Ο πόθος

3.07.2016

kiss_sunset

Έβραζε το αίμα μας

τσουρούφλιζε η ψυχή μας

Και τα κορμιά μας ανάκατα

σαν φίδια σέρνονταν

Της ηδονής τον θερμό σκοπό

λάγνα τραγουδούσαν

Είχες προλάβει με το βλέμμα να με γδύσεις

Σπίθες πετάγονταν

επάνω μας φουριόζες

Και σκάλιζαν σάρκα και ψυχή

και υπέφερα από πόθο

Είχα προλάβει με των δακτύλων μου

τις άκρες

πάνω σου να περπατήσω

Στα αυτιά, στα χείλη, στο λαιμό

σε άγγιξα για να σε βασανίσω.

Αμέσως παραδόθηκες

από τον πόθο προδόθηκες

Και ξεκινήσαμε, σαν τα θεριά

σαν πυρωμένα αγρίμια

που απερίσκεπτα, δυναμικά

αφήνουν πίσω τους συντρίμμια

Ταξίδι πήγαμε εκεί

που σμίγουν τα ένστικτά μας

Παλέψαμε ώρα πολλή

ξεσπάσαν τα κορμιά μας

Μες στου ιδρώτα μας την άλμη, βαπτιστήκαμε

σ’ ένα μυστήριο εκστατικό

που Δαίμονες μα και Θεούς

σε αβύσσου καταρράκωση ρίχνει

χωρίς αιδώ καμία

Και ήμασταν άπληστοι και οι δυο

Θέση δεν έχει η χόρταση

στου πόθου τα τερτίπια

Με των κορμιών μας τους χυμούς

ολούθε να μας ζώνουν

λάφυρα από την ένωση

που οι Θεοί ζωή την λένε

Κλήση δεχτήκαμε ξανά από το Μέγα Πάθος

Και ο Χρόνος έφυγε από μας, γοργός

Ποιος να τον παραβγεί μπορεί;

Με ζέση μας συνάντησε

Η ροδοδάκτυλος Αυγή

 

_

γράφει ο Ιωάννης Γιαννόπουλος

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Ακολουθήστε μας!

Οι προσφορές των εφημερίδων

Οδηγός ιστοσελίδας

Κερδίστε το!

Αρχείο

Διαβάστε κι αυτά

Το κλειστό σπίτι

Το κλειστό σπίτι

Ένα παιδί πεθαίνει στο σπίτι. Κουρτίνες κλειστές. Λίγο φως ξεφεύγει τα βράδια.  Καθόλου φως δεν μπαίνει. Κι ας είναι καλοκαίρι.   Στον κήπο το ποδήλατο του μεγάλου αδερφού. Της είναι μεγάλο. Αλλά θα το πάρει σε κανα δυο χρόνια. Που δεν θα 'ρθουν.    Τα...

Το ερώτημα

Το ερώτημα

Ο πίνακας μιας μέρας σου. Πλάσε χαρά, πλάσε ζωή, αξίες και ομορφιά η αύρα σου θ’ αγγίξει ανθρώπους πιο βαθιά ωραία συναισθήματα στη σύνθεση μιας μέρας πομπός ελπίδας, άνοιξης, στο φάσμα μιας εσπέρας. Το κάδρο των αισθήσεων γέμιζε με αγάπη μια θάλασσα χαμόγελα στου ουρανού τον χάρτη.

Ταραγμένοι καιροί

Ταραγμένοι καιροί

Άρρωστο το κύμα ξεψυχάει στην αμμουδιά. Θύελλες μου είχες τάξει φουρτουνιασμένα νερά. Κι εγώ ήσυχος κάλπαζα σε αναζητήσεις γι' άγριους καιρούς κι αιθερογέννητους βοριάδες. Με υποσχέσεις έωλες και χλιαρές σιωπές πότισες το βλέμμα μου μια θάλασσα λάδι να με κρατάει...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου