Σ’ ένα δωμάτιο που δεν έχει πόρτες
τον βλέπω κάθε μέρα να μπαίνει.
Αθόρυβα, σιωπηλά,
σέρνεται στις σκιές
και είναι πάντα καλεσμένος
του φόβου μου.
Κάθεται δίπλα μου
σαν παλιά μνήμη που δεν έσβησε ποτέ.
Με αγγίζει απαλά,
με δέρμα παγωμένο
και με αφήνει έντρομη
με μισή ανάσα,
με μισή φωνή.
Κρύβομαι σε λέξεις,
σε φωτεινές γωνιές,
σε όνειρα που αλλάζουν πρόσωπα,
μα εκείνος
με βρίσκει.
Πάντα… πάντα με βρίσκει.
Μου ψιθυρίζει την αλήθεια
που δεν θέλω ν’ ακούσω.
Πως είμαι στάχτη σε αναμονή,
πως όλα όσα κρατώ
είναι ήδη φθαρτά
κι εγώ το ξέρω,
πάντα το ήξερα,
από παιδί ακόμη.
Κι όμως,
όταν καταφέρω και του ξεφεύγω,
έστω και για μια στιγμή
κι ανασαίνω λίγο φως,
νιώθω μια λύτρωση
μια τόσο δυνατή λύτρωση
που σχεδόν με πονά.
Φοβάμαι.
Το ξέρω πως στο τέλος
θα με πιάσει.
Κι ό,τι είμαι,
κι ό,τι αγάπησα,
θα χαθεί μαζί μου
σαν βαθύς αναστεναγμός
που σβήνει,
στο πρώτο φως της αυγής.
_
γράφει η Έλενα Γιαννούλη








0 Σχόλια