τοβιβλίο.net

Select Page

Ο δικός του Οχμάρ

Ο δικός του Οχμάρ

Έβρεχε για ώρες, μα εκείνος δε σταματούσε να περπατάει. Δεν ήξερε πού πήγαινε, δε γνώριζε τους δρόμους, ούτε τους ανθρώπους. Όλα του φαίνονταν ξένα. Ήταν ξένα. Δεν ήταν στην πόλη του. Ένας πρόσφυγας ήταν κι αυτός ανάμεσα στους χιλιάδες που έφτασε σ’ αυτή τη χώρα με τις βάρκες. Δεν κατάλαβε τι έγινε. Πώς φτάσανε ως εδώ. Γιατί φύγανε απ’ τον τόπο τους, γιατί αφήσανε πίσω το σπίτι τους και την όμορφη αυλή τους. Εκεί που παίζανε με τον Οχμάρ κάθε μέρα με τη μπάλα. Δεν κατάλαβε γιατί οι γονείς τού παιδιού πήρανε αυτήν τη φοβερή απόφαση.

Μέσα στη βάρκα δεν έβγαλε τσιμουδιά. Του αρκούσε που τον πήρανε μαζί τους. Θυμάται με πόση θλίψη και αγωνία τους κοιτούσε, όταν ετοιμάζονταν να εγκαταλείψουν το σπίτι τους. Είχε κουρνιάσει σε μια γωνιά δίχως να βγάζει άχνα. Υποπτευόταν πως κάτι πολύ σοβαρό συμβαίνει. Πως σε λίγο όλα θα άλλαζαν. Το αύριο δε θα ήταν ποτέ ίδιο με το χθες. Ήταν κάτι σαν άσχημο προαίσθημα αυτό που του γαργαλούσε το στομάχι και του προκαλούσε αυτήν την απέραντη στενοχώρια. Κοίταζε τα μάτια του παιδιού κι έβλεπε τη θλίψη να κολυμπάει μέσα τους. Το ίδιο και του πατέρα και της μάνας. Μια ασίγαστη αγωνία σιγόβραζε μέσα του για το τι θα γίνει το επόμενο λεπτό. Περίμενε με αδημονία στη γωνιά του να τον φωνάξει ο μικρός φίλος του για να παίξουνε. Μα στο τέλος κατάλαβε πως όλα είχαν αλλάξει εκείνη τη μέρα.

Ο πατέρας στεκόταν σοβαρός στη μέση του δωματίου και τους μιλούσε για τον πόλεμο. Τους έλεγε για εκείνους τους κακούς ανθρώπους που ήρθαν στη χώρα τους, για να την καταστρέψουν. Τους έλεγε πως ήρθε η ώρα να φύγουν απ’ τον αγαπημένο τους τόπο. Πως έπρεπε να σωθούνε. Πως είχε κανονίσει με κάποιους φίλους να τους βοηθήσουν να μπούνε κι αυτοί σ’ αυτές τις βάρκες που θα τους οδηγήσουν στην απέναντι πλευρά. Μονάχα εκεί υπάρχει σωτηρία, τους έλεγε με έναν κομπασμό στη φωνή. Η μάνα ανήσυχη τον κοιτούσε με τα δακρυσμένα μάτια της. Πρώτη φορά την έβλεπε να κλαίει. Κάτι πολύ σοβαρό συνέβαινε κι αυτός αδυνατούσε να το συλλάβει.

