Select Page

Ο τελευταίος χαρταετός

Ο τελευταίος χαρταετός

kite

Η Νικολέτα καθόταν κουρνιασμένη στον καναπέ του ενιαίου χώρου που χαϊδευτικά αποκαλούσε σαλονοτραπεζοκουζινοχωλ- τόσο μικρό ήταν όλο της το σπίτι, τόσο ενιαίος εκείνος ο χώρος. Ένα μισοάδειο ποτήρι τζιν ήταν η μοναδική της συντροφιά πέρα από τη μουσική της. Ένιωσε το κινητό της να δονείται στο μπράτσο του καναπέ. Κοίταξε την οθόνη. Τι ήθελε πάλι ο Θανάσης; Ένα τρίμηνο προσπαθούσε να την πείσει να βγει ξανά μαζί του. Εκείνη αρνιόταν πεισματικά. Και μετά από όσα είχε περάσει με εκείνον, καλά έκανε όπως της έλεγαν οι φιλενάδες της. Πλέον είχαν περάσει κι άλλοι έξι μήνες. Αυτή τη φορά της είχε στείλει δύο μηνύματα μαζί. Το ένα είχε ένα αρχείο βίντεο. Η Νικολέτα σκούπισε ένα τελευταίο δάκρυ και διάβασε το δεύτερο μήνυμα που έγραφε:

«Δες το μέχρι το τέλος. Είναι σημαντικό! Αν θες, πήγαινέ το μετά το πρώτο λεπτό, κατ ευθείαν στο τέλος! Είναι τόσο σημαντικό!»

Άνοιξε το συνημμένο αρχείο βίντεο…

Τα χειροκροτήματα του νεανικού κοινού σώπαιναν σταδιακά καθώς το ημι-επαγγελματικό συγκρότημα τελείωνε το γνωστό τραγούδι του Νίκου Πορτοκάλογλου το οποίο ερμήνευε. Ο τραγουδιστής του συγκροτήματος πλησίασε το μικρόφωνο ξανά.

«Πάμε τώρα ένα απ’ τα πιο ωραία του Μανώλη: τον ‘χαρταετό’. Γιώργο, έλα μαζί μας!»

Ο Γιώργος δεν ήταν τραγουδιστής. Ήταν απλά φίλος από παιδί με τα παιδιά του συγκροτήματος. Σηκώθηκε. Ευτυχώς τα φώτα ήταν χαμηλά και δεν μπορούσε να δει κανείς τα μάγουλά του που είχαν κοκκινίσει. Ευτυχώς είχε φασαρία και δεν άκουγε κανείς την καρδιά του που προσπαθούσε να σπάσει την οστέινη φυλακή της. Οι φίλοι του τον καλωσόρισαν στη σκηνή.

«Ένα χειροκρότημα για τον Γιώργο μας κυρίες και κύριοι που όσο μπόι έχει, άλλο τόσο του έχει δώσει ο Θεός αγαθοσύνη!» είπε στο μικρόφωνο ο τραγουδιστής και παιδικός του φίλος και το κοινό χειροκρότησε ξανά.

Έδωσε το σύνθημα ο Γιώργος και ξεκίνησαν τη μουσική. Άκουσε τις πρώτες νότες από την εισαγωγή. Με το ένα του χέρι κράτησε το μικρόφωνο και με το άλλο σχεδόν να τρέμει από αμηχανία, προσπάθησε νοερά να πιάσει την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα του μαγαζιού.

