τοβιβλίο.net

Επιλέξτε Page

Ο ζητιάνος, του Ανδρέα Καρκαβίτσα

Ο ζητιάνος, του Ανδρέα Καρκαβίτσα

«Ο ζητιάνος» είναι η ιστορία του επαγγελματία επαίτη Τζιριτόκωστα που φτάνει στο Νυχτερέμι της Θεσσαλίας (σημερινός Παλαιόπυργος Λάρισας) και συναναστρέφεται τους  κατοίκους του χωριού με σκοπό το κέρδος. Εκμεταλλεύεται την άγνοια και την αμορφωσιά τους, χειραγωγεί με τον χειρότερο τρόπο τους πάντες, παίζει με τις επιθυμίες τους, διαπράττει φόνους και στο τέλος προβαίνει σε μια μεγάλη πράξη εκδίκησης με ανυπολόγιστες συνέπειες για το χωριό!

Το μυθιστόρημα δημοσιεύτηκε σε συνέχειες από το 1896 έως το 1898 στο περιοδικό «Εστία» και κυκλοφόρησε σε βιβλίο το 1897. Είναι γραμμένο στη δημοτική, αν και στους διαλόγους ακολουθείται η ντοπιολαλιά των κατοίκων, και πρόκειται για ένα από τα πιο ρεαλιστικά και σκληρά μυθιστορήματα της ελληνικής λογοτεχνίας της εποχής. Εκτός από τη συναρπαστική δράση και την εξαιρετική ψυχογράφηση των χαρακτήρων, υπάρχουν ανατροπές στην πλοκή και εκπληκτικά πραγματολογικά στοιχεία που δίνονται απλά και στηρίζουν ακόμη περισσότερο την αληθοφάνεια των γεγονότων.

Ο Τζιριτόκωστας είναι ένας από τους διασημότερους αντι-ήρωες των νεοελληνικών κειμένων, γόνος και συνέχεια μιας κοινότητας βασισμένης στην επαιτεία, αντίστοιχης των κύκλων που δημιούργησε ο «Φαγκίνος» του Καρόλου Ντίκενς στον «Όλιβερ Τουίστ». Οι περιγραφές ανατροφής είναι σκληρές, με τους πατεράδες να ακρωτηριάζουν αρτιμελή παιδιά ώστε να συνεχίσουν την παράδοση της ζητιανιάς: «Τι άλλο καλύτερο ευτύχημα, παρά να είναι κανείς πατέρας τριών-τεσσάρων σακατεμένων παιδιών; Με αυτά ημπορούσε, χωρίς να κινηθεί από τον τόπο του, χωρίς το δαχτυλάκι του να σηκώσει, να γίνει πλούσιος». Τέτοιος άνθρωπος είναι και ο Τζιριτόκωστας που φτάνει στο Νυχτερέμι με το ζητιανόπουλό του, τον Μουντζούρη. Μια ανελέητη μορφή που θα κάνει τα πάντα για να κλέψει, να φάει, ακόμη και να σκοτώσει! Ζητιάνος επαγγελματίας και απατεώνας, δεν επαιτούσε μόνο αλλά εκμεταλλευόταν την αδυναμία του καθενός που συναντούσε, εξαπατούσε με ψεύτικα βοτάνια και άλλες αγυρτείες: «Αν δεν ήταν ο κουτόκοσμος, οι ζητιάνοι θα εψοφούσαν της πείνας μέσα στα ξεροβούνια της πατρίδας τους, σαν το μεταξοσκούληκο μέσα στο καρύκι του» (κεφ. 3).

Η ιστορία διαδραματίζεται την εποχή που προσαρτήθηκε η Θεσσαλία στο ελληνικό κράτος (1881) και οι Τούρκοι πουλούσαν τα τσιφλίκια τους. Το ζήτημα που απασχολεί τους προύχοντες του χωριού όταν φτάνει ο ζητιάνος είναι η νομική υπόσταση του χωριού, με τη νέα τάξη πραγμάτων. Με την Ελλάδα υπόδουλη στον οθωμανικό ζυγό είχαμε από τη μια τα τσιφλίκια, τεράστιες εκτάσεις που ανήκανε στον μπέη ή στον αγά κι όπου δουλεύανε οι κολίγοι και απ’ την άλλη τα κεφαλοχώρια, ορεινές δηλαδή και άγονες περιοχές, όπου δούλευαν οι καλλιεργητές, με δικαίωμα κτήσης στην προσωπική τους περιουσία εν αντιθέσει με τα τσιφλίκια όπου τα πάντα ανήκαν στον άρχοντα. Τα πράγματα στην περίπτωση του Νυχτερεμιού είναι χειρότερα, μιας και οι προεστοί με παραχωρητήρια είχαν δώσει τα κτήματά τους στον γιο του Αλή Πασά, τον Βελή. Και τώρα τι γίνεται; «Τώρα με την Προσάρτηση ο μπέης θέλει να τα κάμει τέλεια τσιφλίκια… Φυσικά οι χωριάτες αντιστάθηκαν… έτρεξαν στα δικαστήρια να δικαιωθούν. Αλλά οι δίκες… δεν είναι κρασί να το τελειώσει κανείς σε μια ημέρα… Τώρα το λέγουν Ελλάδα, έχουμε Σύνταγμα»! Από την αρχή λοιπόν καταλαβαίνει κανείς πως ο συγγραφέας δε θα χαρίσει κάστανα σε κανέναν, μέσω της κοινωνικής του κριτικής και της καλυμμένης πολιτικής καταγγελίας.

Ο άτυπος εμφύλιος μεταξύ των χωριανών δίνεται παραστατικότατα: «Ο μπέης, ο κύριος του χωριού, είχε καταντήσει λυδία λίθος, όπου εδοκίμασαν οι χωριάτες την πολιτική δύναμη όλων των κομματαρχών. Από την ημέρα που άρχισαν, επιτήδεια συνδαυλισμένοι από άεργους της Λάρισας δικηγόρους, τη διαφορά τους με τον μπέη, εκείνος ωπλίσθηκε με τα χρήματα και την παντοδύναμη υποστήριξη του προξένου του και αυτοί με τη βαρύτητα των πολιτικών της επαρχίας». Όλοι όμως οι πολιτευόμενοι ήταν λόγια κι υποσχέσεις κι έτσι «απελπισμένοι και απαιδαγώγητοι στις πολιτικές ελευθερίες» οι χωριανοί «άφησαν τις κοινοτικές υποθέσεις στου πεπρωμένου τη διάκριση κ’ εκοίταξαν τ’ ατομικά τους. Καθένας έκαμε πολιτικό του φίλο εκείνον που κ’ επί τουρκοκρατίας ήξευρε πως είχε δύναμην αναγνωρισμένην». Ο Καρκαβίτσας είναι ωμότατος: «Κουτοπόνηροι, ήθελαν μόνον να πεισμώνουν και να εξευτελίζουν τον αντίπαλον εμπρός στους συντοπίτες τους με της μικροπολιτικής τα καμώματα πάντοτε στο νουν».

Το χωριό είναι ένα σύνολο χαρακτηριστικών τύπων που συναντούσε κανείς σε αυτές τις περιοχές. Υπάρχουν ο ιερέας Παπαρρίζος, ο πάρεδρος Ραντζάκος, ο μπακάλης Μαγουλάς, ο επιστάτης του χωριού Ντεμίς αγάς κ ά. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ο τελωνοφύλακας Πέτρος Βαλαχάς, που μετατέθηκε λόγω κακής διαγωγής στο κοντινό στα σύνορα αλλά μακριά από το τελωνείο Νυχτερέμι. Ο κακός του χαρακτήρας θα τον οδηγήσει να ξυλοφορτώσει τον ζητιάνο και να αποτελέσει τον κινητήριο μοχλό για μια σειρά ασύλληπτων γεγονότων.

Η γλώσσα όπως έγραψα και πριν είναι δημοτική, με διαλόγους δοσμένους με την ντοπιολαλιά της περιοχής. Η πένα και η ματιά του συγγραφέα, ειδικά όταν στρέφεται στη φύση, είναι αξεπέραστη. Μεταφορές και παρομοιώσεις, σύνθετες και ταυτόχρονα πρωτότυπες λέξεις είναι πραγματικά αριστουργήματα: «…είπε με χοντρή φωνή, σαν κατρακύλισμα χαλάρων, ο Μπιρμπίλης…», «Παρεμπρός άλλη εμπάλωνε τα ρούχα του αντρός της κ’ εμουρμούριζε παραπονιάρικο τραγούδι, τραγούδι ντόπιο, στον κάμπον εκεί γεννημένο, φτωχό και άχαρο σαν τη φωνή της και σαν την ίδια βάναυσο», «λαθροκρυμμένη παιζογελάστρα πονηρία τους», «αργυροκυκλωμένο από τα ψαρά μαλλόγενα» κ. ά.

Να ένα αγαπημένο μου απόσπασμα: «Ο ήλιος, βασιλεμένος πίσω από τα στενά των Τεμπών, μόλις ετίναζε στα ακροβούνια του Ολύμπου τα χιονισμένα χρυσορόδινες αχτίνες, διαμάντι ακριβό επάνω στο βασιλικό στέμμα του. Γαλάζια ομίχλη ανέβαινεν από την ποταμιά και ολίγο κατ’ ολίγον εγλιστρούσε προς το χωριό ανάλαφρη, έως τις ρίζες του Κισσάβου, να τυλίξει όλα θέλοντας μέσα σε πάναγνη αγκαλιά».

Προσέξτε την ποιητική σύνταξη στις προτάσεις: «Αλλά το φως χύνεται τώρα κάτασπρο στα μαυριδερά κουρέλια της φορεσιάς… έως το πρόσωπον απάνω και το κεφάλι του ζητιάνου, σαν να θέλει περίεργον να ιδεί, αν άφησε με τον ύπνο την ψευτιά ή την κρατεί πολυάκριβη επάνω του, όπως και τη φορεσιά του» (κεφ. 3). Δε λείπει όμως και το χιούμορ: «-Δεν βαστάω, έλεγε, βαρέθηκα πια, κάθε χρόνο και παιδί! –Σα δε βαστάς, κλείδωσέ το, είπεν η παπαδιά» και παρακάτω: «Δεν θυμάστε τι απάντησεν η γριά, η εκατοχρονίτρα, στα λόγια του σαραβαλιασμένου γέροντά της; -Ε, καημένε μύλο, είπεν εκείνος στενάζοντας, πόσες φορές εγριγριλίσαμ’ ευτού μέσα! Και η γριά η εκατοχρονίτρα εμουρμούρισεν: -Ανάθεμα την κρέμαση κι απέ ο μύλος ακόμη γριγριλίζει» (κεφ. 3)!

Και ναι, υπάρχουν και οι γυναίκες του χωριού, μεροκαματιάρες, μάνες και σύζυγοι και νοικοκυρές, που δουλεύουν ήλιο με ήλιο για να τα έχουν όλα έτοιμα για τα παιδιά και τους άντρες τους, κουτοπόνηρες, ελαφρόμυαλες, αυστηρές, σεβαστικές σε άγραφους κανόνες, δεισιδαίμονες, εύπιστες και πρόσφορο πεδίο εκμετάλλευσης. Όλα τα καταγράφει ο συγγραφέας: η κάθε μία χωριστά θέλει να σταματήσει να γεννοβολά μετά από δώδεκα παιδιά, να γεννήσει επιτέλους αρσενικό κι όχι άλλα κορίτσια, να ξανακερδίσει τον αγαπημένο που την παράτησε «για λίγα άχυρα παραπάνω». Παρατίθενται χαρακτηριστικά παραδείγματα ευπιστίας και εξαπάτησης, οπότε εμμέσως τονίζεται η ανάγκη της παιδείας, της μάθησης, της γνώσης. «Όλες οι γυναίκες, η μια με την άλλη, εζητούσαν με τον νουν επιμόνως κ’ εύρισκαν τέλος κάτι τι στη ζωή τους άρρωστο, κάτι στην ψυχή τους παθιασμένο, που εμπόδιζε ν’ απολάψουν αθάνατη τη χαρά και τη γαλήνη του κόσμου».

Με εξαιρετική γλαφυρότητα και ποιητικότητα περιγράφονται τα πάντα από τη ζωή στο χωριό: η επιστροφή των αντρών από τον κάματο, τα βάρη και ο μόχθος των γυναικών, η γλυκιά μυρωδιά της ζύμης, το λιτό φαγητό και τόσα άλλα! Το (άτυπο) κεφάλαιο 3 κλείνει τόσο όμορφα και γλαφυρά: «Και, όταν σε λίγο εξαπλώθηκε [η ομίχλη] πέρα-πέρα κ’ επυκνώθηκε μυστηριώδης και μεγαλοπρεπής, όταν έλαμψαν επάνω στον ουρανό τα’ αστέρια και κάτω ησύχασαν οι άνεμοι, μέσα στο δουλωμένο χωριό όλα εξανάπεσαν στη νέκρα και την σιγή. Ούτε φως πουθενά, ούτε λαλιά. Τα κατακουρασμένα κορμιά, παραδομένα πρώτα στις ανάγκες της ζωής κ’ έπειτα στα βρόχια του ύπνου, δεν έχουν ούτε πόθους ούτε όνειρο κανένα».

Αυτή η τόσο πρωτότυπη για την εποχή και όχι μόνο ιστορία θα τελειώσει με την επιβίωση του κακού, με την ατιμωρησία του ζητιάνου, με ένα φινάλε ασύλληπτο και ταυτόχρονα απόλυτα λογοτεχνικό: «Ο Τζιριτόκωστας, ήσυχος τώρα, επροχώρησε βαθύτερα. Είχεν εξασφαλίση το παράλλαγμα και δεν εσυλλογιζόταν πλέον παρά νέο ταξίδι και νέα τρόπαια. Τα κλαριά των πλατάνων μ’ ένα φύσημα του ανέμου έρριξαν καταπέτασμα πράσινο και πυκνό πίσω του, λες κι εφρόντιζαν να τον ασφαλίσουν από κάθε κυνήγημα. Η κοιλάδα επρόθυμη εδέχθηκε τον ζητιάνο στους υγρούς και μαλθακούς κρυψώνες της, όπως δέχεται τόσα κακούργα ερπετά και παράσιτα». Είναι ένα μυθιστόρημα λοιπόν τόσο διαφορετικό και ξεχωριστό, που το συνιστώ ανεπιφύλακτα παρά την ωμότητα των περιγραφών, τη βαρβαρότητα της θεματολογίας και την ατιμωρησία ενός από τους πρώτους αντι-ήρωες της ελληνικής λογοτεχνίας. Το στυλ γραφής, το πλούσιο λεξιλόγιο, τα πάμπολλα κωμικοτραγικά περιστατικά είναι ελάχιστα από τα προτερήματα ενός μυθιστορήματος που θα καθηλώσει τον αναγνώστη ως την τελευταία κυριολεκτικά σελίδα.

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Εκπαιδευτικά βιβλία

Οδηγός ιστοσελίδας

Εκπαιδευτικό υλικό

Αρχείο

Υποβολή συμμετοχής!

Είσοδος