταυτόχρονα, αυτό το ταξίδι στην πατρίδα θα αποτελέσει πραγματική αποκάλυψη και για τα «Αμερικανάκια», που έρχονται για πρώτη φορά σε επαφή με την ελληνική φιλοξενία και την ελληνική ψυχή σε όλο της το μεγαλείο, με τις περιγραφές της «μύησής» τους να είναι απολαυστικές.
Κι όταν τελικά έρθει η ώρα της επιστροφής της οικογένειας Γκουβρομήτσιου στην Αμερική, με την υπόσχεση κάποτε να επιστρέψουν και πάλι, κανενός η ζωή δεν θα είναι η ίδια όπως πριν· τόσο για τα μέλη της οικογένειας που επισκέφθηκαν για πρώτη φορά το μικρό χωριό του Ολύμπου και κουβαλούν τις αναμνήσεις όλων όσων πέρασαν μαζί τους, όσο και για όσους παραμένουν πίσω, στο χωριό. Εκεί όπου θα ζει παντοτινά και ένα κομμάτι της καρδιάς του Κωνσταντίνου, «του αστροφυσικού της υπαίθρου…»
0 Σχόλια