«Έσβησαν τα όνειρα… Έσβησαν… Έγινε πρωί…»

Το μαγαζί είχε παγώσει. Ποιος ήταν αυτός ο νεαρός με την τόσο αισθαντική φωνή που ερμήνευε ένα από τα πιο ρομαντικά τραγούδια του Φάμελλου πιο μελαγχολικά από τον ίδιο τον καλλιτέχνη; Ακόμη και ο Χρήστος ο τραγουδιστής είχε μείνει έκπληκτος! Ο τρίτος της παρέας, ο Θανάσης δεν μπορούσε να σταματήσει να τραβάει βίντεο με το κινητό του. Είχε κι εκείνος κολλήσει. Είχε κολλήσει στα κλειστά μάτια του Γιώργου που, σα να έβλεπε μέσα στο μυαλό του τα λόγια του τραγουδιού να μετουσιώνονται σε εικόνες. Είχε κολλήσει στους ώμους του φίλου του που τον έβλεπε να τους μαζεύει καθώς έσφιγγε περισσότερο το μικρόφωνο, λες και αγκάλιαζε τρυφερά τη γυναίκα που είχε πάρει το μεγαλύτερο μερίδιο από την καρδιά του.

Το τραγούδι τελείωσε και το, στην πλειονότητά του περίπου συνομήλικο με τον Γιώργο, κοινό, όρθιο τον χειροκροτούσε. Εκείνος άνοιξε τα μάτια. Είδε μπροστά του τον κόσμο, τα προσωπικά χαρακτηριστικά του καθενός να χάνονται μέσα στο μισοσκόταδο, να τον χειροκροτεί. Ο Χρήστος τον πήρε αγκαλιά και τον σύστησε στο κοινό.

«Θα ήθελα να πω κάτι» είπε ο Γιώργος, θαρρείς σα να βρήκε το θάρρος που του έλειπε όταν ανέβαινε στη σκηνή.

«Το τραγούδι αυτό δεν μπορώ να το αφιερώσω σε καμία άλλη παρά μόνο σε εκείνη που όταν εγώ ήμουν χωμένος στον βούρκο, εκείνη έγινε το πρωί μου. Που ενώ για τις πόρτες όλων των υπολοίπων τα κλειδιά που κρατούσα ήταν άχρηστα, εκείνη έμεινε μαζί μου. Που όταν αποφάσισα ότι θα ανοίξω την πόρτα και θα βγω από τον κόσμο των ναρκωτικών, εκείνη ήταν ο ήλιος που ήθελα να με δει. Εκείνη που μπόρεσε να λύσει και να απελευθερώσει την καρδιά μου και να την κάνει κόκκινο χαρταετό. Νικολέτα, σε αγαπώ και σου ζητώ συγγνώμη! Αλλά να ξέρεις πως χωρίς εσένα, δε μου μένει τίποτα, τίποτα δεν υπάρχει πια!»

Και ολόκληρο το μαγαζί σίγησε για μία ακόμη φορά…

Η επόμενη μέρα ήταν η πρώτη του Απριλίου. Η Νικολέτα με ένα μαύρο φουστάνι πήγε να μιλήσει στον Γιώργο. Την είχε επηρεάσει ο Θανάσης. Είχε καταφέρει να μπει στο μυαλό της. Είχε περάσει καιρός από την τελευταία φορά που είχε εμπιστευτεί κάποιον. Και τώρα, ο Θανάσης είχε πλέον κερδίσει επάξια αυτό το πεδίο. Έπρεπε να μιλήσει του Γιώργου. Να ξεκαθαρίσουν όσα υπήρχαν- ή δεν υπήρχαν- μεταξύ τους.

Στο μέρος που θα συναντούσε τον Γιώργο, είχε ήδη πάει ο Θανάσης. Ένιωσε τα πόδια της να κόβονται. Κρύος ιδρώτας, σαν τον πιο έμπειρο ορειβάτη, καταρριχήθηκε στη σπονδυλική της στήλη. Τι θα έκανε τώρα; Πώς θα ξέφευγε από αυτήν την κατάσταση; Τα πράγματα θα ήταν πραγματικά περίπλοκα για όλους. Ο Θανάσης δεν την είχε δει. Μπορούσε να κάνει μεταβολή και να φύγει. Αλλά αν την έβλεπε; Πώς θα φαινόταν σε όλους να δειλιάζει τελευταία στιγμή; Ενώ οι σκέψεις αυτές τριβελίζανε στο μυαλό της, τυχαία γύρισε ο Θανάσης και οι ματιές τους συναντήθηκαν. Αστραπές ξεπήδησαν από τα μάτια του καλού και παιδικού φίλου του Γιώργου. Η Νικολέτα σάστισε για μια στιγμή, απροετοίμαστη καθώς ήταν αλλά μπόρεσε και συγκέντρωσε τις δυνάμεις της και προχώρησε προς το μέρος του. Στάθηκε δίπλα στον Θανάση.

«Δε σε είδαμε στην κηδεία, ούτε τρεις μήνες πριν από εκείνη τη μέρα. Τουλάχιστον σε βλέπουμε τώρα στο εξάμηνο. Για να ξέρεις όμως, το βίντεο δε στο έστειλα χθες για να νιώσεις τύψεις. Στο έστειλα για να μπορέσεις να βάλεις μια τελεία. Όπως έκανε εκείνος εκείνο το βράδυ. Όσο θάρρος είχε μέσα του, το χρησιμοποίησε για να ανέβει σε εκείνη τη σκηνή. Το μετά, το είχε ήδη αποφασίσει και δεν μπορούσαμε να του κουνήσουμε το αγύριστό του το κεφάλι. Βρες κι εσύ το θάρρος να κάνεις το βήμα που πρέπει. Αντίο!» Και με τα λόγια αυτά την ακούμπησε τρυφερά, σχεδόν πατρικά, στον ώμο.

Εκείνη δε μίλησε. Δεν μπορούσε να απαντήσει κάτι. Απλά άφησε τα τρία κόκκινα τριαντάφυλλα στο μάρμαρο του σπιτιού του. Στο μάρμαρο ακριβώς μπροστά από τα χάλκινα γράμματα που έγραφαν

«Άνοιξα την πόρτα, ήλιος να με δει»

 

_

γράφει ο Πασχάλης Παπατσολιάς

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Μάχη Τζουγανάκη

Δηλώνω τυπικά αρχισυντάκτρια της σελίδας. Άτυπα όμως και πιο γνήσια, δηλώνω μέλος μιας όμορφης ομάδας πολύ δεμένης που οι «τίτλοι» του καθενός είναι περιττοί. Δηλώνω επίσης συγγραφέας, ποιήτρια, ερασιτέχνης φωτογράφος, μουσικόφιλή, βιβλιόφιλη, θεατρόφιλη, σινεφίλ και ερωτευμένη με οτιδήποτε ξυπνά τη δημιουργικότητά μου. Τελικά όμως έμαθα… πως το να δηλώνει κανείς τι είναι και τι δεν είναι, είναι ένα μεγάλο παραμύθι, όχι από εκείνα που μου αρέσει να διαβάζω, αλλά από εκείνα που σου θέτουν όρια και σε στριμώχνουν σε καλούπια. Μα εγώ τις λέξεις «όρια» και «καλούπια» τις έχω αφαιρέσει από το λεξικό της ψυχής μου...

4 Σχόλια

  1. Μάχη Τζουγανάκη

    έξυπνη η ανατροπή στην ιστορία…μελαγχολική και γεμάτη από τρυφερότητα και αγάπη. Καλώς ήρθατε…

    Απάντηση
  2. Πλοκαμάκη Χρυσούλα

    Μπράβο!
    Μια ιστορία ομορφογραμμένη που άγγιξε τις χορδές μου!
    Τρυφερή,ανθρώπινη,γεμάτη αγάπη……!

    Απάντηση
  3. pasxalis papatsolias

    Σας ευχαριστώ πολύ και για το καλωσόρισμα αλλά και για την άρτια επιμέλεια!

    Απάντηση
  4. pasxalis papatsolias

    Σας ευχαριστώ πολύ για τα καλά σας λόγια! Να είστε καλά!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!