Παρίσι, βράδυ Παρασκευής, Δεκέμβρης μήνας. Ο κρύος αέρας  έμπαινε με φόρα  στο στόμα του και στέγνωνε τον λαιμό του, κάνοντας τον να μετανιώσει που είχε πάρει την απόφαση να βγει για τρέξιμο τόσο αργά με τέτοιο καιρό. Όμως, από την άλλη, δεν άντεχε να μείνει λεπτό παραπάνω μέσα στο σπίτι.

Είχε ξεκίνησε να τρέχει από τον πύργο του Άιφελ, παράλληλα στον Σηκουάνα, είχε φτάσει στα Ηλύσια Πεδία -απόσταση διόλου ευκαταφρόνητη ακόμη και για έναν δεινό αθλητή- και επέστρεφε πάλι πίσω. Παρατηρούσε την πόλη η οποία είχε μπει στους ρυθμούς των εορτών εδώ και εβδομάδες.

Η λεωφόρος των Πεδίων ήταν γεμάτη Χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια και η μεγάλη ρόδα, στη φιλοσοφία του γνωστού London eye, κοντά στην πλατεία Κονκόρντ και ακριβώς απέναντι από την είσοδο των Ηλυσίων πεδίων, ήταν ορατή από όλα τα σημεία της πόλης και προέτρεπε τους τουρίστες να δουν την πόλη από ψηλά.

Εκείνος πάλι δεν τα πήγαινε καλά με τα ύψη. Τρία χρόνια είχαν περάσει από τότε που είχε εγκατασταθεί μόνιμα στο Παρίσι και δεν έπαιρνε ποτέ την απόφαση να ανεβεί σε οποιοδήποτε ψηλό σημείο, ούτε καν στον περίφημο και πολυδιαφημισμένο Πύργο του Άιφελ. Αντίθετα, ήξερε απ’ έξω κάθε κρυφή ή φανερή γωνιά του Σηκουάνα.

Δεν παρέλειπε να τρέχει τουλάχιστον 4 φορές την εβδομάδα στους δρόμους δίπλα του, στην αρχή κόντρα στο ρεύμα του και έπειτα προς τη φορά του. Ειδικά τέτοιες ώρες που ο ποταμός ήταν απαλλαγμένος από τους τουρίστες και τα ποταμόπλοια δεν ρύπαιναν την ατμόσφαιρα με τον ήχο των μηχανών τους, η περιοχή ήταν από τα πιο ήσυχα και ήρεμα σημεία της πόλης. Κι εκείνος, ειδικά σήμερα, ήθελε να ακούει μόνο τις σκέψεις του.

Μετρούσε τα λάθη του, ένα σε κάθε λαχανιασμένη ανάσα. Δείλιασε επανειλημμένα. Την ανάγκασε με τη στάση του να απομακρυνθεί πολλές φορές, έπειτα έμπαινε ξανά στη ζωή της και διεκδικούσε από την αρχή. Ώσπου οι ευκαιρίες στέρεψαν, η υπομονή τελείωσε κι έμεινε ο έρωτας να κρέμεται από μια μικρή κλωστή που όμως δεν έλεγε να σπάσει.

Κινούνταν με κάθε μικρό φύσημα του ανέμου, κάθε μικρή ενόχληση του νου, κάθε υποψία κίνησης τους, για να τους θυμίζει πόσο μπορεί να σε πονέσει ο έρωτας όταν δεν παίρνει αυτό που θέλει. Άλλαξε χώρα για να φύγει μακριά της, έτρεχε συχνά τις νύχτες για να ξεφεύγει από τη μορφή της αλλά κάθε βράδυ όταν ξάπλωνε στο κρεβάτι, είτε μόνος, είτε με συντροφιά, εκείνη ήταν πάντα η τελευταία σκέψη του.

Παθιάστηκαν, βρίστηκαν, πόθησαν, λάτρεψαν και μίσησαν ο ένας τον άλλο κι ύστερα πάλι από την αρχή, σε έναν αγώνα να μην παραδοθούν πλήρως στα συναισθήματα τους. Η λογική επέμενε πως δεν έπρεπε, γιατί τέτοιοι έρωτες είναι γεννημένοι για να καταστρέφουν. Είναι αχόρταγοι, ζητούν το όλα των συναισθημάτων. Κι εκείνοι, ο καθένας για τους δικούς του λόγους, δεν ήταν έτοιμοι να τα δώσουν όλα.

Δεν είχαν συναντηθεί αυτά τα τρία χρόνια αλλά υπήρχαν διαστήματα όπου η ένταση εξ αποστάσεως ήταν τόσο μεγάλη που σχεδόν ένιωθαν ο ένας δίπλα στον άλλο. Μηνύματα, τηλεφωνήματα, διαστήματα σιωπής και ύστερα πάλι υποσχέσεις, συναισθήματα και ένταση.

«Έρχομαι» του έγραψε χθες. «Ή θα με κρατήσεις και όπου μας βγάλει ή θα με αφήσεις να σε αφήσω οριστικά». Δεν ήταν η πρώτη φορά που του έλεγε πως δεν άντεχε πλέον τόση ένταση. Άλλωστε και για εκείνον δεν ήταν λίγες οι φορές στις οποίες η έκρηξη συναισθημάτων που προκαλούσε η εικόνας της ήταν απερίγραπτα δυνατή.