Ο πατέρας συνέχιζε να τους μιλά κι ο μικρός του φίλος ο Οχμάρ φαινόταν κι αυτός πολύ μπερδεμένος. Παρέμενε σιωπηλός κι άκουγε τον πατέρα του. Κρατούσε ένα μπαλάκι μέσα στις χούφτες του και το μάλαζε με αγωνία. Πού και πού γύριζε και τον αναζητούσε με τη ματιά του. Η μάνα έκανε συνέχεια ερωτήσεις. Φαινόταν πως είχε τις αντιρρήσεις της. Στα μάτια της ήταν διάχυτος ο φόβος για το άγνωστο κι ο πατέρας έκανε προσπάθειες για να την πείσει πως αυτός ο δρόμος που τους προτείνει είναι η τελευταία τους επιλογή. Της ζητούσε να του έχει εμπιστοσύνη. Εκεί απέναντι, της έλεγε, όλα είναι διαφορετικά. Δεν υπάρχει πόλεμος. Όλοι μπαίνουνε στις βάρκες, για να φτάσουνε εκεί και να γλιτώσουνε. Όλοι έχουνε παιδιά, της έλεγε και γι’ αυτό φεύγουνε. Πρέπει να πάρουνε μια απόφαση στα γρήγορα. Δεν έχουνε άλλο χρόνο να το σκεφτούν. Αν χάσουνε κι αυτές τις βάρκες που θα φύγουνε το βράδυ δεν ξέρει αν θα καταφέρει ξανά να βρει κάποια άκρη. Πρέπει να βιαστούνε, της έλεγε ανήσυχος. Πρώτη φορά έβλεπε και τον πατέρα σε τέτοια σύγχιση. Αυτός ήταν πάντα ήρεμος και γλυκομίλητος. Μετά σταμάτησε απότομα να μιλάει και περίμενε την απάντηση της μάνας. Εκείνη χαμήλωσε τα δακρυσμένα μάτια της κι έσφιξε στην αγκαλιά της τον Οχμάρ. Κούνησε μονάχα το κεφάλι της σαν απάντηση.

Ύστερα όλα πήραν το δρόμο τους, έτσι όπως τα είχε σχεδιάσει ο πατέρας. Ο Οχμάρ, μόλις αντιλήφθηκε πως πάρθηκε η μεγάλη απόφαση της φυγής κι είδε τους γονείς του ν’ αρχίζουν να ετοιμάζονται αναστατωμένοι, ήρθε κοντά του και τον σήκωσε στην αγκαλιά του. Πρώτη φορά ένιωσε το χέρι του να τρέμει καθώς χάιδευε το τρίχωμά του. Η επαφή αυτή τον φόβισε. Ήταν άραγε χάδι αποχαιρετισμού, αναρωτήθηκε τρομαγμένος. Άρχισε να τρέμει κι εκείνος. Η μητέρα του ήρθε κοντά τους και το παιδί τη ρώτησε με το βλέμμα του κάτι που αφορούσε εκείνον. Η μάνα έγνεψε ξανά με το κεφάλι κι ο Οχμάρ τον έσφιξε στην αγκαλιά του δακρυσμένος. ‘’Δε θα χωριστούμε φιλαράκο, δε θα έφευγα δίχως εσένα, να το ξέρεις…’’, του ψιθύρισε ο φίλος του συγκινημένος κι η ραγισμένη φωνή του εκείνη τη στιγμή απάλυνε τη δική του αγωνία. Τα λόγια του ήταν το πιο τρυφερό χάδι που είχε εισπράξει ως τώρα.

Μετά μπήκαν στις βάρκες. Εκείνος στην αγκαλιά τού Οχμάρ και το μωρό στην αγκαλιά της μάνας. Ο πατέρας είχε ανέβει πρώτος και τους έδινε το χέρι για να τους βοηθήσει ν’ ανέβουν. Έπιασαν μια γωνιά σιωπηλοί και φοβισμένοι. Άκουγε την καρδιά του φίλου του που χτυπούσε δυνατά και γρήγορα. Ο πατέρας μαζί με δυο τρεις άλλους άντρες βοηθούσαν και τις άλλες γυναίκες με τα παιδιά τους να ανέβουν στη βάρκα. Πρώτη του φορά έβλεπε τέτοια βάρκα. Πρώτη φορά έβλεπε τόσους ανθρώπους φοβισμένους να στριμώχνονται μέσα σε μια τόσο μικρή βάρκα. Δεν μπορούσε να υπολογίσει πόσο κράτησε το ταξίδι τους μέχρι απέναντι. Εκεί που τους έλεγε ο πατέρας πως όλα είναι καλά και δε θα τους πειράξει κανένας. Ήταν κουλουριασμένος στην αγκαλιά του Οχμάρ κι ανάσαινε με δυσκολία από τον τρόμο του γι’ αυτό το άγνωστο ‘’εκεί’’ που τους περίμενε.

Θυμάται, όμως, τον πανικό που επικράτησε ανάμεσα στους ανθρώπους, όταν προσπάθησε η βάρκα να πλησιάσει στη στεριά κι ο αέρας την εμπόδιζε. Θυμάται πώς ούρλιαζαν οι γυναίκες που φοβούνταν για τα παιδιά τους και το κλάμα των παιδιών από την αγωνία. Θυμάται τους ανθρώπους απ’ τη στεριά που φορούσαν κι αυτοί σωσίβια γύρω απ’ τη μέση τους και προσπαθούσαν να τους βοηθήσουν μες στην αντάρα να κατέβουν. Θυμάται τα ψηλά κύματα που τους σκέπαζαν ολόκληρους και ξανά τις τρομαγμένες φωνές και τα κλάματα και τα γουρλωμένα από τον τρόμο μάτια των ανθρώπων να λαμπυρίζουν μες στο σκοτάδι. Θυμάται ακόμα τα χέρια του παιδιού που τον έσφιγγαν πάνω του δυνατά και τα δάκρυά του που έτρεχαν στο τρίχωμά του.

Ύστερα όλα έσβησαν. Δε θυμάται τίποτα. Σαν κάποιος να πάτησε τον διακόπτη και να έσβησε το φως. Σκοτάδι γύρω του. Οι φωνές ν’ απομακρύνονται όλο και πιο πολύ από κοντά του. Με μεγάλη προσπάθεια σήκωσε τον κορμό του απ’ τις πέτρες και κατάφερε να τεντώσει τα λυγισμένα πόδια του. Τινάχτηκε δυο τρεις φορές για να διώξει τα νερά από πάνω του και κοίταξε τρομαγμένος γύρω του. Τα κύματα τον είχαν ξεβράσει πολύ μακριά απ’ τη βάρκα. Οι δικοί του χαμένοι. Ο Οχμάρ άφαντος. Κι ο πατέρας κι η μάνα με το μωρό στην αγκαλιά της. Προσπάθησε να μαζέψει όλες του τις δυνάμεις, για ν’ αρχίσει να ψάχνει τους δικούς του ανθρώπους. Σίγουρα κι αυτοί θα τον αναζητούσαν. Σίγουρα κι ο φίλος του θα ήταν αυτή την ώρα πολύ τρομαγμένος, σαν θα κατάλαβε πως δεν είναι κοντά τους. Θα τρέμει και του παιδιού η ψυχούλα απ’ τον φόβο και την αγωνία για το αν θα ξανανταμώσουνε. Αυτές οι σκέψεις τον λύγισαν. Τα μάτια του πλημμύρισαν δάκρυα και θόλωσαν μπροστά του το μονοπάτι που πήρε αναζητώντας τον φίλο του. Δε θυμάται ποτέ ξανά τον εαυτό του να κλαίει. Από μικρός θυμάται την αγάπη και τη στοργή που του έδωσε η οικογένεια του μικρού του φίλου. Θυμάται αγκαλιές, χάδια, γλυκόλογα και χαρούμενες φωνές. Αλλά δάκρυα ποτέ δε κύλησαν απ’ τα μάτια του. Σίγουρα και τα μάτια του Οχμάρ θα είναι τώρα δακρυσμένα, συνέχισε να σκέφτεται γυρεύοντας να απαλύνει τον φόβο που έκανε την καρδιά του να χτυπάει σαν τρελή.

Μετά από πολλές ώρες περιπλάνησης και αναζήτησης των δικών του, περπατώντας στη βροχή, φώλιασε σ’ ένα χαρτόκουτο πεταμένο στην άκρη του δρόμου. Εκεί τον πήρε ο ύπνος στην αγκαλιά του απ’ την ταλαιπωρία και θάρρεψε πως ήταν στη ζεστή αγκαλιά του παιδιού. Όμορφες εικόνες απ’ τα παλιά ήρθαν και τον τύλιξαν σαν απαλό πάπλωμα και ζέσταναν το παγωμένο κορμί του. Ο Οχμάρ κι αυτός στην αυλή του σπιτιού τους να παίζουν με την μπάλα. Ο φίλος του να την πετάει μακριά κι εκείνος να τρέχει και να του τη φέρνει ξανά στα πόδια του. Το παιδί να γελάει και τα μάτια του να γυαλίζουν από χαρά και να τον φωνάζει να του φέρει ξανά και ξανά τη μπάλα. Κι ύστερα να αγκαλιάζονται αποκαμωμένοι απ’ το παιχνίδι στη μέση του κήπου κι η μάνα να τους καλεί από μακριά να σιμώσουν στο τραπέζι, για να μην κρυώσει το φαγητό. Κι ύστερα να βρίσκει κι αυτός το πιάτο του γεμάτο στη δική του θέση και να κάθεται να τρώει ευχαριστημένος απ’ το παιχνίδι με τον μικρό του φίλο. Ένιωσε το σάλιο του να τρέχει κι άρχισε να γλύφεται μες στο όνειρό του. Η κοιλιά του γουργούριζε από την πείνα, μα αυτός συνέχισε να ανακαλεί τις όμορφες εικόνες απ’ το ευτυχισμένο χθες. Νοστάλγησε τα βράδια που κάθονταν όλοι μαζί στο σαλόνι και κοίταζαν τηλεόραση. Νοστάλγησε τις μυρωδιές του σπιτιού και τη ζεστή αγκαλιά του φίλου του. Νοστάλγησε ν’ ακούσει το όνομά του από τα χείλη του να τον φωνάζει από το δωμάτιο για να τρέξει κοντά του. ‘’Αλάντ, πού είσαι;’’ Να του τραβάει το μικρό στρωματάκι του κοντά στο κρεβάτι του και να ακούει την ήρεμη ανάσα του παιδιού όλη τη νύχτα. Αναστέναξε βαθιά απ’ τη γλυκιά θαλπωρή που τον τύλιξε μέσα απ’ αυτές τις εικόνες.

Η βροχή συνέχιζε να γαζώνει το πεζοδρόμιο με μανία. Άνοιξε τα μάτια του και χάζεψε για λίγο το τοπίο γύρω του. Πόσο μακρινό του φαινόταν αυτό το όμορφο χθες που αφήσανε πίσω τους. Θα τον αναζητήσει άραγε κανένας απ’ τους δικούς του; Θα μπορέσει ο Οχμάρ να τον ψάξει σ’ αυτόν τον ξένο τόπο; Μαζί μ’ αυτόν θα χάθηκαν σίγουρα κι ανθρώπινες ζωές μ’ αυτόν τον πανικό που επικράτησε στις βάρκες. Πίσω από τη δική τους βάρκα ερχόταν κι άλλη γεμάτη με γυναίκες και παιδιά. Κι ακόμα πιο πίσω άλλη μια. Πόσοι να χάθηκαν μέσα στα κύματα; Θα είναι οι δικοί του καλά; Θα τα κατάφεραν άραγε να βγούνε σώοι;

Απόδιωξε αμέσως αυτές τις μαύρες σκέψεις απ’ το μυαλό του. Ούτε σαν σκέψη δεν το άντεχε να χάσει τους δικούς του. Μετά τίποτα δεν του απέμενε απ’ το να πάρει ξανά τον δρόμο για τον γυρισμό, εκεί που τον ξέβρασαν τα θεόρατα κύματα και να βουτήξει ξανά στα βαθιά, να τον καταπιεί η θάλασσα, ν’ ανταμώσει μαζί τους.

Σε λίγο ξημερώνει. Ένα αχνό γαλάζιο φως βάφει στο βάθος τον ορίζοντα. Θα περιμένει να σταματήσει η βροχή και θα σηκωθεί να ψάξει σε κάθε γωνιά αυτού του άγνωστου τόπου, για να βρει τους ανθρώπους του. Θα ψάχνουν άραγε κι αυτοί να τον βρούνε; Όλοι αυτοί οι άνθρωποι έχουν τα δικά τους βάσανα. Χάσανε τα σπίτια τους, τις δουλειές τους, τον τόπο τους. Ποιος θα νοιαστεί για τη ζωή τη δική του; Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ίδιοι. Δεν υπολογίζουν με το ίδιο μέτρο τις ζωές των ζώων. Ποιος είναι σε θέση να κρίνει πόσο κοστίζει η ζωή ενός σκύλου; Ή ενός ελέφαντα; Ή ενός μυρμηγκιού, σε σχέση με την ανθρώπινη; Η ψυχή όμως του καθένα, είναι σίγουρος πως ζυγίζει το ίδιο. Μονάχα ο Οχμάρ νοιάζεται πραγματικά γι’ αυτόν. Αυτός είναι σίγουρος πως θα κινήσει γη και ουρανό για να ανταμώσουνε ξανά. Είναι σίγουρος πως ο φίλος του ζυγίζει και τη δική του ζωή ακριβά, όσο και την ανθρώπινη.

Δεν καταλάβαινε τίποτα. Γιατί οι άνθρωποι καταστρέφουν όλα τα όμορφα που υπάρχουν γύρω τους; Αναρωτήθηκε αναστενάζοντας αδυνατώντας να βγάλει ένα συμπέρασμα.

‘’Ποιος είναι αυτός; Δεν τον έχω ξαναδεί στα μέρη μας. Πώς είναι έτσι ο κακομοίρης; Λες να είναι άρρωστος;’’

‘’Μπορεί… δεν τον βλέπεις που είναι μούσκεμα; Και πεινασμένος φαίνεται. Ξένος πάντως είναι σίγουρα. Ούτε και μένα τον έχει πάρει το μάτι μου ποτέ στην πόλη μας. Λες να ήρθε μ’ εκείνους τους ανθρώπους που ήταν στις βάρκες;’’

Ένα λεπτό αργότερα άκουσε κάτι περίεργους ψίθυρους πάνω απ’ το κεφάλι του, που του απέσπασαν την προσοχή κι έκοψαν απότομα τις άσχημες σκέψεις του. Κατάλαβε πως μιλούσαν γι’ αυτόν. Σίγουρα γι’ αυτόν μιλούσαν, αφού ανέφεραν πως είναι ένας ξένος. Πως δεν τον έχουν ξαναδεί στα μέρη τους. Την αναγνώριζε τη γλώσσα τους. Δεν ήταν άγνωστη, όπως των ανθρώπων που συνάντησε εκεί. Η γλώσσα των ζώων είναι ίδια σ’ όλα τα μέρη της γης. Έτσι του είχε πει κάποτε ο φίλος του ο Οχμάρ. Και να που το ανακάλυψε και μόνος του. Άνοιξε τα μάτια του αργά και τους κοίταξε συνεσταλμένα με μια αγωνία να συνοδεύει το χτυποκάρδι του.

‘’Ε φίλε… για σένα λέμε. Ξένος είσαι, έτσι; Δεν κάνουμε λάθος;’’ Τον ρώτησε ο πρώτος που είχε σκύψει από πάνω του με περιέργεια και τον μύριζε.

‘’Ξένος…’’ μουρμούρισε λυπημένα εκείνος, μόλις άκουσε τη λέξη που τον χαρακτήρισαν.

‘’Καλά το κατάλαβα… Εγώ είμαι ο Δίας κι αυτή εδώ η Ήρα. Εσένα πώς σε λένε;’’

‘’Αλάντ… ‘’, ψιθύρισε εξουθενωμένος από τη στενοχώρια που τον βάραινε.

‘’Και χάθηκες; Πού είναι οι δικοί σου; Έχεις κανέναν;’’ Ρώτησε η Ήρα που στεκόταν λίγο πιο πίσω.

‘’Έχω τον Οχμάρ… Μήπως τον γνωρίζει κάποιος από σας;’’ Έκανε με αγωνία στην ιδέα πως μπορεί να τον βοηθήσουν να βρει τον φίλο του.

‘’Μη στενοχωριέσαι, ρε φιλαράκο, θα τη βρούμε την άκρη. Θα σε βοηθήσουμε να βρεις τους δικούς σου. Μ’ εκείνους τους ανθρώπους που κατέβηκαν απ’ τις βάρκες δεν ήρθες; Ξέρουμε πού μένουνε. Θα σε πάμε, θα δεις. Το νησί είναι μια στάλα τόπος, δεν πρόκειται να χαθείτε…’’, έσπευσε να τον παρηγορήσει ο Δίας ο μαυρομούρης, μόλις τον είδε τόσο πλανταγμένο.

