Ακούστηκε η σπαρακτική κραυγή μιας μάνας.

Ένα κλάμα σα μουσική παντού αντήχησε και

μια νέα ζωή, αθώα ψυχή γεννήθηκε!

Το σύνθημα δόθηκε και μέγας χορός ξεκίνησε.

 

Άρχιζε ν’ ανθίζει στο κάλεσμα μιας άρπας και

να λικνίζεται στον κυματισμό της μουσικής.

«Χαϊδεύει το γέλιο σου το δρόμο που στρώσαμε,

με όνειρα κι ελπίδες για σένα, παιδί μας».

 

Δυο μικρά παιδιά βρέθηκαν να χορεύουν μαζί,

ένα αγόρι κι ένα κορίτσι χέρι χέρι,

σα δυο μικροί κύκνοι που παίζουν σε μια λίμνη.

Τα δυο παιδιά έγιναν νέοι και ζωήρεψε ο χορός.

 

Μια κοπέλα σαν ανθισμένος ροδανθός την άνοιξη,

με τα λικνίσματά της σαγηνεύει τ’ αγόρι,

που την ήθελε παντοτινά μες στην καρδιά του.

Έτσι ο «χορός του Ησαΐα» δεν άργησε να’ρθεί.

 

Ο ρυθμός έγινε πιο νευρώδης, αλλά συνάμα αργός.

Δυο παιδιά προστέθηκαν και μπήκαν στο χορό.

Τα χρόνια πέρασαν και η μουσική ξεθώριασε.

Τα δυο ανθισμένα κυκλάμινα μαράθηκαν.

 

Ο χορός κόντευε να τελειώσει κι ο χάρος σίμωνε.

Μια κραυγή ακούστηκε σαν πόνος από αγκάθι και

ένα κλάμα αντήχησε από τους άλλους του χορού.

Ο Χορός της Ζωής τελείωσε, μιαν ώρα κράτησε!

 

*Πρόκειται για ένα ποίημα που έγραψα ως μαθητής πριν από πολλά χρόνια εμπνεόμενος από τον πίνακα του Νορβηγού Ζωγράφου Edvard Munch “The Dance of Life”.