Select Page

Ο Λόυδ Ιοζμεμάς και τα Κο-άλλα

Ο Λόυδ Ιοζμεμάς και τα Κο-άλλα

gravoura-makris

«Χορός: Ερεχθείδαι το παλαιόν όλβιοι και θεών παίδες μακάρων, ιεράς χώρας απορθήτου τ’ άπο φερβόμενοι κλεινοτάτην σοφίαν, αιεί δια λαμπροτάτου βαίνοντες αβρώς αιθέρος,…»

Χορός: Ερεχθείδες, από παλιά ευτυχισμένοι, παιδιά καλότυχων θεών, από ιερή χώρα απόρθητη, που τρέφεστε με πολυδόξαστη σοφία, που πάντοτε περπατάτε μαλακά κάτω από λαμπρότατον ουρανό» 

Μήδεια του Ευριπίδη, στίχοι 824 – 830, Μετάφραση Θ. Γ. Μαυρόπουλος, Εκδόσεις ΖΗΤΡΟΣ, Αθήνα 2007

Όταν παίρνεις σημαντικές αποφάσεις για το μέλλον, πρέπει να εφεύρεις ένα ανάλογο παρελθόν. Ίσως γι’ αυτό διαλέγω τον Λόυδ ανάμεσα σε τόσους περασμένους προγόνους-συγγενείς μου.

Τι είναι όμως αυτό που με οδηγεί σήμερα σε έναν από τους πιο αχνούς οικογενειακούς μύθους των παιδικών μου χρόνων;

Κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες, σαν δρομείς μεγάλων αποστάσεων στριμώχνονται στο τέλος της κούρσας του χρόνου κάποιες μορφές και πασχίζουν, κόβοντας πρώτες το νήμα της ανυπαρξίας τους, να ξαναϋπάρξουν σαν ανάμνηση.

Και κάποιοι, νικητές σ’ αυτόν τον αγώνα, κερδίζουν μια θέση στη σκέψη μερικών, άγνωστων σ’ εκείνους, επιγόνων. Σαλεύοντας ανεπαίσθητα μέσα στις κορνίζες των παλιών φωτογραφιών τους, αλλάζοντας αδιόρατα τη θέση των ματιών ή κουνώντας έναν ώμο ή δάχτυλο, αναζητούν σαν χάδι το ξεχωριστό βλέμμα ή τη μνημόσυνη σκέψη. Καταφέρνοντας με τρόπους παράξενους να αναδυθούν από τη λήθη.

Έτσι κι ο Λόυδ Ιοζμεμάς.

Ξέρω πολύ λίγα γι’ αυτόν. Ελάχιστα. Σαν βιβλίο με χλωμή και δυσανάγνωστη ράχη στο πιο ψηλό ράφι της βιβλιοθήκης. Που όλο λες «να το κατεβάσω, μωρέ, να του ρίξω μια ματιά, να θυμηθώ τι λέει»… Αλλά πού η σκάλα, πού ο χρόνος και η διάθεση. Τόσο λίγα ξέρω για τον Λόυδ, τόσο μακρινός μου είναι, που θα μπορούσα να γράψω ολόκληρο μυθιστόρημα για την αρχαία αλλά και επέκεινα νοήσεως ζωή του που ακόμα κατοικεί στα αυθαίρετα μισόλογα της οικογένειας.

Ο μύθος του ήταν ακόμα ζωντανός όσο ζούσε η γιαγιά μου. «Αχ! Ο Λόυδ μας!» αναστέναζε πάνω από μια φωτογραφία του Λόυδ παιδιού με ναυτικά. «Ήταν τόσο ξεχωριστός, απ’ ό,τι λέγανε… Αλλά και τόσο όμοιος με μας, τόσο δικός μας είχε γίνει…» ψιθύριζε συγκινημένη, καθώς ―δασκάλα η ίδια― συχνά μας θύμιζε τα σχολεία που έχτισε με το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του ο Λόυδ Ιοζμεμάς. Κρατώντας μόνο όσα θα του επέτρεπαν να ζήσει με σχετική αξιοπρέπεια τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του. Κάτι σαν ευεργέτης ας πούμε. Παρ’ όλο που κανένας δρόμος δεν πήρε ποτέ το όνομά του και κανένα από τα σχολεία που έχτισε σε Αλεξάνδρεια, Αθήνα και Σμύρνη δεν μακροημέρευσαν όσο και όπως εκείνος έλπιζε.

Όταν όλη η οικογένεια είχε ήδη εγκατασταθεί στην Αλεξάνδρεια, η μικρή αδερφή του προπάππου της μητέρας μου γνώρισε έναν Εγγλέζο εφοπλιστή και έμπορο αποικιακών προϊόντων και γουναρικών. Η γνωριμία έγινε σε έναν χορό της Ελληνικής Εφημερίδας “Η Σφιγξ”. Πάνω στον χορό ―πόλκα, φοξ-τροτ ή τάνγκο, δεν έμαθα ποτέ― εκείνος της άγγιξε ―τυχαία άραγε;― το στήθος. Και μέσα σε μιαν ηδονική παρόρμηση της στιγμής, η όμορφη αδερφή τού προπάππου αποφάσισε να θηλάσει τα νόμιμα παιδιά που θα της έκανε εκείνος ο ―μεταξύ άλλων, όπως ήδη είπα― έμπορος τριχωτών επιδερμίδων ζώων και κάτοχος περιουσίας συγκρίσιμης με του Μπενάκη. Φαίνεται ότι εκείνος ο έμπορος ήξερε να χαϊδεύει και γυναικείες επιδερμίδες.

Το πρώτο και τελευταίο παιδί που θήλασε η θεία του παππού της μαμάς μου, ήταν ο Λόυδ Ιοζμεμάς.

Αμέσως μετά τον απογαλακτισμό του άρχισε να φυτεύει ευκαλύπτους στην έρημο που ο δρόμος για τις πυραμίδες την έκοβε στα δύο όπως ένα τρεχαντήρι, ψάχνοντας για σφουγγάρια μεταξύ Καλύμνου και Λιβύης, μπορεί να διχοτομήσει τη Μεσόγειο θάλασσα σε δυο νοητά αλλά ισότιμα μέρη.

Τα Κο-άλλα τρώνε φύλλα ευκαλύπτων. Τα Κο-άλλα έχουν γούνα. Τα Κο-άλλα έγιναν πηγή μυθικού πλούτου για τον Λόυδ αλλά η ζωή τους, επειδή ακριβώς ήταν Κο-άλλα, δεν είχε άλλη αξία για κείνον.

Τα Κο-άλλα δεν κλαίνε όταν τα γδέρνουν. Κι αν κλαίνε, κανείς ―όταν μάλιστα είναι ο Λόυδ Ιοζμεμάς― δεν τα ακούει. Όπως και οι νεκροί των άλλων βυθίζονται σε σιωπές όταν τους πλένουν για το σάβανο. Όπως δεν κλαίνε και τα χρόνια που χάθηκαν στο ανιστόρητο παρελθόν των άλλων.

Ο Λόυδ Ιοζμεμάς όμως έκλαψε μια μέρα όταν είδε…

Αλήθεια… Τι είδε ο Λόυδ Ιοζμεμάς και έκλαψε; Και πώς αυτό το ενήλικο κλάμα άλλαξε τη ζωή του αρκετά χρόνια μετά;

Απόφευγε να πηγαίνει στο εκτροφείο-σφαγείο-εργαστήριο-βυρσοδεψείο. Μια μέρα, παραμονή πρωτοχρονιάς μεσημέρι, παραμονές κάποιου πολέμου, αποφάσισε να πάει για να ευχηθεί στο προσωπικό «Ευτυχές το Νέον Έτος». Τυπική ετήσια υποχρέωση κληροδοτημένη από τον πατέρα του.

Τότε ήταν που ο Λόυδ Ιοζμεμάς έκλαψε. Όταν είδε μια μαμά Κο-άλλα να αποχαιρετάει με δάκρυα το μονάκριβο παιδί της. Λίγο πριν το παραδώσει στα επιδέξια χέρια τού, με βαθμό συνταγματάρχη, Αθηναίου σφαγέα. Ο οποίος, με μια ολόχρυση κοφτερή πένα και με μιαν αστραφτερή κίνηση, διέγραψε το όποιο μέλλον του μικρού Κο-άλλα ως χορτοφάγου ή ψωμοφάγου υπάρξεως μετατρέποντάς το ακαριαία σε μελλοντικό γιακά γυναικείου πανωφοριού ή επίσημο συλλυπητήριο τηλεγράφημα.

Πέρασαν χρόνια από τότε και κάποια μέρα ―παραμονή Πρωτοχρονιάς ήταν και πάλι― ο Λόυδ Ιοζμεμάς έσκυψε πάνω από τα λογιστικά βιβλία του και είδε τις τεράστιες εκτάσεις της γης του, τις καλυμμένες με ευκαλύπτους, να μετατρέπονται σε σωρούς ξεραμένων Χριστουγεννιάτικων δέντρων χωρίς στολίδια ή φωτάκια. Έβγαλε το πορτοφόλι του και βάλθηκε να μετράει επί ώρα τα χαρτονομίσματα που δεν ήταν επιδερμίδες ζώων αλλά στεγνός συμπιεσμένος πολτός από σάρκες δέντρων, με καλλιγραφημένους αριθμούς και πολύπλοκα σχέδια.

Θολά κοιτάζοντάς τα, ενώ τα μετρούσε και τα χάιδευε, του φάνηκαν σαν αεροφωτογραφίες μυθικών πόλεων που θα μπορούσαν να είναι οι χαμένες του πατρίδες.

Κι αλήθεια, ήταν όντως χαμένες πατρίδες. Οι ευκάλυπτοι είχαν γίνει χαρτοπολτός από καιρό καθώς κανένας πια δεν ενδιαφερόταν για γούνες από Κο-άλλα. Και όλα τα Κο-άλλα είχαν εξοντωθεί· προσφέροντας τη σάρκα τους ―μέσα σε κονσέρβες― τροφή για πλούσιους σκύλους. Λάθος. Δεν υπάρχουν πλούσιοι σκύλοι. Μόνο σκύλοι πλουσίων.

Όσα Κο-άλλα δεν εξοντώθηκαν με χίλιες χιλιάδες φριχτούς θανάτους, στριμώχνονταν ―άβουλα όσο και πριν― σε διαδρόμους πολυκαταστημάτων, εργοστασίων και τραπεζών.

Ο  Λόυδ Ιοζμεμάς μέτρησε εκείνα τα χαρτονομίσματα, τα βρήκε ελάχιστα σε σχέση με τα μικρά δάκρυα εκείνης της ―την θυμόταν πάντα. Πώς θα μπορούσε να ξεχάσει;― μαμάς Κο-άλλα και χαστούκισε τον καθρέφτη ο οποίος και έσπασε με ένα καγχαστικό επιφώνημα ευχάριστης έκπληξης.

«Καλή Χρονιά» ευχήθηκε το ίδιο βράδυ στη γηραιά μητέρα του· δίνοντάς της ένα φιλί σαν του Ιμπραήμ στον Παπαφλέσσα, παρ’ όλο που ήταν ζωντανή ακόμη.

Και εκείνη ―μπορεί κι από το ζούληγμα της καρφίτσας με την καμέα― δέχτηκε την ευχή και το φιλί του μονάκριβου γιου της σαν τσίμπημα στο στήθος της όπου κάθε ερωτικό ή μητρικό ίχνος είχε δώσει τη θέση του σε ζάρες καταφύγια μικρών και μεγάλων θανάτων. Ήταν από χρόνια χήρα του Εγγλέζου αποικιοκράτη και εφοπλιστή και είχε τόσο συνηθίσει στον πλούτο που για μια στιγμή τής πέρασε η ιδέα της παιδοκτονίας. Αλλά ο Λόυδ Ιοζμεμάς δεν ήταν γραφτό να πάει από το χέρι της μάνας του. Κι ας έλεγε ό,τι έλεγε η γιαγιά ―που ήταν και δασκάλα― για τη μεγάλη Μήδεια, την πατρίδα.

Έκτοτε και μέχρι τον θάνατό του, ο Λόυδ Ιοζμεμάς τρεφόταν με σελίδες βιβλίων, μαστίχα Χίου, λαχανάκια Βρυξελλών και φύλλα ευκαλύπτου. Αφού, όπως είπα και στην αρχή, είχε μετατρέψει το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του σε αίθουσες διδασκαλίας μικρών ανθρώπων· με τον δυσερμήνευτο ―όσο και πρακτικά ανεφάρμοστο ― όρο να διδάσκουν μόνο δάσκαλοι πτυχιούχοι αγάπης.

Και μετά, μ’ ένα τεράστιο άπνοο μακροβούτι που τον οδήγησε μέχρι τη σκέψη μου, βυθίστηκε στις μνήμες των λίγων συγγενών του.

Μια γκραβούρα ―οξυγραφία ή ακουατίντα την έλεγε ο παππούς―, βασισμένη σε φωτογραφία από την εποχή της δόξας του, κοσμεί ακόμα το σαλόνι μου. Κι ο παππούς, κάθε φορά που την κοίταζε, έλεγε μ’ ένα πονηρό χαμόγελο που στόχευε περισσότερο στην όμορφη συνοδό του Λόυδ:
«Αν και τόσο ξεχωριστός, ο Λόυδ Ιοζμεμάς ήταν ολόιδιος με μας».

Χωρίς να είμαι απολύτως σίγουρος αν είναι πραγματικά ο Λόυδ Ιοζμεμάς αυτός στην εικόνα ―κι αν πράγματι ήταν ολόιδιος με μας― έτσι θέλω να αποκαλώ αυτόν τον γενειοφόρο πρόγονο.

Που, για να πω την αλήθεια, δεν είναι ακριβώς πρόγονος γιατί πέθανε άκληρος. Ακόμα κι έτσι όμως, βουβά τον μνημονεύω ―μαζί με άλλους― κάθε φορά που εύχομαι «Καλή Χρονιά» στους αγαπημένους μου και στα Κο-άλλα.

_

γράφει ο Κωστής Α. Μακρής

 

_____
Σημειώσεις:

1. Κο-άλλα ονομάζω κάθε ζωντανό πλάσμα που δεν συγκαταλέγεται στα Κο-δικά μας.

2. Η γκραβούρα που συνοδεύει το κείμενο είναι από τη συλλογή του JIM HARTER, “Transportation, a pictorial archive from 19th Century sources” (Copyright free illustrations for Artists & Designers), DOVER PUBLICATIONS, INC. NEW YORK, 1984.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

1 σχόλιο

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Ακολουθήστε μας!

Ακόλουθοι

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!