Ο Αλάντ αναθάρρησε. Σηκώθηκε στα πόδια του κι άρχισε να κουνάει την ουρά του. Τα λόγια του τον παρηγόρησαν και τον γέμισαν ελπίδες. Του έδωσαν κουράγιο να σταθεί ξανά στα πόδια του, ενώ λίγη ώρα πριν ένιωθε τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν.

‘’Ναι φίλε μου, μην ανησυχείς. Στηρίξου πάνω μας. Αρκεί να είναι ακόμα ζωντανοί βέβαια οι άνθρωποι που ψάχνεις, γιατί ξέρεις, πολλούς απ’ αυτούς τους κακομοίρηδες τους καταπίνουν τα κύματα…’’, είπε η ασπρομάλλα φίλη του.

Τα μάτια του σκοτείνιασαν ξανά με όσα άκουσε κι ένιωσε ένα έντονο σφίξιμο στο μέρος της καρδιάς του. Όχι. Αυτό αποκλείεται. Αυτήν τη σκέψη γυρεύει απεγνωσμένα να τη βγάλει απ’ το μυαλό του. Αυτή η σκέψη δεν αντέχεται. Δε γίνεται οι δικοί του να μην τα κατάφεραν και να μην αποβιβάστηκαν μαζί με τους άλλους στην παραλία. Αν συνέβη κάτι τόσο τραγικό, τότε κι εκείνος δεν έχει κανέναν λόγο ν’ ανασαίνει πια. Κανέναν.

‘’ΑΠΟΚΛΕΙΕΤΑΙ…’’, φώναξε τρομαγμένος όσο πιο δυνατά μπορούσε, λες και μ’ αυτόν τον τρόπο έδιωχνε μακριά το κακό.

‘’Μην κάνεις έτσι, φιλαράκο… Ηρέμησε. Μια υπόθεση έκανε η Ήρα. Εγώ είμαι σίγουρος πως θα τους βρούμε, θα δεις…’’, πετάχτηκε ξανά να τον καθησυχάσει ο μαυρομάλλης που τον λυπήθηκε.

‘’Θυμάσαι εκείνο το παιδί που είδαμε το πρωί να ψάχνει κλαίγοντας με τον πατέρα του στο πάρκο; Μπορεί να είναι ο φίλος του ο… πώς τον είπες;’’ Τον ρώτησε αμέσως μετά και τα μάτια τού Δία έλαμψαν από ενθουσιασμό στη θύμηση του παιδιού που του ήρθε ξαφνικά σαν αστραπή στον νου του.

‘’Οχμάρ…‘’, απάντησε εκείνος ζωηρά κι αμέσως φωτίστηκαν και τα δικά του μάτια. Αναπτερώθηκε η ελπίδα του με τα λεγόμενα του μαυρομούρη και περίμενε ν’ ακούσει με αγωνία και φοβερό χτυποκάρδι την απάντηση της Ήρας, για να του επιβεβαιώσει κι εκείνη το γεγονός.

‘’Ναι, τώρα που το λες… Κρατούσε μάλιστα κι ένα λουρί στα χέρια του το παιδί και φαινόταν αναστατωμένο. Σίγουρα κάποιον γύρευε…’’, είπε κι εκείνη με φανερό ενθουσιασμό σαν έφερε την εικόνα του παιδιού ξανά μπροστά της.

‘’Λουρί;’’, ψέλλισε με ραγισμένη φωνή και την αγωνία του να κορυφώνεται στο έπακρο.

‘’Ναι σου λέω, κι έψαχνε ανάμεσα στους σκύλους του πάρκου. Σίγουρα εσένα θα αναζητούσε. Έλα, πάμε φιλαράκο μια βόλτα στο πάρκο κι αν δεν είναι εκεί θα σε πάμε στο μέρος που μένουνε όλοι αυτοί που κατεβαίνουν απ’ τις βάρκες…’’, του πρότεινε ο Δίας για να τον αναθαρρήσει.  

Περπάτησαν αρκετή ώρα μες στους δρόμους της ξένης πόλης, ώσπου να φτάσουν στο πάρκο, εκεί που του είπαν πως συνάντησαν τον Οχμάρ. Ευτυχώς η βροχή είχε τώρα σταματήσει, αλλά εκείνος ήταν ακόμα μούσκεμα κι ένιωθε να τρέμει απ’ το κρύο μα κι απ’ την αγωνία και την ένταση που του προκαλούσε η σκέψη πως θα βρει τους δικούς του. Άκουγε και την καρδιά του να χτυπάει τόσο δυνατά και τόσο γρήγορα που φοβήθηκε μην πάθει κάτι απ’ τη χαρά του, πριν προλάβει να ανταμώσει με τον αγαπημένο φίλο του.

Σαν έφτασαν απέναντι απ’ το πάρκο η ματιά του αγκάλιασε από μακριά ανθρώπους απ’ τη χώρα του. Ναι, σίγουρα ήταν απ’ τον τόπο του. Πολλές γυναίκες ήταν ντυμένες με το χιτζάμπ, τα ρούχα και τα μαντήλια που φορούσαν και στη χώρα τους.

Περίμεναν για λίγο στην άκρη στο πεζοδρόμιο μέχρι να περάσουν τ’ αυτοκίνητα και να μπορέσουν να διασχίσουν το δρόμο για να περάσουν απέναντι στο πάρκο. Ο Δίας έδωσε σε λίγο το σήμα, για να περάσουν ελεύθερα. Στο επόμενο λεπτό κι αφού είχε την προσοχή του στραμμένη στον δρόμο άκουσε μια γνώριμη φωνή να τον καλεί αχνά από μακριά… ‘’Αλάντ! Αλάντ!’’

Τα μάτια του σάρωσαν αστραπιαία το μέρος γύρω του, μέχρι να συναντήσουν το πρόσωπο που τον καλούσε. Μα ναι! Ήταν ο Οχμάρ! Ο δικός του Οχμάρ! Ο αγαπημένος του φίλος στεκόταν ακριβώς απέναντι και του κουνούσε τα χέρια, για να του τραβήξει την προσοχή. Λαχτάρησε η καρδιά του μόλις αντίκρισε τη φιγούρα του παιδιού. Ένιωσε τα πόδια του να βγάζουν φτερά κι άρχισε να τρέχει, για να πετάξει μια ώρα αρχύτερα κοντά του. Σε δευτερόλεπτα όρμησε στον δρόμο, όταν άκουσε το στρίγγλισμα απ’ τα φρένα ενός αυτοκινήτου μέσα στ’ αυτιά του. Μετά βυθίστηκε στο σκοτάδι κι άκουγε μόνο το δυνατό γάβγισμα των φίλων του πάνω απ’ το κεφάλι του.

Όταν άνοιξε τα μάτια του ξανά, βρέθηκε μες στην αγκαλιά τού Οχμάρ. Κι ανάσανε βαθιά τη μυρωδιά του. Ο Οχμάρ τού μιλούσε τρυφερά και τα δάκρυά του έτρεχαν πάνω στη μουσούδα του. Αχ και να ήταν άνθρωπος για μια στιγμούλα μόνο, σκέφτηκε κλεισμένος μες στην αγκαλιά τού αγαπημένου του. Αχ και να μπορούσε να του πει στη γλώσσα του, για να τον καταλάβει, πόσο εφιαλτικές ήταν εκείνες οι ώρες που πέρασε μακριά του. Να μπορούσε να του πει πόσο πολύτιμος είναι για εκείνον και πως τον αγαπάει περισσότερο κι απ’ τη ζωή του. 

Μα πού είμαστε; Αναρωτήθηκε απορημένος, όταν συνήρθε κάπως από την παραζάλη της χαράς. Κοίταξε γύρω του αναζητώντας τον Δία και την Ήρα, για να τους ευχαριστήσει που τον βοήθησαν. Το τοπίο δε θύμιζε σε τίποτα την καινούρια χώρα που τους ξέβρασε η θάλασσα. Ένα δυνατό φως τους έλουζε και θάμπωνε τα μάτια του. Δεν μπορούσε να διακρίνει καθαρά ούτε τη μορφή τού αγαπημένου του Οχμάρ. Μονάχα τη φωνή του άκουγε που συνέχιζε να του μιλάει τρυφερά…

‘’Στον παράδεισο είμαστε φίλε μου. Δε βλέπεις γύρω μας τα αγγελάκια που μας προστατεύουν; Ο Θεός μας λυπήθηκε, αγαπημένε μου Αλάντ, και μας πήρε στην αγκαλιά του, μακριά απ’ τον πόλεμο και τις τρικυμίες. Εδώ είμαστε ασφαλείς, μην ανησυχείς για τίποτα… ‘’, του ψιθύρισε το παιδί και του χάιδεψε για άλλη μια φορά το τρίχωμά του.

Ο Αλάντ αναστέναξε ευτυχισμένος. Όπου κι αν βρίσκονται, δεν τον απασχολεί. Αρκεί που ξαναβρέθηκε στην αγκαλιά του αγαπημένου του Οχμάρ. Κι ας το ονομάζουν όπως θέλουν αυτόν τον τόπο οι άνθρωποι.

γράφει η Νίκη Μπλούτη Καράτζαλη

Το σχόλιό σας είναι επιθυμητό!

Επιμέλεια κειμένου

Θεόδωρος Στάμος

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ ΕΦΗΒΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ Κάθε βιβλίο παρουσιάζεται μ’ έναν τέτοιο τρόπο ώστε να επιλέγει ο καθένας αυτό που τον ενδιαφέρει. Βλέποντας κανείς τα στοιχεία που παρουσιάζονται στην "ταυτότητα" του βιβλίου, μπορεί να κρίνει εάν ανταποκρίνεται στα ενδιαφέροντά του. Οι "Θεματικές Ενότητες" στις οποίες εντάσσονται τα βιβλία είναι οι εξής: Α. Ο άνθρωπος και η φύση, Πόλη – Ύπαιθρος Β. Λαογραφικά Γ. Οικογενειακές σχέσεις Δ. Θρησκευτική ζωή Ε. Εθνική ζωή Ζ. Παλαιότερες μορφές ζωής Η. Ταξιδιωτικά κείμενα Θ. Η αποδημία/Ο καημός της ξενιτιάς/Ο ελληνισμός έξω από τα σύνορα/Τα μικρασιατικά /Οι πρόσφυγες Ι. Αθλητισμός ΙΑ. Η αγάπη για τους συνανθρώπους μας/Οι φιλικοί δεσμοί/Η αγάπη ΙΒ. Η βιοπάλη/Το αγωνιστικό πνεύμα του ανθρώπου ΙΓ. Προβλήματα της σύγχρονης ζωής ΙΔ. Οι φίλοι μας τα ζώα ΙΕ. Θέατρο 1. Αλληγορικά 2. Εφηβικοί Έρωτες 3. Ηλεκτρονικοί Υπολογιστές 4. Ιστορικά. Οι "Ετικέτες" εξειδικεύουν ακόμη περισσότερο το περιεχόμενο του βιβλίου, αναφέροντας τα θεματικά του κέντρα. Οι "Ερωτήσεις" καταβλήθηκε προσπάθεια να είναι διαφορετικές, όσο είναι δυνατό, για κάθε βιβλίο και προσαρμοσμένες σ’ αυτό. Σχεδόν όλες είναι ανοικτού τύπου, που δεν απαντώνται, δηλαδή, μονολεκτικά. Χρήσιμο θα ήταν να γράφονται από τους μαθητές -εάν ο αναγνώστης του βιβλίου είναι μαθητής- και να δίνονται στον εκπαιδευτικό ή τον γονέα για διόρθωση. Σχεδόν όλες απαιτούν κριτική ικανότητα. Οποιεσδήποτε παρατηρήσεις ή απορίες έχει κανείς μπορεί να τις αποστείλει με τη μορφή σχολίου στον ιστότοπο που φιλοξενεί τις παρουσιάσεις μου ή στην παρακάτω διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου: st_theodor@yahoo.gr

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Οι προσφορές των εφημερίδων

Οδηγός ιστοσελίδας

Λογοτεχνικοί διαγωνισμοί

Εκπαιδευτικό υλικό

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος