
Ο Ρινόκερο(ω)ς
Ευγένιος Ιονέσκο
«Δεν θα γίνω ποτέ σαν εσάς!»
–
γράφει η Βάλια Καραμάνου
–
Το 1959 ο Ευγένιος Ιονέσκο παρουσιάζει το θεατρικό του έργο με τίτλο «Ο Ρινόκερος», που ανήκει στο θέατρο του παραλόγου, μια και το θέμα του είναι μια μεγάλη αλληγορία. Αφορμή για την συγγραφή του υπήρξε ο ναζισμός και η εξάπλωσή του στην Ευρώπη. Για την ακρίβεια, ένα γεγονός πυροδότησε την γέννηση του Ρινόκερου: το 1938 ο συγγραφέας Ντενί ντε Ρουζμόν βρέθηκε στην Νυνεμβέργη σε μια ναζιστική εκδήλωση, όπου εμφανίστηκε ο Χίτλερ. Το πλήθος σε κατάσταση υστερίας αποθέωνε τον μικρόσωμο δικτάτορα σε τέτοιο βαθμό, που ο «ηλεκτρισμός» του έγινε αισθητός και στον ίδιο τον συγγραφέα, προς μεγάλη έκπληξή του. Έτσι, γεννήθηκε αυτό το θεατρικό του παραλόγου, προκειμένου να ερμηνεύσει την παράδοξη γέννηση και εξάπλωση μιας τόσο απάνθρωπης και αποκτηνωτικής νόσου, όπως ο ναζισμός ή αλλιώς «ρινοκερίτιδα».
Το θεατρικό έργο χωρίζεται σε τρεις πράξεις και διαδραματίζεται σε μια μικρή επαρχιακή πόλη της Γαλλίας, όπου όλα κυλούν ομαλά. Πρωταγωνιστής είναι ο Μπερανζέ, ένας «μέσος πολίτης» όπως χαρακτηρίζεται, που δεν είναι ιδιαίτερα φιλόδοξος και ενίοτε παρασύρεται από το αλκοόλ και την ασωτία. Στον αντίποδά του βρίσκεται ο φίλος του Ζαν, που είναι αεικίνητος, υπέρμαχος της υγιεινής και κοινωνικής ζωής. Μέσα από τους διαλόγους της πρώτης πράξης, κατά την οποία πίνουν καφέ στην κεντρική πλατεία, ο Ιονέσκο εκφράζει μέσα από τον κεντρικό ήρωά του την αδυναμία του «να συμβιβαστεί με την ζωή του, με τον ίδιο του τον εαυτό», με τον κομφορμισμό γενικότερα. Αντίθετα, ο Ζαν θεωρεί πως «ανώτερος άνθρωπος είναι αυτό που συμβιβάζεται με το καθήκον». Καθώς λοιπόν ο Μπερανζέ παλεύει να βρει ουσία στις συμβουλές του φίλου του, κάνει την εμφάνισή του ο πρώτος αφηνιασμένος ρινόκερος, που διασχίζει τρέχοντας την πόλη. Στο πέρασμά του σηκώνει κάμποση σκόνη και καταπλακώνει μια γάτα.
Η έκπληξη των κατοίκων είναι τεράστια, καθώς αδυνατούν να πιστέψουν κάτι τόσο παράλογο, ένα ογκώδες άσχημο παχύδερμο κυκλοφορεί μαινόμενο ανάμεσά τους. Σύντομα, η αρχική έκπληξη θα μετατραπεί σε τρόμο, καθώς οι ρινόκεροι πληθαίνουν και εισβάλλουν παντού, ακόμα και στο γραφείο που εργάζεται ο Μπερανζέ. Μάλιστα, μια γυναίκα αναγνωρίζει τον μεταμορφωμένο σύζυγό της και συνάδερφο του ήρωα στην μορφή ενός αφηνιασμένου ρινόκερου που γκρεμίζει την είσοδο του γραφείου. Ωστόσο, αποφασίζει- έστω και έτσι- να τον ακολουθήσει ως αφοσιωμένη σύζυγος.
Σύντομα, το φαινόμενο αυτό αποκτά τεράστιες διαστάσεις, καθώς πλήθη ρινόκερων κατακλύζουν την πόλη. Ανάμεσά τους και οικεία πρόσωπα, όπως ο ορθολογιστής/φιλόσοφος της πόλης, ο προϊστάμενος του Μπερανζέ και – το κυριότερο και πιο τρομαχτικό- ο φίλος του ο Ζαν. Μάλιστα, η μεταμόρφωση του τελευταίου λαμβάνει χώρα μπροστά στα μάτια του ήρωα, που σοκάρεται όχι μόνο από την αγριότητα της μορφής του αλλά και από τα τελευταία ανθρώπινα λόγια του: «Ο ουμανισμός πέθανε, ο ρινόκερος είναι πιο πάνω από τον άνθρωπο», «τι πιο φυσικό από έναν ρινόκερο; Ο νόμος της ζούγκλας είναι πιο πάνω από τον ανθρώπινο». Η επιθετικότητά του μάλιστα αποκτά προσωπικό χαρακτήρα, γεγονός που πληγώνει τον Μπερανζέ.
Τελικά, ο ήρωας καταλήγει μόνος, μια και όλοι οι φίλοι και συνάδελφοί του σταδιακά μεταμορφώνονται σε ρινόκερους και μάλιστα δείχνουν αρχικά απάθεια που μεταβάλλεται βαθμιαία σε αποδοχή και συμπάθεια προς αυτούς. Μάλιστα, οι περισσότεροι θαυμάζουν την μυϊκή τους δύναμη και την αγριότητά τους ως ισχυρή επιβολή στον περίγυρο. «Πρέπει ν’ ακολουθούμε το ρεύμα της εποχής» συστήνει ο συνάδελφός του το Ντιντάρ λίγο πριν ακολουθήσει το άγριο κοπάδι εκεί έξω. «Είσαι άνθρωπος, ανώτερος από ρινόκερο!» του φωνάζει μάταια απελπισμένος ο Μπερανζέ. Η πειθώ του δεν μπορεί να αποδώσει πια για να μεταπείσει όσους γνωρίζει, ούτε οι μετέπειτα ικεσίες του. Η μοναξιά είναι μονόδρομος.
Μόνος και έντρομος ο ήρωας βλέπει εφιάλτες τις λιγοστές ώρες του ύπνου του, ενώ φορά έναν επίδεσμο γύρω από το κεφάλι του που ελέγχει κάθε λίγο και λιγάκι για να διαπιστώσει αν βγάζει κέρατο.
«Παντού κέρατα, κέρατα! Φυλαχτείτε!»
Η τελευταία του ελπίδα είναι η ξανθιά δακτυλογράφος του γραφείου, η Νταίζη, που της εκδηλώνει τελικά τον έρωτά του και εκείνη ανταποκρίνεται. Για λίγο όμως γιατί και αυτή ακολουθεί το κοπάδι των ρινόκερων που κατακλύζει την πόλη. Ούτε ο έρωτας μπόρεσε να γίνει μέσο αντίστασης στην ισοπέδωση από την επέλαση των ρινόκερων.
Το έργο τελειώνει με τον εκπληκτικό μονόλογο του Μπερανζέ, τον τελευταίο άνθρωπο σε μια πόλη ρινόκερων:
«Δεν υπάρχει άλλη λύση! Πρέπει να τους πείσω. Να τους πείσω όμως για τι πράγμα; Και η μεταμόρφωσή τους; Μπορούν να ξαναγίνουν άνθρωποι; Ε, μπορούν;
Θα χρειαστεί ένας ηράκλειος άθλος, που ξεπερνάει τις δυνάμεις μου! Κα πρώτα –πρώτα
για να τους πείσω, πρέπει να τους μιλήσω. Για να τους μιλήσω πρέπει να μάθω τη γλώσσα
τους. Ή μήπως αυτοί θα έπρεπε να μάθουν τη δική μου; Αλλά εγώ ποια γλώσσα μιλάω;
Ποια είναι η γλώσσα μου;…. Δεν είμαι ωραίος, δεν είμαι ωραίος. Αυτοί είναι ωραίοι! Αυτοί! Είχα άδικο. Ω, πόσο θα ήθελα να ήμουν σαν κι αυτούς… Μου λείπουν και τα κέρατα! Άσχημο που είναι ένα μέτωπο χωρίς κέρατα!… Θα μου χρειαζόντουσαν ένα δύο για να τονιστούν τα χαρακτηριστικά μου… Ίσως γίνει κι αυτό μια μέρα, κι έτσι δεν θα ντρέπομαι πια, θα μπορώ να πάω να τους βρω! Έλα όμως που δεν φυτρώνουν!… . Ε, λοιπόν! Τόσο το χειρότερο! Θα αμυνθώ κόντρα σε όλον τον κόσμο. Το τουφέκι μου! Πού είναι το τουφέκι μου;… Κόντρα σε όλον τον κόσμο, θα υπερασπίσω τον εαυτό μου, κόντρα σε όλον τον κόσμο θα αμυνθώ!… Είμαι ο τελευταίος άνθρωπος και θα μείνω άνθρωπος ως το τέλος! Δεν συνθηκολογώ!…Δεν θα γίνω ποτέ σαν εσάς!»
Η τελευταία κραυγή, είναι η ύστατη αντίσταση της ανθρωπότητας ενάντια σε κάθε μορφή φασισμού, σε κάθε μορφή «ρινοκερίτιδας» (πόσο επίκαιρο!). Ακόμα και όταν η μάχη φαντάζει χαμένη υπόθεση, όταν όλοι – ακόμα και οι πιο οικείοι άνθρωποι- έχουν ενστερνιστεί το παράλογο προσωπείο του ολοκληρωτισμού, αρκεί ένας μόνος άνθρωπος για να κάνει την αρχή της αντίστασης. Και δεν χρειάζεται απαραίτητα ένας ήρωας, ούτε ένας φιλόσοφος ή ανώτερος αξιωματούχος. Αρκεί ένας απλός πολίτης της μέσης τάξης, που προσπάθησε αλλά δεν μπόρεσε – αφού κατά βάθος ούτε πραγματικά θέλησε- να γίνει σαν τους πολλούς και η μοίρα του είναι μονόδρομος. «Δεν θα γίνω ποτέ σαν εσάς!» φωνάζει ο τελευταίος άνθρωπος σε μια παράλογη και ανάλγητη κοινωνία ρινόκερων. Ο άνθρωπος θα είναι πάντα πιο πάνω από ένα τέρας, όσο τρομαχτικό και αν φαντάζει όταν αυτό βρυχάται.






0 Σχόλια