Select Page

Ο σωσίας, της Λένας Μαυρουδή Μούλιου

Ο σωσίας, της Λένας Μαυρουδή Μούλιου

(Απόσπασμα από το μυθιστόρημά μου: “ΤΟ ΤΕΤΡΑΔΙΟ”)


Σε δύο μήνες παντρευόμαστε η Δήμητρά μου κι εγώ. Από τη μια η δουλειά μας, από την άλλη τα του γάμου μας, τρέχουμε και δεν φτάνουμε που λένε… Μόλις κλείσαμε τα ιατρεία μας…
Που να πάρει η ευχή, τράβηξε η όρεξή μου ουζάκι και μαριδίτσα κάπου στην παραλιακή με τα πόδια μας στο κύμα σχεδόν. Όχι βέβαια όπως παλιά, τότε που τα τραπεζάκια των ταβερνών άγγιζαν τη θάλασσα, έτρωγες και τα πόδια σου με τις σαγιονάρες τσαλαβουτούσαν στο νερό, χωρίς υπερβολή…
Μαριδίτσα, ουζάκι, θάλασσα και “έχει πανσέληνο απόψε κι είναι ωραία” που λέει το τραγούδι. Ασύγκριτο ελληνικό καλοκαίρι. Σε άριστη διάθεση και οι δυο μας απόψε. Αράζουμε στην ταβέρνα και το μόνο που χαλάει τη φεγγαροβραδιά είναι τα πολλά τα φώτα. Όπως χαρακτηριστικά είπε η Δήμητρα, μπορούσες να κεντήσεις ψιλοβελονιά, τόσο άπλετο φως!
Ελαφροζαλισμένοι από το ουζάκι, τον έρωτα, αλλά και τη στομαχική ευωχία που είχαμε κεράσει τον εαυτό μας, χαλαρώναμε ηδονικά… Ωραία είναι η ζωή που να πάρει!
Στο απέναντι τραπέζι με μας, ένα άλλο επίσης ερωτευμένο ζευγάρι, τρώει και φιλιέται, φιλιέται και τρώει. Για στάσου, γνωστός μου φαίνεται ο τύπος. Σαν πολύ γνωστός μάλιστα…
Α, δεν είμαστε καλά. Αυτός ο νέος άντρας είμαι εγώ! Φτυστός εγώ μάλιστα. Αν εξαιρέσουμε τα γενάκια του, όπως τα συνηθίζουν την σήμερον οι νέοι, δεν διαφέρουμε στο παραμικρό.
Η Δήμητρα ακολουθεί τη ματιά μου και το πιρούνι της φεύγει από το χέρι…
«Ηλία μου, εσύ είσαι εκεί απέναντι;; Πώς το καταφέρνεις αγάπη μου να είσαι σε δυο μέρη συγχρόνως την ίδια ώρα και στιγμή;» ρωτάει το κορίτσι μου και είναι εμφανώς ελαφρώς μεθυσμένο. Αφού δεν το σηκώνει το ποτό τι το θέλει και το πίνει;
«Δήμητρα, τι είναι τούτο που βλέπω; Δεν θυμάμαι να μου έχει μιλήσει ποτέ η μάνα μου για δίδυμο αδελφό. Ούτε θυμάμαι να είχα κάποιον και να τον χάσαμε, ή ότι μας τον έκλεψαν όπως τον μικρό Μπεν. Αλλά ούτε και θυμάμαι να είχα δίδυμο που πέθανε στη γέννα, όπως ίσως λίαν ψευδώς να βεβαίωσε τη μάνα ο γιατρός της, ή ότι της το απέκρυψε καθ’ όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της ο απαίσιος γυναικολόγος της, με απώτερο σκοπό μόλις γεννιόταν να αρπάξει το ένα από τα δυο και να το πουλήσει σε άκληρο πάμπλουτο ζευγάρι και να προσποριστεί τα ελέη του Αβραάμ και του Ισαάκ από την χυδαία συνδιαλλαγή! Λίγα ακούμε κάθε τόσο από την τηλεόραση, που μας αφήνουν ενεούς; Μωρέ δεν αστειεύομαι, μιλάω σοβαρότατα, αυτό πια δεν είναι ομοιότητα, αυτός είμαι εγώ, ολόιδιος εγώ. Πεθαίνω να τον ακούσω να μιλάει, ε, δεν κρατιέμαι άλλο».
Σηκώνομαι, πλησιάζω το τραπέζι τους και όσο πιο ευγενικά μπορώ ζητώ τον αναπτήρα του να ανάψω το τσιγάρο μου που δεν κρατώ, και είναι φυσικό, αφού δεν καπνίζω!
«I beg your pardon;» μου λέει με απορία και την ίδια στιγμή πετάγεται από το τραπέζι του σαν να τον τσίμπησε μύγα.
«Who are you;» με ρωτάει.
«Ι’m asking you the same question» του απαντώ.
(σημ. χάριν των αναγνωστών συνεχίζεται η στιχομυθία στην Ελληνική) 
«Δεν είναι δυνατόν… Μα εσύ είσαι εγώ!»
Τους κάλεσα να έρθουν στο τραπέζι μας, αφού τόσο αυτοί όσο και ’μείς είχαμε σχεδόν τελειώσει το φαγητό μας. Αν εξαιρέσουμε τα αγγλικά του, ακόμα και το ηχόχρωμα της φωνής του έμοιαζε, όπως μοιάζαμε στο ύψος και στο σουλούπι γενικώς. Αν τον έβλεπε η μάνα μου, για να σας δώσω να καταλάβετε, αυτό που θα τον ρωτούσε ήταν:
«Καλά γιε μου, μου λες πότε πρόλαβαν και μεγάλωσαν τόσο πολύ τα γένια σου από χθες που έχω να σε δω;…»
Αποκλείεται να μας ξεχώριζε αν ο ξένος δεν μιλούσε. Είμαι γιατρός. Έχω δει και έχω διαβάσει για παρόμοιες περιπτώσεις ομοιότητας. Όταν όμως πρόκειται για σένα τον ίδιο και μάλιστα αν τελείς υπό πλήρην άγνοια ύπαρξης δίδυμου αδερφού ή κάποιου συγγενή σωσία, τότε άσχετα αν είσαι γιατρός ή ό,τι άλλο επάγγελμα κάνεις και βρεθείς μπροστά σε μια τέτοια περίπτωση, μένεις κάγκελο που λένε…
«Τι συμβαίνει με μας τους δυο Αμερικάνε, Εγγλέζε ;».
«Καναδός. Μόντρεαλ.»
Δεν αντέχω. Τους καλώ να έρθουν στο σπίτι μου. Φωνάζω το γκαρσόνι, πληρώνω και για τους δυο μας (ελληνικό ιδίωμα το κουβαρνταλίκι), νιώθω σαν να είναι φιλοξενούμενός μου. Του λέω:
«Άκου φίλε. Τι συμβαίνει με μας δεν ξέρω. Το να μην έχουμε την παραμικρή σχέση λίγο χλωμό το βλέπω. Θα πρόκειται τότε, για μια σπανιότατη περίπτωση. Λένε ότι ο κάθε άνθρωπος έχει κάποιον κάπου στον κόσμο που είναι πανομοιότυπός του, χωρίς να υπάρχει καν συγγένεια αίματος. Αν συμβαίνει όντως αυτό, τότε η σύμπτωση να ανταμώσουμε εδώ είναι σκανδαλώδης. Για να σε ρωτήσω. Έχεις στην Ελλάδα κάποιους στενούς συγγενείς;»
«Κανέναν απολύτως. Ούτε στενούς, μα ούτε και μακρινούς. Είναι το τρίτο καλοκαίρι στη σειρά που η Κριστίν και εγώ ερχόμαστε στα νησιά σας. Είμαστε ερωτευμένοι με αυτά. Αλλά συγγενική σχέση εξ αίματος με την Ελλάδα ούτε εγώ μα ούτε και άλλος είτε κοντινός είτε μακρινός συγγενής μου έχουμε καθ’ όσον γνωρίζω.»
Μου άρεσε ο τύπος. Φαινόταν έξω καρδιά, bon viveur. Εργαζόταν σαν πολιτικός μηχανικός σε μιαν εταιρεία που είχε στα σκαριά μια φιλόδοξη συνεργασία με μιαν αντίστοιχη ελληνική. Ο Φιλίπ, το όνομά του, ήταν μέλος της επιστημονικής ομάδας που θα αναλάμβανε το έργο.
«Επομένως Φίλιππε θα έχουμε όσο χρόνο θέλουμε στη διάθεσή μας να ψάξουμε και να λύσουμε το μυστήριο. Εγώ σαν επιστήμονας σου λέω ότι θα εκπλαγώ αν τελικά διαπιστωθεί ότι σχέση μεταξύ μας δεν υπάρχει. Αν κάτι τέτοιο αποδειχθεί, θα είμαστε για το βιβλίο Γκίνες, και ειλικρινά, σοβαρολογώ…»
Μετά το δεύτερο ή τρίτο ουίσκι, ο Filip και η Christin σηκώθηκαν να φύγουν. Δώσαμε ραντεβού για την επομένη. Χαιρετηθήκαμε θερμά, καληνυχτιστήκαμε και χωρίσαμε. Δεν έκλεισα μάτι όλη τη νύχτα από την υπερέντασή μου.
Δεν έβλεπα την ώρα να ξημερώσει να πάω στη μάνα μου να την βολιδοσκοπήσω είτε πλαγιομετωπικά είτε ευθέως, ανάλογα με το πώς θα κυλούσε η συζήτηση που σκόπευα να της κάνω. Αν ζούσε ο πατέρας η κουβέντα αυτή θα γινόταν μ’ εκείνον φυσικά, ως καθ’ ύλην αρμόδιο.
Το μόνο που ευχόμουνα ήταν να είχε μια ερωτική ιστορία πριν παντρευτεί τη μάνα μου (οπόταν πιθανόν και να της είχε αναφέρει κάτι), είτε κατά τη διάρκεια του γάμου τους -κέρατο δηλαδή- οπόταν η μάνα δεν θα γνώριζε τίποτα όπως και θα ήταν λογικό.
Σκεπτόμουνα, σκεπτόμουνα, ανέβαζα, κατέβαζα και ο βλαξ δεν σκέφτηκα κάτι το πολύ απλό από την αρχή. Πρώτον, να τον ρωτήσω πόσων χρόνων είναι και δεύτερον να του ζητήσω να κάνουμε εξέταση D.N.A.
Αν το τεστ ήταν θετικό και ήταν αδελφός μου, τότε θα κάναμε τόσο εκείνος όσο κι εγώ, ενδελεχείς έρευνες και δεν μπορεί, την άκρη θα την βρίσκαμε, σχετικά με το “πώς”, αντί να κάνουμε υποθέσεις για το μήπως τούτο, μήπως το άλλο και το παρ’ άλλο και να χάνουμε τον ύπνο μας καλή ώρα όπως τώρα.
Άρχισε να ξημερώνει. Έκανα ένα ντους, ήπια έναν δυνατό ελληνικό καφέ, και ξεπόρτισα για το σπίτι της μάνας μου. Έπρεπε να βρω μια δικαιολογία που να στέκει κάπως για το πώς βρέθηκα στο σπίτι της από τα άγρια χαράματα. Δεν ήταν κάτι που το συνήθιζα και θα την τρόμαζα την καημένη. Στο σπίτι της, το νεανικό μου δωμάτιο ήταν πάντοτε έτοιμο να με δεχτεί αν το ήθελα.
Δεν το ήθελα. Ούτε θυμάμαι από πότε είχα να μπω εκεί μέσα. Σε διάφορες υπέροχες μεγάλες κούτες που έπιαναν τα ράφια μιας μικρής σε σύγκριση με τις κούτες βιβλιοθήκης, η μάνα είχε βάλει διάφορα χαρτιά μου. Έξω από κάθε κούτα ένα αυτοκόλλητο σημείωμα όπου ενημέρωνε για το περιεχόμενο της κάθε μιας.
Με τι αγάπη και φροντίδα θα πρέπει να το είχε καταφέρει αυτό! Και ήταν αποκλειστικά δικό μου θέμα αν το περιεχόμενό τους ήταν για μένα χρήσιμο ή όφειλα κάποια στιγμή να το ξεφορτωθώ (αν ποτέ ερχόταν η στιγμή να το ελέγξω, δεδομένου ότι όλο έλεγα “θα” και ποτέ μου δεν το έκανα). Να λοιπόν η πρόχειρη δικαιολογία μου. “Ήρθα κάτι να ψάξω να βρω.”
Όταν έφτασα στο πατρικό μου και ξεκλείδωσα να μπω, το ρολόι το εκκρεμές στο σαλόνι, με τον ήχο του Big Ben, κτυπούσε επτά, ως εάν το άψυχο τούτο πράγμα ήθελε να με καλωσορίσει, να με υποδεχθεί. Έτσι ευαισθητοποιημένος που ήμουνα έτσι το εισέπραξα τη στιγμή εκείνη.
Η μάνα μου, με το αφτί της το βιονικό όπως της έλεγα, παρά την ηλικία της (ακοή καλύτερη απ’ αυτήν του γιου της), με πήρε χαμπάρι παρ’ όλες τις προσπάθειές μου να κάνω όσο το δυνατόν λιγότερο θόρυβο και φώναξε από το δωμάτιό της:
«Τι συμβαίνει γιόκα μου; Είσαι καλά παλικάρι μου; Η Δήμητρα καλά; Η δουλειά σου;»
«Όλαααα καλά, πανέμορφή μου εσύ. Κάτι χαρτιά μου ήρθα να βρω. Φτιάξε ένα καφεδάκι και έρχομαι» της φώναξα γλυκά.
Τη λάτρευα αυτήν τη γυναίκα την τόσο διαφορετική, ευαίσθητη και ευγενική. Μετά από τόσον κόσμο στο σπίτι της με τον άντρα της τα παιδιά της, τους φίλους που μπαινόβγαιναν, βρέθηκε να ζει μόνη της, με τις αναμνήσεις της και μόνο, να της κρατούν συντροφιά. Μα την αγαπούσε τη μοναξιά της. Όπως και να’ χε, με τη διακριτικότητα που την διέκρινε, δεν ήθελε να θεωρείται “βάρος” στα παιδιά της. Με τα χίλια παρακάλια που της έκαναν, αποφάσιζε αραιά και πού, να βγει μια βόλτα μαζί τους.
Την βασάνιζαν διάφορες μικρό αρρώστιες, ευτυχώς τίποτα το πολύ σοβαρό μέχρι στιγμής. Τα ενδιαφέροντά της πολλά και δημιουργικά. Η μοναξιά της καλός σύμμαχος στο να τα καλλιεργεί και να τα εξελίσσει. Σαν να λέμε είχε πλέον άφθονο χρόνο δικό της να τον ξοδέψει όπως της άρεσε καλύτερα. Έχουν και οι μοναξιές βλέπεις τα τυχερά τους.
Έκανα λοιπόν πως ψαχουλεύω στο δωμάτιό μου το οποίο ήταν τώρα πεντακάθαρο, εν αντιθέσει με το πώς ήταν όταν ζούσα σ’ αυτό. Απέκτησε πολιτισμένη όψη που δεν είχε ποτέ άλλοτε, παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες της δόλιας της μάνας μου.
Έτοιμα τα καφεδάκια. Καθίσαμε στο living room, να τα απολαύσουμε και μου λέει:
«Λοιπόν, αγόρι μου, για λέγε μου τώρα, τι σε έκανε τόσο πρωί να πάρεις τους δρόμους; Μη μου το αρνηθείς παιδάκι μου. Σε γέννησα, λες να μη σε ξέρω; Και να σου πω και κάτι; Εσύ δεν θα πρέπει να έκλεισες μάτι όλη τη νύχτα, λάθος κάνω; Με την υγεία σου καλά μωρό μου; Με τη Δήμητρα; Με τη δουλειά σας;»
Αυτή ήταν η ιεράρχηση των ερωτήσεων για τη μάνα μου. Την καθησύχασα, επείσθη και άρχισα:
«Μάνα είσαι μια πολύ έξυπνη γυναίκα και σ’ αυτή σου την εξυπνάδα ποντάρω για να μου λύσεις ένα ας το πούμε πρόβλημα».
«Αν θυμάμαι καλά γιε μου στα μαθηματικά ήμουνα ατσίδα και το δυσκολότερο πρόβλημα, έστω και αν με παίδευε, δεν υπήρχε περίπτωση να μου ξεφύγει η λύση του. Τα μόνα προβλήματα που μαζί τους τα έβρισκα σκούρα ήταν τα λεγόμενα “συναισθηματικά”. Πολλά από δαύτα, μού έμειναν άλυτα».
Όπα, να ’μαστε!
«Όχου μωρέ μάνα μου και αν σου πω ότι για κάτι τέτοιο πρόκειται;»
«Μα είμαστε δύο παιδί μου. Θα ενώσουμε τις ιδιοφυίες μας και η λύση δεν θα μας ξεφύγει. Για λέγε, για λέγε…»
Όσο πιο λιτά μπορούσα, της μίλησα για τα χθεσινά μου συναπαντήματα που αναστάτωσαν τη ζωή μου. Με άκουγε προσεκτικά. Δεν με διέκοψε ούτε μία φορά.
Όταν τελείωσα και άλλο τίποτα δεν είχα να πω, μου είπε:
«Μπορεί αυτή η ομοιότητα να μην είναι τίποτα άλλο από μια παραξενιά της Φύσης. Δε θα είναι και η μόνη. Μπορεί όμως και να υπάρχει συγγένεια. Με τον πατέρα σου γνωρίστηκα στα τριάντα μου. Ξέρω κι εγώ; Μπορεί να είχε κάποιο δεσμό και από αυτόν να απέκτησε παιδί που και ο ίδιος να μην υποπτευόταν καν την ύπαρξή του. Μπορεί να μην το έμαθε ποτέ θέλω να πω. Μπορεί πάλι να συμβαίνει κάτι άλλο που δεν υποπτευόμαστε καθόλου. Άνθρωποι είμαστε με αδυναμίες… Μπορεί ακόμη κα μετά τη δική μας γνωριμία και τον δεσμό μας να προέκυψε κάτι που αφού όμως αυτό δεν επηρέασε μήτε τη σχέση μας μήτε τη ζωή μας θα ήταν βλακεία μου να καθίσω τώρα να στενοχωρηθώ. Και πώς στην ευχή να του ζητήσω εξηγήσεις πια; Όπως μου λες το παλικάρι είναι Καναδός ε; Απ’ ό,τι ξέρω ο πατέρας σου δεν έχει πάει ποτέ προς τα ’κει. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει και πολλά πράγματα. Η μάνα του παλικαριού μπορεί να είχε γνωριστεί μαζί του οπουδήποτε. Εδώ, αλλού. Παντού. Δεν είναι έτσι; Μπορεί ακόμη και η ίδια να μη ξέρει, να μη φαντάζεται, ότι το παιδί της έχει αίμα ελληνικό, αν η σχέση με τον πατέρα σου ήταν περαστική και ασήμαντη. Θέλω να πω, αν αμέσως μετά από αυτή τη σχέση είχε έναν σοβαρό δεσμό και η εγκυμοσύνη της να νόμιζε ότι ήταν από τη σχέση αυτή. Δεν σου λέω ότι δεν έχουμε πρόβλημα. Τις προάλλες διάβασα στο internet για δυο νέους που παντρεύτηκαν και μετά έμαθαν ότι ήταν αδέλφια. Πράγμα τρομερό απ’ όποια πλευρά και αν το δεις. Ξέρουμε τις γενετικές ανωμαλίες που μπορεί να έχουν οι απόγονοι ενός τέτοιου ανίερου δεσμού. Να σου πω την αλήθεια δεν άντεχα να διαβάσω λεπτομέρειες, ούτε να τις ακούω δεν θέλω. Να όμως που μια παρόμοια ιστορία κτυπάει και τη δική μας πόρτα. Ας ελπίσουμε χωρίς δραματικές προεκτάσεις. Να τον πείσεις παιδί μου να κάνετε το τεστ D.N.A. Ξέρω κι εγώ; Και αν αποδειχτεί ότι υπάρχει συγγένεια, τότε προβαίνετε σε περαιτέρω έρευνες. Όπως οφείλετε να κάνετε. Δεν κινδυνεύετε εσείς βέβαια αλλά τα παιδιά που θα κάνετε, στην περίπτωση που τα φέρει έτσι η μοίρα να συναντηθούν κάπου κάποτε, να αγαπηθούν και… Για πες μου γιατρέ μου (μού είπε σοβαρά), μπορούμε να δούμε από το τεστ αν υπάρχει και η όποια δευτερεύουσας σημασίας συγγένεια; Ρωτάω, γιατί μην ξεχνάς ότι ο πατέρας σου έχει και δύο αδελφούς και δεν μπορώ βέβαια να γνωρίζω την ερωτική ζωή τους… Μη μου σκας αγόρι μου. Απ’ όποια πλευρά και αν το δεις, το να έρθει στη ζωή σου ένα νέο συγγενικό πρόσωπο είναι υπέροχο…»
Τώρα, είναι αυτή τη γυναίκα να μη την λατρεύεις; Φίλησα τη μάνα μου και έφυγα, φανερά ανακουφισμένος. Είχα συμμάχους στην υπόθεση με τον Καναδό. Με το που βγήκα από το σπίτι κτυπά το κινητό μου.
«Έλα βρε αγάπη μου. Σε παίρνω σπίτι σου, δεν απαντάς. Τι να υποθέσω πρωινιάτικα, για πες μου σε παρακαλώ; Πού βρίσκεσαι; Γιατί πήρες τους δρόμους από τα χαράματα; Συμβαίνει κάτι;»
«Αν συμβαίνει; Κι άλλο να συμβεί; Κι άλλο; Στης μάνας μου πήγα, θα σου πω σε λίγο. Πηγαίνω σπίτι. Θα σε πάρω από κει.»
Μα τη Δήμητρα δεν την πήρα. Με το που κάθισα στην άκρη του κρεβατιού μου οι σειρήνες, οι παρατρεχάμενες του Μορφέα, με πήραν αγκαλιά και με κοίμισαν με έναν ύπνο βαθύ όπως κάνουν οι άτιμες πάντα. Και βρέθηκα να κοιμάμαι του καλού καιρού. Βόμβα να έπεφτε δίπλα μου, ναι μεν θα την ένιωθα, αλλά για να την άκουγα αμφιβάλλω…
Κοιμόμουνα έτσι όπως ήμουνα, με τα ρούχα. Εδώ δεν θα άκουγα βόμβα και θα άκουγα το τηλέφωνο που κτυπούσε και πάλι; Ίσα ίσα που ο ρυθμικός του κτύπος ο μονότονος τικ τακ, τικ τακ, ηχούσε στο υποσυνείδητο σαν νανούρισμα. Με άλλα λόγια δεν άκουγα Χριστό.
Η Δήμητρα, σε έξαλλη κατάσταση καταφθάνει σπίτι μου. Με βρίσκει να κοιμάμαι ξερός. Μου βγάζει τα παπούτσια και ούτε που τα κατάλαβα. Δεν σάλεψα καν, όπως μου είπε μετά.
Πήρε τη μάνα μου τηλέφωνο. Εκείνη επιβεβαίωσε την επίσκεψή μου και μέσες άκρες της είπε τα καθέκαστα. Όταν η Δήμητρα της είπε το πώς με βρήκε να κοιμάμαι, ξερός και με τα ρούχα η μάνα της απάντησε:
«Εγώ καλά το κατάλαβα ότι ο γιόκας μου δεν είχε κλείσει μάτι όλη τη νύχτα. Άφησέ τον κορίτσι μου να κοιμηθεί κανα-δυό ώρες και μετά τον συναντάτε τον Καναδό. Αλλιώς θα του μιλάνε οι άνθρωποι και αυτός θα κοιμάται όρθιος.»
Όσο εγώ κοιμόμουνα με το λαρύγγι μου να βγάζει κάτι περίεργους βρυχηθμούς, το κορίτσι μου είχε την ευγενή καλοσύνη να βάλει σε μια τάξη τα πράγματά μου. Χαρτιά από εδώ, ποτήρια πάνω στο τραπέζι, κάτω από το τραπέζι, στο πάτωμα, παντού… Μπουρνούζια πεταμένα, βρώμικα πουκάμισα, ευτυχώς όχι σώβρακα για να γίνω ολωσδιόλου ρεζίλι στα μάτια της καλής μου.
Πολλές φορές έχω αναρωτηθεί πώς αλήθεια μας αντέχουν οι γυναίκες μας. Και τα ζώα ακόμη φροντίζουν όσο τους κόβει το μυαλό που κουβαλάνε, να κρατούν τη φωλιά τους υποφερτά καθαρή.
Δεν εξηγείται, είναι στο D.N.A. μας. Είμαστε τα μόνα ίσως αρσενικά του ζωικού βασιλείου που πετυχαίνουμε αυτό το χάλι. Και να πεις ότι μας αρέσει; Αμ δεν μας αρέσει. Όπου αλλού δούμε ανακατωσούρα την καυτηριάζουμε, τη σχολιάζουμε παντού, όχι όμως και τη δική μας!
Και επειδή φαίνεται ότι εγώ δεν το είχα σκοπό να ξυπνήσω, η Δήμητρα, με πόνο καρδιάς -καλά τώρα σιγά μη και το πίστεψα- όπως μου είπε μετά, με ξύπνησε.
Είχαμε, λέει ραντεβού με τον Καναδό.
«Ποιον Καναδό μωρό μου;»
«Α, καλά… Τρία πουλάκια κάθονται.»
«Ναι, ναι βρε παιδί μου. Με τον Καναδό!»
Ένα κρύο ντους και φύγαμε του σκοτωμού. Πήγαμε να φάμε στην Πλάκα. Μεταξύ τυριού και αχλαδίου ρωτώ τον Καναδό πόσων χρόνων είναι. Ώστε δύο χρόνια μεγαλύτερος από μένα. Ευτυχώς μάνα μου, το γλύτωσες το κέρατο του πατέρα. Το καντήλι στον τάφο του θα παραμείνει αναμμένο.
Αστειεύομαι. Η μάνα μου σίγουρα θα τον συγχωρούσε αν είχε κάνει την κουτσουκέλα του. Για κείνη, οι νεκροί δεδικαίονται. Ναι καλά, τόσο πια υπεράνω; Δεν μπορεί να μην την πείραζε.
Μεταξύ σοβαρού και αστείου του το πέταξα για το D.N.A. Διάβολε μπορεί να αποδείχτηκε ότι δεν ήταν δίδυμός μου, μα για αδερφό μου τον έκοβα 100%. Όταν λέμε ίδιοι, ίδιοι. Και σήμερα που τον βλέπω με το φως της ημέρας, χωρίς τους ατμούς του αλκοόλ να σκοτίζουν το μυαλό μου το έβλεπα, όπως το έβλεπαν όλοι. Σήμερα δε, που είχε ξυρίσει και τα γένια του δεν διαφέραμε σε τίποτα. Αν κοιταζόμασταν στον καθρέφτη δεν θα έπαιρνα όρκο για το ποιος είναι ποιος.
Να πω όμως και την αλήθεια μου, το να δεχθώ ακόμη έναν αδερφό εκτός αυτών που ήξερα, το έβρισκα συναρπαστικό. Για χάρη του, ευχαρίστως να θυσίαζα τα πρωτοτόκια που μου ανήκαν μέχρι χθες βράδυ δικαιωματικά. Θα το έκανα ευχαρίστως λέω…
Αστεία ή όχι ο Filip δέχθηκε να κάνουμε το τεστ. Μόλις που προλαβαίναμε. Σε τρεις ημέρες έπρεπε να φύγει λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεων με τη δουλειά του. Θα ερχόταν ξανά σε έναν μήνα και θα παρέμενε για ένα τρίμηνο. Αυτό μου άρεσε σαν προοπτική.
Εν τω μεταξύ, έχοντας ειδοποιήσει τα αδέλφια μου τα περίμενα να έρθουν από στιγμή σε στιγμή. Έρχονται.
«Γεια σου αδερφούλη μου», λέει η αδερφή μου η Ελένη στον Filip και τον φιλάει θορυβωδώς.
Ο αδελφός μου, βλέποντας εμένα, ψιθυρίζει ξέπνοα: «Ο Ιησούς Χριστός και οι 12 Απόστολοι. Ηλία;» και σωριάζεται σε μια καρέκλα.
«Εγώ είμαι αδερφέ μου, όχι αυτός που φίλησε η Ελένη μας».
Η οποία Ελένη, στρεφόμενη σε μένα λέει:
« Κι εσύ ποιος είσαι;»
«Έλα μου ντε» της απαντώ.
Ένα θέατρο του παραλόγου. Ο καημένος ο Filip τα είχε εντελώς χαμένα. Δεν καταλάβαινε και τι λέγαμε μα από την παντομίμα μας έμπαινε στο νόημα στο περίπου. Δεν ήταν όμως το ίδιο. Το μισό από την παράσταση πήγαινε χαμένο!
Όπως και να’ χει, αδερφός μου ή όχι, συγγενής εξ αίματος ή όχι, μια φάρσα της φύσης πες, να που εγώ απέκτησα έναν καινούριο κολλητό. Και όταν λέω “κολλητό” κυριολεκτώ. Πόσο πιο κολλητός να είναι δηλαδή κάποιος που είναι φτυστός εσύ;
Άραγε σαν χαρακτήρες να μοιάζαμε καθόλου; Αυτό θα μας δοθεί η ευκαιρία να το μάθουμε σε έναν μήνα που θα μας ξαναέρθει. Και βέβαια, ο χαρακτήρας δεν είναι κάτι που μαθαίνεται εύκολα και γρήγορα, θέλει ψάξιμο πολύ. Θα δούμε, θα δούμε.

 

 

Ο Φίλιππος και η Κριστίν έχουν φύγει. Κρατώ στα χέρια μου τα αποτελέσματα των εξετάσεων. Ό,τι και να είναι θα του τηλεφωνήσω να του πω. Τι ώρα να είναι τώρα στον Καναδά;
Άντε στην ευχή, τα χέρια μου τρέμουν. Ανοίγω τον φάκελο. Τα γράμματα χορεύουν.
Όχι, όχι. Δεν είμαστε αδέρφια! Απολύτως καμία σχέση ούτε συν ούτε πλην, ούτε χρειάζεται να επαναλάβουμε το τεστ. Το αποτέλεσμα σαφές και τελεσίδικο.
Να πω ότι χάρηκα; Ψέμα θα ήταν. Είχα βαυκαλιστεί με την ιδέα ενός αλλοδαπού μυστηριώδους αδερφού που μου ερχόταν από το πουθενά. Η φαντασία μου είχε οργιάσει τόσες ημέρες. Βέβαια, το γεγονός ότι εκτός από γιατρός είμαι και συγγραφέας έπαιξε και αυτό το ρόλο του στο καλπασμό τον φρενήρη της φαντασίας μου, σωστά;
Τι σου είναι όμως και η φαντασία! Η δική μου αυτές τις ημέρες χόρευε από πεντοζάλη κρητικό, μέχρι πυρρίχιο ποντιακό και από σάμπα βραζιλιάνικη, μέχρι αμερικάνικο σουίνγκ αυθεντικό.

Το ερώτημα που με καίει είναι, θα θελήσει ο Φίλιππος να κρατήσουμε μια φιλία έστω; Σε έναν μήνα που θα είναι εδώ θα το ξέρουμε και αυτό. Και ο καιρός κυλούσε.
Με τη Δήμητρα αποφασίσαμε να κάνουμε γάμο πολιτικό κατ’ αρχήν και μόλις ηρεμούσαμε και νιώθαμε και έτοιμοι θα κάναμε και το θρησκευτικό. Σε ένα εξωκλήσι με τους δικούς μας ανθρώπους μόνο. Να παντρευτούμε σαν καλοί Χριστιανοί χωρίς τυμπανοκρουσίες, κόσμο πολύ, φασαρίες, νυφικά και κυρίως έξοδα τρελά εν καιρώ κρίσης.
Στηνόμαστε λοιπόν μπροστά στον Αντιδήμαρχο και αρχίζει μια πράγματι ανιαρή, άνοστη διαδικασία. Έχει μωρέ γούστο ένας γάμος χωρίς νυφικά, πέπλα και “η δε γυνή ίνα φοβείται τον άνδρα”; Χωρίς “Ησαΐα χόρευε”, κουφέτα στο δόξα πατρί του γαμπρού από “φίλους” που κατέχουν καλά σκοποβολή, από “να ζήσετε” και ματς μουτς και τα ρέστα; Εμ δεν έχει.
Κάποια στιγμή ο Αντιδήμαρχος λέει:
«Αν κάποιος έχει αντίρρηση για το γάμο τούτο να ομιλήσει τώρα, αλλιώς να σιωπήσει δια παντός», πάνω κάτω αυτά ήταν τα λόγια του, δεν τα θυμάμαι επακριβώς.
Και ακούγεται μέσα στην αίθουσα του Δημαρχιακού Μεγάρου μια στεντόρεια φωνή που έβγαινε θαρρείς κατ’ ευθείαν από το στόμα του εξαποδώ:
«STOP. Ο άντρας αυτός είναι ήδη παντρεμένος. Ο γάμος τούτος δεν μπορεί να γίνει, διότι εκτός του ότι θα θεωρηθεί άκυρος θα έχει και ποινικές επιπτώσεις.»
Η μεν Δήμητρα λιποθυμάει και εγώ κόκκινος σαν τα άλικα τριαντάφυλλα που είχα προσφέρει στη νύφη και που τώρα, έτσι όπως ήταν σκορπισμένα μπροστά της, ένα από αυτά ήρθε και κάθισε στο στήθος της σαν αιμάτινος λεκές από την τραυματισμένη καρδούλα της.
Ο αδελφός μου (σημ. ο πραγματικός) που ήταν και κουμπάρος μας, ορμάει και πιάνει τον κανάγια από το λαιμό και του λέει σε άπταιστη αργκό: «Θα σε σκοτώσω μαλάκα. Τι λες ρε, που ο διάολος να σε πάρει;»
«Αυτό που λέω. Τον ξέρω καλά τον γαμπρό, δουλεύουμε μαζί στην ίδια εταιρεία. Βέβαια, αυτός είναι μηχανικός και…»
«Για, μια στιγμή, για μια στιγμή», βρήκα εγώ τη φωνή μου, καθώς έβλεπα το κορίτσι μου να συνέρχεται σιγά σιγά.
«Εγώ είμαι γιατρός, όχι μηχανικός. Αυτός που λες λέγεται μήπως Filip Maller;»
«Α, γεια σου. Να που θυμήθηκες το πραγματικό σου όνομα, απατεώνα…»
Του έδωσα μια τέτοια γροθιά που βρέθηκε στην άλλη άκρη της αίθουσας του θρόνου, ανταποδίδοντας το στραπάτσο που υπέστη η καλή μου δυο λεπτά πριν.
«Κύριε Αντιδήμαρχε, πιάστε το από κει που το αφήσατε ή και αρχίστε από την αρχή αν δεν βαριέστε. Και αν εγώ είμαι δίγαμος δική μου η ενοχή, δική μου και η φυλακή. Πρόκειται για τον σωσία μου Κύριε Αντιδήμαρχε, τον κύριο Filip Maller τον οποίο γνωρίζει ο έντιμος τούτος κύριος και που τούτη τη στιγμή βρίσκεται στον Καναδά.»
Ο γάμος συνεχίστηκε κανονικά.

 

 

«Άκου Φίλιππε, είτε εσύ είτε εγώ επείγει να αλλάξουμε κάτι επάνω μας, ίσως το χρώμα των μαλλιών μας ή δυο τρεις μικροπλαστικές να τις χρειαστούμε για να αποφύγουμε μελλοντικές παρεξηγήσεις, σαν αυτή που είχα στο γάμο μου», του είπα στο τηλέφωνο που τον πήρα στο Κάναντα την ίδια εκείνη ημέρα.
Εδραιώθηκε δε η απόφαση τόσο της Δήμητρας όσο και η δική μου τον θρησκευτικό μας γάμο όταν έρθει η στιγμή, να τον κάνουμε entre nous, ή επί το ελληνικότερον “κεκλεισμένων των θυρών” ή ακόμη ακριβέστερα “μεταξύ μας”.
Δεν ξέρει ποτέ κανείς…

 

-

γράφει η Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Ελένη - Χριστίνα Γκαμπούρα

Γεννημένη μια ζεστή μέρα του Δεκέμβρη είκοσι χρόνια πριν, ψάχνει πάντα τη ζέστη στο κρύο και το κρύο στη ζέστη. Διαβάζει μετά μανίας. Τα πρωινά τραγουδάει και τα βράδια κοιτάει τ' αστέρια. Λειτουργεί με μουσική, καφεΐνη, λέξεις κι όνειρα.

18 Σχόλια

  1. Σοφία Ντούπη

    Καλημέρα Λένα μου!!! Σήμερα κατάλαβα ότι το συνώνυμο του σασπένς και η πένα!!! Σου αρέσει να μας κρατάς σε αγωνιά… και η μια ανατροπή να διαδέχεται την άλλη!!! Μου άρεσε πάρα πολύ η ιστορία σου!!! Σου στέλνω την αγάπη μου να περάσεις όμορφα με υγεία!!!

    Απάντηση
  2. Σοφία Ντούπη

    Επανέρχομαι διότι ξέχασα το ¨σου¨!!! Η πένα σου!!!

    Απάντηση
  3. Λένα Μαυρουδή Μούλιου

    Χρόνια καλά Σοφία μου . Χαίρομαι που σου αρέσουν τα …παραμύθια μου και οι αγωνίες τους με καλό συνήθως τέλος . Καλή ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΕΎΧΟΜΑΙ ΣΕ ΌΛΗ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΈΝΕΙΑ . Φιλάκια

    Απάντηση
  4. Λένα Μαυρουδή Μούλιου

    Άννα καλημέρα και ευχαριστώ για το μπράβο σου.Τα καλά τα λόγια και ποιος δεν τα θέλει; Καλή ΑΝΆΣΤΑΣΗ κορίτσι μου.

    Απάντηση
  5. Μάχη Τζουγανάκη

    Ωραιο Λένα..είσαι μαέστρος της αγωνίας στα κείμενά σου!! Μπράβο σου!

    Καλή σου μερα

    Απάντηση
  6. Λένα Μαυρουδή Μούλιου

    Μισό πάλι το σχόλιο τι να κάνουμε….
    Ο μαέστρος λοιπόν ένας. Τώρα, αυτό να’ ναι για καλό, να’ ναι για κακό, εσείς θα κρίνετε. Ευχαριστώ Μάχη καλή ΑΝΑΣΤΑΣΗ εύχομαι και να περάσεις όσο πιο καλά γίνεται, να ξεκουραστείς….

    Απάντηση
  7. Χριστίνα Σουλελέ

    Μου άρεσε πολύ Λένα! Στην αρχή μάλιστα βρέθηκα σε παραλία μια φεγγαρόλουστη βραδιά με ωραία παρέα. Στο τέλος ξέρεις εσύ. Αγωνία! Καλή σου μέρα!

    Απάντηση
  8. Λένα Μαυρουδή Μούλιου

    Αυτές οι φεγγαρόλουστες νυχτιές στην παραλία του Σαρωνικού ό,τι και να πεις με τίποτα δεν συγκρίνονται ναι; Όταν δε κερνάς τον εαυτό σου με ουζάκι on the rocks και καυτή αθερινίτσα, η ύπαρξή σου όλή κατακλίζεται από ρομαντικά συναισθήματα τόσο που να γράφεις αριστουργήματα σαν τούτο εδώ το δικό μου!!!!!

    Απάντηση
  9. Έλενα Σαλιγκάρα

    Πολύ ωραία ιστορία, Λένα! Αγωνιώδης και ανατρεπτική!

    Απάντηση
  10. Λένα Μαυρουδή Μούλιου

    Η γνωστή μου συνταγή δηλαδή. Σαν να μου φαίνεται οτι θα την αλλάξω.Ό μως να ξέρετε όλες σας ότι δεν το κάνω από σκοπού έτσι μου βγαίνει στην πορεία η κάθε μου ιστορία. προσωπικά δεν θα έλεγα ότι είμαι τύπος περιπετειώδης!!!!Χαίρομαι που άρεσε και σε σένα Καλή ΑΝΑΣΤΑΣΗ Ελένα.

    Απάντηση
  11. Πόπη Κλειδαρά

    Υπέροχη ιστορία…. Μου άρεσε πάρα πολύ!!! Καλή Ανάσταση!

    Απάντηση
  12. Λένα Μαυρουδή Μούλιου

    Ευχαριστώ πολύ ΠΌΠΗ , χαίρομαι ου σου άρεσε η ιστορία μου .Θα σου δώσω μια ευχή που την έκλεψα από τη Μάχη:”να αναστηθούν τα κρυμμένα σου όνειρα”…

    Απάντηση
  13. Πόπη Κλειδαρά

    Σας ευχαριστώ πολύ για την ευχή! Να είστε καλά!

    Απάντηση
  14. Πλοκαμάκη Χρυσούλα

    Λένα μου,
    Είσαι γεννημένη συγγραφέας!Πλοκή, ροή, ομορφογραμμένο……..ΤΑ ΧΕΙ ΟΛΑ ΤΟ ΠΑΚΕΤΟ ΣΟΥ….ΜΠΡΑΒΟ!!!

    Απάντηση
  15. Λένα Μαυρουδή Μούλιου

    Μου έφτιαξαν τη μέρα τα καλά σου λόγια Χρυσούλα Σ’ευχαριστώ. Και από δω σου εύχομαι ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ και θέλω να πιστέψεις πως δεν είναι μια απλη τυπική ευχή.

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Ακολουθήστε μας!

Ακόλουθοι

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!