Select Page

Πάσχα και λογοτεχνία (μέρος 2ο)

Πάσχα και λογοτεχνία (μέρος 2ο)

Η μεγάλη Εβδομάδα, εκτός από τη θρησκευτική της διάσταση, αποτελεί και την προσπάθεια του ανθρώπου για να κατακτήσει ένα νόημα μέσα στην ίδια του τη ζωή, το πάντα διαχρονικό συναίσθημά του και τη διαρκή υπαρξιακή του αγωνία. Οι μεγάλοι μας λογοτέχνες ήταν αδύνατο να μείνουν ανεπηρέαστοι και να μην μας δώσουν κομμάτια από την ψυχή τους …

 

Γράφει ο Άγγελος Σικελιανός στο «Στ’ Οσιου Λουκά το μοναστήρι»

«Στ’ Οσιου Λουκά το μοναστήρι, απ’ όσες
γυναίκες του Στειριού συμμαζευτήκαν
τον Επιτάφιο να στολίσουν, κι’ όσες,
μοιρολογήτρες, ως με του Μεγάλου
Σαββάτου το ξημέρωμα αγρυπνήσαν,
ποια να στοχάστη έτσι γλυκά θρηνούσαν! -
πώς, κάτου απ’ τους ανθούς, τ’ ολόαχνο σμάλτο
του πεθαμένου του Αδωνη ήταν σάρκα
που πόνεσε βαθιά;

 

 

Γιατί κι’ ο πόνο
στα ρόδα μέσα, κι’ ο επιτάφιος θρήνος,
κ’ οι αναπνοές της άνοιξης που μπαίναν
απ’ του ναού τη θύρα, αναφτερώναν
το νου τους στης Ανάστασης το θάμα,
και του Χριστού οι πληγές σαν ανεμώνες
τους φάνταζαν στα χέρια και στα πόδια,
τι πολλά τον σκεπάζανε λουλούδια,
που έτσι τρανά, έτσι βαθιά ευωδούσαν!

Αλλά το βράδυ το ίδιο του Σαββάτου,
την ώρα π’ απ’ την Αγια Πύλη το ένα
κερί επροσάναψε όλα τ’ άλλα ως κάτου,
κι’ απ’ τ’ Αγιο Βήμα σάμπως κύμα απλώθη
το φως ως με την ξώπορτα, όλοι κι’ όλες
ανατριχιάξαν π’ άκουσαν στη μέση
απ’ τα «Χριστός Ανέστη» μιαν αιφνίδια
φωνή να σκούξει: “Γιώργαινα, ο Βαγγέλης!”

Και να, ο λεβέντης του χωριού, ο Βαγγέλης,
των κοριτσιών το λάμπασμα, ο Βαγγέλης,
που τον λογιάζαν όλοι για χαμένο
στον πόλεμο – και στέκονταν ολόρτος
στης εκκλησιάς τη θύρα, με ποδάρι
ξύλινο, και δε διάβαινε τη θύρα
της εκκλησιάς, τι τον κυττάζαν όλοι
με τα κεριά στο χέρι, τον κυττάζαν
το χορευτή που τράνταζε τ’ αλώνι
του Στειριού, μια στην όψη, μια στο πόδι,
μα ως να το κάρφωσε ήταν στο κατώφλι
της θύρας, και δεν έμπαινε πιο μέσα!

Και τότε, – μάρτυράς μου νάναι ο στίχος,
ο απλός κι’ ο αληθινός ετούτος στίχος, -
απ’ το στασίδι πούμουνα στημένος
ξαντίκρυσα τη μάνα, απ’ το κεφάλι
πετώντας το μαντίλι, να χιμήξει
σκυφτή και ν’ αγκαλιάσει το ποδάρι,
το ξύλινο ποδάρι του στρατιώτη,
(έτσι όπως τόειδα ο στίχος μου το γράφει,
ο απλός κι’ αληθινός ετούτος στίχος),
και να σύρει απ’ τα βάθη της καρδιάς της
ένα σκούξιμο: «Μάτια μου, Βαγγέλη!».

 

 και ο Γιάννης Ρίτσος στην «Εαρινή Συμφωνία»


«Ακου τα σήμαντρα
των εξοχικών εκκλησιών.
Φτάνουν από πολύ μακριά
από πολύ βαθιά.
Απ’ τα χείλη των παιδιών
απ’ την άγνοια των χελιδονιών
απ’ τις άσπρες αυλές της Κυριακής
απ’ τ’ αγιοκλήματα και τους περιστεριώνες
των ταπεινών σπιτιών.

Ακου τα σήμαντρα
των εαρινών εκκλησιών.
Είναι οι εκκλησίες
που δε γνώρισαν τη σταύρωση
και την ανάσταση.

Γνώρισαν μόνο τις εικόνες
του Δωδεκαετούς
που ‘χε μια μάνα τρυφερή
που τον περίμενε τα βράδια στο κατώφλι
έναν πατέρα ειρηνικό που ευώδιαζε χωράφι
που ‘χε στα μάτια του το μήνυμα
της επερχόμενης Μαγδαληνής.

Χριστέ μου
τι θα ‘τανε η πορεία σου
δίχως τη σμύρνα και το νάρδο
στα σκονισμένα πόδια σου;».

Στο «Θάνατος του παλληκαριού», ένα από τα λίγα και ίσως το καλύτερο από τα διηγήματα που έγραψε ο Κωστής Παλαμάς, η δράση εκτυλίσσεται σ’ ένα χωριατόσπιτο στο Μεσολόγγι ή αλλιώς Θαλασσοχώρι, με φόντο τα συντηρητικά ήθη της εποχής, τις προλήψεις και τον κομπογιαννιτισμό. Η υπόθεσή του έχει αρχή μια Μεγάλη Παρασκευή και τέλος τη Μεγάλη Παρασκευή της επόμενης χρονιάς. Δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο περιοδικό «Εστία» το 1891. . Το ίδιο περίπου θέμα πραγματεύεται και το διήγημα «Βασίλης ο Αρβανίτης» που γράφτηκε το 1943 από το Στρατή Μυριβήλη. Δράση με νέους ανθρώπους, που συνέβησαν πάλι τη Μεγάλη Παρασκευή.

ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ: «Ελεγείο πάνω στον τάφο ενός μικρού αγωνιστή»
«Πάνω στο χώμα το δικό σου λέμε τ’ όνομά μας.
Πάνω στο χώμα το δικό σου σχεδιάζουμε τους κήπους και τις πολιτείες μας.
Πάνω στο χώμα σου είμαστε. Εχουμε πατρίδα.
Επαιξες τη φωτιά. Επαιξες το Χριστό.
Επαιξες τον Αη-Γιώργη και το Διγενή.
Ανέβηκες στο πεζοδρόμιο κ’ έπαιξες τον Άνθρωπο!»

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ: «Ασμα μικρό»
«Χάθηκε αυτός ο οδοιπόρος.
Είχε συνάξει λίγα φύλλα
ένα κλαδί γεμάτο φως
είχε πονέσει.
Και τώρα χάθηκε…
Αγγίζοντας αληθινά πουλιά στο έρεβος
αγγίζει νέους ουρανούς
η προσευχή του μάχη.
Εαρ μικρό έαρ βαθύ έαρ συντετριμμένο».

Τέλος, η Κική Δημουλά στο «Γραμματείς και πρεσβύτεροι αιώνες»


«Ιδού η μικροτάτη Παρασκευή πάλι
σε βαφή Μεγάλης βουτηγμένη.

Μέτωπο αιμάτινο σου πλέκουν τ’ ακανθώδη έθιμα
και επί τον ιματισμόν σου έβαλαν κλήρο
η νηστεία ο Μπαχ τα βαρελότα και η μέθοδος
να φτάνει με καρφιά στα άκρα του ο πόνος.

Τι κι αν εσχίσθη το καταπέτασμα των χαμομηλιών
τι κι αν χρωμάτων στρατιαί εξεπλήττοντο

σταύρωσον σταύρωσον αλαλάζουν
τα κρεοπωλεία οι ψησταριές κι οι φούρνοι.

Δε μ’ άκουσες.
Αφησες ανύμφευτη την κόμη της Μαγδαληνής
και σπατάλησες το σπάνιο Νυμφίο άρωμά σου
για να κάνεις τεστ αληθείας στην αγάπη, στον πλησίον.
Σου φώναζα να τους αφήσεις όπως είναι

όπως τους παραλάβαμε από την υπαρξιακή παράδοση
όπως περιγράφτηκαν από στόμα σε στόμα
από πικρό ποτήριον σε πικρότερο. