Ο Μ. Καραγάτσης και οι γυναίκες

19.06.2020

γράφει η Βάλια Καραμάνου

Ο Δημήτριος Ροδόπουλος (23 Ιουνίου 1908 − 14 Σεπτεμβρίου 1960) υπήρξε μια εξέχουσα λογοτεχνική μορφή της γενιάς του ’30 με πλούσιο συγγραφικό έργο και κριτικές θεάτρου στο ενεργητικό του. Αναντίρρητα, ως λογοτέχνης σε τυραννάει ανελέητα, μη μπορώντας ν’ αφήσεις τα έργα του από τα χέρια σου μέχρι το δραματικό τέλος τους, ενώ σε κατακλύζουν δυνατές εντυπώσεις για πολύ καιρό μετά. Το ψευδώνυμό του «Μ. Καραγάτσης» – άλλο ένα σημείο της μυστηριακής προσωπικής γοητείας του και της πολυτάραχης σχέσης με τον πατέρα του- το πήρε από το ρωσικό Μίτια («Αδερφοί Καραμαζώφ») και το καραγάτσι, την φτελιά στην σκιά της οποίας καθόταν και διάβαζε.

Υπήρξε ιδιόρρυθμη προσωπικότητα με συγγραφικές εμμονές, όπως τα δίπολα, με κυρίαρχο αυτό του έρωτα στην πιο ακραία του διάσταση και τον τιμωρητικό θάνατο. Υπάρχει ερωτικό πάθος χωρίς θάνατο; διερωτάται διαρκώς ο Καραγάτσης και η απάντηση έρχεται συντριπτική στα έργα του πως αναμφίβολα όχι («Ο Εωσφόρος και ο Αρχάγγελος πάνε μαζί», Η Μεγάλη Χίμαιρα). Ακόμα και οι μοιραίες ερωτικές ενώσεις των ηρώων (που γίνονται μόνο μία φορά) θυμίζουν πολεμική πράξη με την ζωώδη και αδυσώπητη έκρηξη της επιτακτικής επιθυμίας, που προοικονομούν το επερχόμενο τραγικό τέλος. Ο έρωτας δεν λειτουργεί απαραίτητα ως αντίδοτο στον θάνατο, αλλά ενσωματώνεται σε αυτόν δίνοντάς του μια διαφορετική διάσταση. Όσο βίαιος είναι ο συγγραφέας απέναντι στα ερωτικά ζευγάρια κατά την διάρκεια της ύστατης ένωσης, τόσο τρυφερός μπορεί να φανεί σε μια απλή περιγραφή ενός παιδιού που πεθαίνει απρόσμενα. Ως μοιρολάτρης, παραμένει υποταγμένος –παρά την μάταιη αντίσταση των ηρώων του- πότε στον Φοίβο του Φωτός, στις τρομαχτικές Ερινύες ή στις ανίκητες Μοίρες και πότε στους σκοτεινούς αφρικανικούς θεούς (Άμρι α μούγκου , μετάφραση «Στο χέρι του Θεού»).

Κατηγορήθηκε από πολλούς ως σεξιστής, μια και στην αιώνια πάλη αρσενικού- θηλυκού (άλλο ένα δίπολο) το δεύτερο πάντα υποτάσσεται στο πρώτο, καθώς αυτό επιβάλλεται ως πανίσχυρος επιβήτορας. Η αλήθεια είναι πάντως πως οι ηρωίδες του Καραγάτση είναι τόσο δυνατές προσωπικότητες που δημιουργούν διφορούμενα αισθήματα στον αναγνώστη. Μοιραίες, φτάνουν τους άντρες στην Κόλαση ή στον Παράδεισο με την ίδια ευκολία, αγαπούν με πάθος πέρα από κάθε όριο και καθωσπρεπισμού και βιώνουν την λαγνεία στον υπέρτατο βαθμό της φύσης τους. Συχνά, έχουν «αντρικά» χαρακτηριστικά ή οι άντρες που τις πλαισιώνουν στις ιστορίες τους φαίνονται λιγότερο δυναμικοί, τρωτοί σε σχέση με εκείνες, αν και επιθυμούν να τις υποτάξουν. Μερικές φορές μάλιστα επιδιώκουν και οι ίδιες να υποταχθούν από κάποιο ισάξιο αρσενικό αντίπαλο. Ποια η σχέση λοιπόν του Καραγάτση με τις γυναίκες; Τις μισούσε ή τις αγαπούσε; Ήταν πράγματι σεξιστής ή όχι;

Προσωπικά, θεωρώ πως τελικά ο Καραγάτσης αγαπούσε βαθιά την γυναίκα με το αβυσσαλέο και καταστροφικό πάθος, που βιώνουν οι ηρωίδες του. Κάποια στερεότυπα, που διακρίνονται στην γραφή του, πιθανόν αποτελούν απόρροια της εποχής του και της κλειστής ελληνικής κοινωνίας. Ωστόσο, υπάρχει πάντα η ευαισθησία με την οποία διεισδύει στα Τάρταρα της γυναικείας ψυχής και κατανοεί βαθιά τους φόβους ή τους πόθους της, καταδεικνύοντας έτσι την δραματικότητα των ηρωίδων του. Η μοίρα της γυναίκας άλλωστε στο παρελθόν υπήρξε η υποταγή στο κυρίαρχο αρσενικό και αυτό ακριβώς ανατρέπει με ανορθόδοξο και ίσως μερικές φορές δηκτικό τρόπο ο συγγραφέας, ως γνήσιος εκπρόσωπος του νατουραλισμού. Βέβαια, η υπέρβαση δεν μένει ποτέ ατιμώρητη. Ή τουλάχιστον μέχρι το τελευταίο του έργο, το οποίο έμεινε ημιτελές.

Ας δούμε το θέμα όμως λίγο πιο αναλυτικά: στον «Κίτρινο Φάκελο» ο διαβολικός και ευφυής δικηγόρος Μάνος Τασάκος υφαίνει τον ιστό του γύρω τα ανυποψίαστα θύματα του κοινωνικού του περιγύρου, έναν κύκλο της υψηλής κοινωνίας, καθώς επιθυμεί να δημιουργήσει ένα «ζωντανό» μυθιστόρημα με ήρωες τον ανιψιό του Νίκο, τον φίλο του νομπελίστα Κώστα Ρούση και τον γιο του. Η ιστορία φτάνει ως την αινιγματική αυτοκτονία του δικηγόρου. Όλα τα έχει υπολογίσει ο αδίστακτος Μάνος εκτός από την Μαρία. Πάντα υπάρχει μια Μαρία, μοιραία, ωραία και μπλεγμένη με τον ανιψιό του (θείος- ανιψιός/ ανιψιά σε ερωτικό τρίγωνο, είναι ένα ακόμα εμμονικό συγγραφικό μοτίβο στην γραφή του Καραγάτση). Στην πραγματικότητα, η Μαρία αποτελεί την αρσενική εκδοχή του κεντρικού ήρωα, που θα τον φτάσει στα όρια του πιο ακραίου πάθους, καθώς θα τους ενώσει η κοινή τους Μοίρα. Η γυναίκα δεν διστάζει να σταθεί απέναντί του και να αποδομήσει κάθε σεξιστική θεωρία και υποκριτικό στερεότυπο:

«Θέλεις το καμουφλάρισμα», λέει στον Τασάκο, «κι εγώ έχω ξεμασκαρευτεί».

 

Στο «Άμρι α μούγκου» υπάρχει άλλο ένα μοιραίο ερωτικό τρίγωνο, που λαμβάνει χώρα στην Αφρική. Στα χέρια του Θεού (σύμφωνα με την μετάφραση του τίτλου) , της Μοίρας, του θανάτου και του έρωτα, εκεί που ακόμα και οι ξένοι θεοί της Μαύρης Ηπείρου ξαφνιάζονται από τον ανθρώπινο πόνο και την σκληρότητα. Ο Σπύρος και ο Αντρέας είναι αδερφικοί φίλοι και κυνηγούν φαντάσματα και όνειρα στην γοητευτική μαύρη ήπειρο. Ανάμεσά τους μια ακόμη μοιραία Μαρία, η γυναίκα του Σπύρου και ταυτόχρονα το ερωτικό απωθημένο του Αντρέα. Ο πόνος, ο πόθος και το αδιέξοδο κορυφώνονται στην σκηνή του παράνομου σμιξίματός τους, όμοια με σκηνή πάλης. Ο Αντρέας ενώνεται ερωτικά με την Μαρία, ενώ ο αδερφικός του φίλος και σύζυγός της ψυχορραγεί στην διπλανή σκηνή. Μαζί τους ολόκληρη η πλάση μαίνεται. Ένα σμίξιμο μόνο αρκεί για να φέρει και το δικό του τέλος, καθώς ο Αντρέας αμέσως μετά εξαφανίζεται για πάντα στην ζούγκλα. Στην περίπτωση αυτή, έχουμε άλλη μια Μαρία που ξυπνά τα πάθη, αλλά παραμένει υποχείριο του αντρός. Ή μήπως όχι; Αυτή τελικά επιβιώνει, αλλά μόνο για να βρεθεί ξανά στο πλευρό ενός άλλου ισχυρού άντρα, αφού έχει τιμωρηθεί ικανοποιητικά για το αμάρτημά της.

Οι δύο μοιραίες Μαρίες πάντως επισκιάζονται σχεδόν από την ακόμα πιο αιρετική Μαρί(ν)α της «Μεγάλης Χίμαιρας». Πρόκειται για μια θεότητα Νορμανδική που θα συγκρουστεί με την ελληνική, μια Χίμαιρα, ένα τέρας-τοτέμ, μια γυναίκα στον ύψιστο βαθμό μοιραία: φαίνεται αδύναμη, λόγω της οικογενειακής της κατάστασης, ωστόσο είναι παντοδύναμη, πανέμορφη και μορφωμένη. Δραπετεύει από την πατρίδα της και χωρίς δισταγμό ακολουθεί τον καπετάνιο Γιάννη στο νησί του. Μαζί του γνωρίζει τον έρωτα, την αγάπη, την θαλπωρή και την οικογενειακή ευτυχία. Ζουν ευτυχισμένοι στο πλούσιο σπίτι τους στο νησί μαζί με την δεσποτική πεθερά της (άλλη μια κυριαρχική και αρχετυπική θηλυκή φιγούρα) και την κόρη τους Αννούλα. Συνυπάρχουν λοιπόν η μεγάλη χίμαιρα, η νεότερη και η μικρή αθώα (διόλου τυχαία την νύχτα του θανάτου της η μικρή φοράει αποκριάτικη στολή χίμαιρας). Όμως υπάρχει και ο Μηνάς, ο αδερφός του Γιάννη, που ο Εωσφόρος τον οδηγεί στον αδιέξοδο έρωτα της Μαρίνας. Χρόνια μαρτυρικής σιωπής ανάμεσά τους στην απεγνωσμένη προσπάθειά τους να καταπνίξουν την μεταξύ τους αδυσώπητη έλξη, γκρεμίζονται σε μια μόνο νύχτα. Ο Μηνάς κάνει έρωτα με την Μαρίνα σε μια βίαιη και καταστροφική συμπλοκή, ενώ η μικρή Αννούλα ψυχορραγεί στο άλλο δωμάτιο. Το αμάρτημα τούτη την φορά είναι μεγάλο- πιο μεγάλο από κάθε άλλης ηρωίδας- και γι’ αυτό το τίμημα είναι το πιο βαρύ: πληρώνεται με τον θάνατο των ηρώων και τίποτα λιγότερο. Φαντάζει ασύλληπτο το πως μια μητέρα θυσιάζει τα πάντα- ακόμα και το παιδί της- μπροστά στο διάβα του σαρωτικού έρωτα. Προσωπικά, όσο και να συμπόνεσα τα μετέπειτα βάσανα της Μαρίνας δεν την συγχώρεσα ποτέ, ώσπου διάβασα «Το Δέκα».

 

Θεωρώ πως το τελευταίο ημιτελές μυθιστόρημα του Καραγάτση έρχεται να δικαιώσει το θηλυκό φύλο, να μας συμφιλιώσει με κάθε Μαρία (υπάρχει και σ’ αυτό η ομώνυμη όμορφη νεαρή πόρνη) και γενικά κάθε γυναίκα. Το Δέκα αποτελεί το κτήριο των παλιών οινοποιείων Καλογερά, όπου έχουν βρει καταφύγιο άνθρωποι της κατώτερης τάξης στην πλειοψηφία τους και πληρώνουν νοίκι στο Αναστάσιο Καλογερά, τον πλούσιο ιδιοκτήτη. Πληθώρα ηρώων παρελαύνει στο παλιό οίκημα στον Πειραιά ζωγραφίζοντας με τα πιο γλαφυρά χρώματα την ζωή της γειτονιάς. Οι κεντρικοί ήρωες εδώ είναι καθημερινοί άνθρωποι του μεροκάματου και της φτώχειας, σε αντίθεση με τα προηγούμενα έργα του. Δράματα, έρωτες, ίντριγκες, πόνος, χαρά είναι μόνο μερικές από τις πτυχές της ζωής των ηρώων. Κυρίαρχες πάντα είναι οι γυναικείες φιγούρες, περισσότερο «άντρες» από κάθε άντρα, τολμηρές, θαρραλέες, σκληρά εργαζόμενες έξω ή μέσα στο σπίτι τους, διεκδικούν εκεί που οι άντρες τους δειλιάζουν: η Ελενάρα παλαίμαχη πόρνη του λιμανιού- γνωρίζει τα πάντα και στηρίζει με τον τρόπο της τους πάντες, αγαπώντας την ζωή – παρά την φτώχεια της και το γεγονός πως έχει καταντήσει ένα σωματικό ράκος. Η Μαρία– νεαρή πόρνη- κουμαντάρει πλήρως τον εαυτό της και δεν διστάζει να ανατρέψει ολόκληρη την ζωή της για την αγάπη του νεαρού και όμορφου Κίτσου. Η Ειρήνη, μια ματαιόδοξη γυναίκα, που ονειρεύεται να κληρονομήσει το Δέκα, δεν διστάζει να γίνει ερωμένη του Τάσου Καλογερά, του πλούσιου ιδιοκτήτη, προκειμένου να τον κληρονομήσει. Με την ίδια ευκολία κουμαντάρει και τον άβουλο σύζυγό της. Κι ενώ εκείνος την μειώνει διαρκώς για τις ατασθαλίες της, όταν τελικά καρπωθεί το οίκημα και τα κέρδη του, θα συναινέσει σιωπηλά στην κατάσταση. Πολλές άλλες γυναικείες φιγούρες πλαισιώνουν το έργο, όπως οι κουτσομπόλες της γειτονιάς (πχ, η παντοφλού), οι ανύπαντρες συντηρητικές αδερφές του καφετζή, η νεαρή και ανυπόμονη αγαπημένη του Άννα, που περιμένει την αποκατάστασή της – μια και προηγείται ο γάμος των αδερφών, ακόμα και η ηλικιωμένη μητέρα του νεαρού επιχειρηματία Μιχαήλ που φτιάχνει κρέμες προσώπου και τις εμπορεύεται με μεγάλα επαγγελματικά οράματα και βλέψεις. Οι γυναίκες (και οι άντρες αντίστοιχα) παρελαύνουν μαζικά σε αυτό το έργο (η αναφορά μου είναι μόλις ενδεικτική). Μερικές στηρίζουν σταθερά με την σιωπηλή παρουσία τους τον ρόλο τους, άλλες κραυγαλέα. Πάντως, σε όλες τις περιπτώσεις προασπίζονται με πάθος και απόλυτη αυταπάρνηση ό, τι αγαπούν και θεωρούν δικό τους, αντιμαχόμενες πάντα σθεναρά τους άντρες ή τα αντρικά στερεότυπα της εποχής:

«(Δέσποινα) Αν θέλω να γίνω πλούσια, μπορώ θαυμάσια να το καταφέρω για λογαριασμό μου.”

“Τι θες να πεις;” ανησύχησε ο Ευάγγελος.

“Έσυ θέλεις να γίνω ερωμένη του θείου σου, για να σου αφήσει κληρονομιά το “10”. Ξεχνάς πως με τις ίδιες προϋποθέσεις, πιθανότερο, ο Καλογεράς να κάνει εμένα κληρονόμο του παρά εσένα;”

Ο ανυποψίαστος κυνισμός της τον τρόμαξε.

“Είσαι πολύ πόρνη!”

“Περισσότερο απ’ όσο θα ήθελες, ε; Οπωσδήποτε μην ξεχνάς το ενδεχόμενο πως μπορεί μια μέρα να γίνω θεία σου!”

Το αίμα του ανέβηκε στο κεφάλι. Τα μάτια του σκοτείνιασαν. Της τράβηξε δυο γερά χαστούκια.

“Πόρνη!”

 

Ο Πειραιάς αναστενάζει, ζει, ερωτεύεται και ονειρεύεται μέσα στις λάσπες και στα σοκάκια της Καστέλας. Γιορτάζει τον Άη Γιάννη τον Κλύδωνα, την Παναγιά του Δεκαπενταύγουστου, την γιορτή της Μαρίας.

Ανάμεσά τους κυρίαρχη μορφή είναι η Δέσποινα – άλλη μια συνονόματη εκδοχή της Μαρίας- η απόλυτη γυναίκα και θετική ηρωίδα: όμορφη, δοτική, αριστοκρατική, υποδειγματική μητέρα και σύζυγος του Ευάγγελου Νταηγιώργη, ανιψιού του Καλογερά, ενός κατώτερου και μίζερου άντρα. Αυτός είναι που θα της προτείνει να αποπλανήσει τον θείο του Τάσο προκειμένου να κληρονομήσουν το Δέκα. Εκείνη δέχεται πληγωμένη, αλλά από εκείνη την στιγμή ο γάμος τους τελειώνει και ξεκινά ένας μεγάλος έρωτας. Η Δέσποινα ερωτεύεται τον Τάσο Καλογερά, που παραμερίζει κάθε άλλη γυναίκα για την αγάπη της και ζει τον μεγάλο έρωτα στην αγκαλιά της, παρότι διάγει τελευταίες του εβδομάδες, μια και είναι καρδιοπαθής (όπως ακριβώς και ο Καραγάτσης, που πέθανε από καρδιά σε ηλικία μόλις 52 ετών, προτού ολοκληρώσει το μυθιστόρημα). «Ο άντρας είναι η φωτιά και η γυναίκα ο άνεμος που την φουντώνει», αναφέρεται χαρακτηριστικά. Όλη η φωτιά του καλοκαιριού, καθώς το Δέκα βράζει, βρίσκει διέξοδο στην ένωση του Τάσου και της Δέσποινας στα πρωτοβρόχια σε έναν έρωτα ισότιμο, ειλικρινή και απόλυτα ανιδιοτελή. Ο Τάσος Καλογεράς είναι ο αντίποδας του Νταηγιώργη:

 «Σώπασε, γύρισε και την κοίταξε. Ήταν ωραίος άντρας, παρ’όλα τα χρόνια του. Ψηλός, λιγνός, με μάτια δυνατά. Τα λευκά μαλλιά και το ψαρό γένι πλαισίωναν μ’ αισθητική αντίθεση τη βαθύχρωμη μορφή. Απ’ όλη του την υπόσταση ακτινοβολούσε νοημοσύνη, ευαισθησία, δύναμη και δίψα ηδονής.

“Σ’ ευχαριστώ που ήρθες να γεμίσεις τις στερνές μέρες μου με τα νιάτα σου”, είπε».

 

Ο χωρισμός τους, με τον θάνατο του Τάσου, δεν θα γίνει βροντερά, όπως σε άλλα έργα του Καραγάτση, αλλά σαν ένας σπαρακτικός λυγμός μέσα από το τελευταίο τραγούδι που θα του τραγουδήσει μέσα στην αγκαλιά του η Δέσποινα (άλλωστε ο ήρωας είναι ήδη νεκρός στο αφηγηματικό παρόν και ζωντανεύει μόνο μέσα από τις αναμνήσεις της γυναίκας, αλλά ωστόσο παραμένει κυρίαρχος σε όλο το έργο):

«Το γιασεμί στην πόρτα σου

γιασεμί μου

το γιασεμί στην πόρτα σου

γιασεμί μου»

 

Μετά τον θάνατο του Καλογερά, η λύση της υπόθεσης απονέμεται με την απόλυτη ισορροπία ενός ανθρώπου που αγάπησε και αγαπήθηκε βαθιά, αλλά δεν πρόλαβε να ζήσει την ευτυχία, καθώς το «ριζικό» τις περισσότερες φορές έχει άλλα σχέδια (το σκληρό ανίκητο θηλυκό ουσιαστικό Μοίρα). Αν και στο Δέκα το ριζικό δεν διαδραματίζει τον πομπώδη ρόλο προηγούμενων έργων, ωστόσο η κατάληξη των ηρώων παραμένει η μοναξιά και το ανεκπλήρωτο (για παράδειγμα, η Δέσποινα γερνά ζώντας μόνο στις αναμνήσεις του νεκρού αλλά πανίσχυρου εραστή της, αρνούμενη κάθε υλική αμοιβή της διαθήκης του). Ίσως γιατί ο Καραγάτσης, χτυπημένος από το σοβαρό καρδιολογικό του πρόβλημα, νιώθει πως βρίσκεται μόνος μπροστά στο αναπόφευκτο τέλος και το μόνο που μπορεί πλέον να κάνει είναι να μιλά μέσω των ηρώων του. Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια της γριάς Ελενάρας, που έχει καταντήσει ένα ανθρώπινο «ναυάγιο»:

 «Πάντοτε η ζωή έχει ένα

απόθεμα παρηγοριάς και για τους πιο δυστυχισμένους. Κατά κάποιο τρόπο

όλοι βολευόμαστε, ώσπου να κλείσουμε τα μάτια».

 

Μαρία, Μαρία, Μαρίνα, Δέσποινα: μερικές μόνο από τις «γυναίκες» του Μ. Καραγάτση. Όσο και να τον ταλαιπώρησαν, τον πλήγωσαν βαθιά, στο τέλος το μόνο που μένει ως απόσταγμα είναι η παράδοση άνευ όρων στην πιο μεγάλη αγάπη. «Υπάρχει άραγε;» αναρωτιέται η Δέσποινα και ο Τάσος βουρκώνει. Η απάντηση θα δοθεί με τον πιο βροντερό τρόπο λίγες μέρες μετά. «Εσύ είσαι η αγάπη!» θα δηλώσει ίσως για πρώτη φορά στην ζωή του ο Τάσος.

Αν μάλιστα ανατρέξουμε στην προσωπική αλληλογραφία του Δημήτρη Ροδόπουλου προς την αγαπημένη του Νίκη (« ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ ΔΥΟ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΩΝ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΟΥ ΓΙΟΥΓΚΕΡΜΑΝ, 1935-1937», εκδόσεις Εστία 2019), θα λάβουμε την ανάλογη απάντηση:

«Νίκη μου,

Ήθελα να σου πω πως σ’ αγαπώ πολύ.

Ίσως να μη το χεις καταλάβει. Μα φταίω εγώ. Μου αρέσει να εκδηλώνω παραμορφωμένα τα αισθήματά μου. Δύστροπος, στραβοκέφαλος, ανοικονόμητος, ανυπόφορος. Όχι όμως ψεύτης ούτε κάλπης. Έχεις κι εσύ τα ελαττώματά σου. Ελπίζω όμως ότι μ’ έχεις πια καταλάβει. Τίποτα δε λογαριάζω πιο πολύ από το παιδί και σένα. Εγώ -αν κι αρκετά εγωιστής- έρχομαι παρακάτω. Τα υπόλοιπα δεν λογαριάζουν…»

 

[Αρχές Αυγούστου 1950]

(από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Ημερολόγιο 2021 – Πρόσκληση

Ακολουθήστε μας!

Κερδίστε το!

Κερδίστε το!

Κέρδισέ το!

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου