Δειλινό!  Η φύση δεινός ζωγράφος, παίζει με τα έντονα χρώματα του ουράνιου τόξου.

Ο ήλιος, πυρακτωμένη σφαίρα  καρφιτσωμένη στο στερέωμα, αργα-αργά χαμηλώνει.

Ετοιμάζεται να αφεθεί στη γαλάζια τσαχπινιά της πλανεύτρας θάλασσας –

εκεί  όπου ο ορίζοντας χαράζει πύρινη γραμμή.

Η θάλασσα κυλάει τα νερά της σαν κοπελιά που κάθε τόσο σιάχνει τις πιέτες του φορέματός της.

Το κύμα γλείφει τη γερασμένη προβλήτα, λες και προσπαθεί να απαλύνει τις πληγές που άνοιξε ο χρόνος.

Ο γέρο-ψαράς καθισμένος στη μισοφαγωμένη προβλήτα ψαρεύει!

Δίπλα του ένα τενεκεδάκι με χώμα νωπό, μυρωδάτο, το σώμα της γης.

Αν  το ανασκάψεις λιγάκι θα το δεις να αργοσαλεύει.

Σκουλικάκια!… Ζωντανές μπουκιές,  δόλωμα για τα ψάρια…

Πιο πέρα, ένα καλάθι σπαρταριστά ψάρια! Η φίλη του η θάλασσα τον φίλεψε  με ότι πιο λαχταριστό!

Σκυφτός. Το βλέμμα του προσηλωμένο στην πετονιά.

Πρόσωπο ανέκφραστο, σκαμμένο από το χρόνο.

Ο καπετάν-Κυριάκος είναι δεμένος με τη θάλασσα. Νοτισμένος με την αλμύρα της.

Καπετάνιος στα νιάτα του – έφαγε τη θάλασσα με το κουτάλι – που λένε.

Και τώρα που έφτασε στο σούρουπο της ζωής,  η θάλασσα παραμένει σύντροφός του πιστή.

Περνάνε ώρες ατέλειωτες μαζί. Μιλάνε την ίδια γλώσσα, κοινές οι αναμνήσεις,

τους δένει μια ολάκερη ζωή – η ζωή του γερο-Κυριάκου. 

Τα πενήντα-πέντε γεμάτα χρόνια που πέρασαν μαζί. Έτσι κάθε μέρα , έχουν ραντεβού εδώ στο ίδιο σημείο…

Γύρω ερημιά… Σουρουπώνει… Ο καιρός αγριεύει… Φθινόπωρο βλέπεις!

Αίμα στάζει η θάλασσα καθώς η πύρινη ηλιόσφαιρα  βουτά στα νερά της.

Ο αγέρας δυναμώνει και ο Ποσειδώνας τα βάζει με το κύμα.

Η θάλασσα βογγά καθώς ξεδιπλώνει τα κύματά της.

Μα ο γερο-ψαράς ακίνητος ψαρεύει. Ασάλευτη  η παρουσία του, σκιά με φόντο

τον αιματοβαμμένο ουρανό. Το βλέμμα του χάνεται στην απεραντοσύνη της.

Η καρδιά του ξέχειλη από το τραγούδι της.

Ένα τραγούδι ηδονικό… μια μελωδία που πλανεύει, όπως πλάνεψαν  κάποτε,

τον Οδυσσέα οι σειρήνες.

Θάλασσα πλανεύτρα, προκλητικά  γοητευτική

τόσο επικίνδυνη όσο και μοναδική!!!

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!