Η μουσική που έπαιζε στο κινητό του όση ώρα έτρεχε διακόπηκε από τον ήχο του μηνύματος. Σταμάτησε για να το διαβάσει. «Πύργος του Άιφελ, τρίτο επίπεδο, σε μισή ώρα. Κοιτώντας τους φόβους μας κατάματα…» του έγραφε κάτω από το εισιτήριο που του έστειλε, ώστε να ανέβει χωρίς να περιμένει στην ουρά. Δεν είχε αφήσει τίποτα στην τύχη.

Ήθελε η υπέρβαση να είναι αποκλειστικά δική του απόφαση. Ήξερε πως εκείνος φοβόταν τα ύψη και του ζητούσε η συνάντηση να είναι σε εκείνο το σημείο που θα έχουν αφήσει πίσω όλους τους φόβους τους και τις δεύτερες σκέψεις τους. Αυτή τη φορά το εννοούσε. Ήθελε το όλα ή το τίποτα.

Στραβοκατάπιε στην ιδέα πως έπρεπε να βρεθεί τόσο μακριά από το έδαφος. Κοίταξε το ρολόι του. Είχε μισή ώρα στη διάθεση του για να φτάσει. Άρχισε πάλι να τρέχει, πιο γρήγορα αυτή τη φορά. Ο φόβος και η έξαψη συναγωνιζόταν ως προς το ποιο θα επικρατήσει.

Έφτασε στην είσοδο του πύργου και σήκωσε τα μάτια ψηλά. Η προσωποποίηση του δικού του μοναδικού έρωτα τον περίμενε στο ψηλότερο σημείο της πόλης. Ένιωσε τα χέρια του να ιδρώνουν και το κορμί του να μουδιάζει στην ιδέα της κατακόρυφης απόστασης των δεκάδων μέτρων που έπρεπε να διανύσει.

Πέρασε το εισιτήριο στο μηχάνημα και περίμενε το ασανσέρ μαζί με ένα νεαρό ζευγάρι, το οποίο ήταν φανερό πως βρισκόταν σε ταξίδι του μέλιτος και ανέμενε ενθουσιωδώς την άνοδο. Εκείνος πάλι είχε την αίσθηση πως τα πόδια του μετά βίας τον κρατούσαν και πως απείχε κλάσματα του δευτερολέπτου από το να σωριαστεί στο πάτωμα.

Καθώς απομακρύνονταν από το έδαφος, άρχισε να νιώθει δυσφορία, πανικό και το πρόσωπό του να καίει και να αλλάζει χρώματα με τη συχνότητα που αναβόσβηναν τα λαμπάκια του Χριστουγεννιάτικου δέντρου απέναντι από τον πύργο. Τα 10 λεπτά που πέρασαν μέχρι να φτάσει στο τελευταίο επίπεδο ήταν βασανιστικά αργά. Ένιωθε τη μία να πνίγεται, μετά να ζαλίζεται, ύστερα να θολώνει ενώ παράλληλα προσπαθούσε να δείχνει συγκροτημένος υπό το εξεταστικό βλέμμα της υπεύθυνη του ανελκυστήρα, η οποία τον κοιτούσε επίμονα και τον είχε ήδη ρώτησε τρεις φορές αν αισθανόταν καλά.

Οι πόρτες άνοιξαν και ο παγωμένος αέρας τον βοήθησε λίγο να συνέλθει. Την είδε απέναντι, ακουμπισμένη στα πλέγματα. Δεν κουνήθηκε. Περίμενε εκείνον να κάνει τα βήματα που θα τους έφερναν σε απόσταση αναπνοής. Κοίταξε γύρω του. Έκανε το πρώτο βήμα και ξεκίνησε να μετρά. Δεν τολμούσε να κοιτάξει κάτω.

Πέντε βήματα χρειάστηκαν, τα πέντε πιο δύσκολα της ζωής του. Μόλις την έφτασε, ακούμπησε το χέρι του στο πλέγμα, χωρίς να πάρει τα μάτια του από το πρόσωπο της. Έβγαλε όσο αέρα κρατούσαν τα πνευμόνια του σε όλα αυτά τα βήματα και μίλησε:

-Δεν ξέρεις πόσο δύσκολο ήταν αυτό που μόλις έκανα, της είπε.

-Ξέρω, απάντησε. Ήθελα εσύ να συνειδητοποιήσεις πόσο εξίσου δύσκολο και τρομακτικό ήταν για μένα να τα αφήσω όλα και να έρθω... Έχουμε πολλά να πούμε.

Κούνησε το κεφάλι του αρνητικά και την αγκάλιασε. Κοίταξε τα φώτα της πόλης που απλώνονταν από κάτω τους. Ο φόβος ανήκε πια στο παρελθόν ενώ εκείνοι μιλούσαν για το μέλλον.

-Όχι, της είπε. Δεν έχουμε πολλά να πούμε. Έχουμε πολλά να ζήσουμε...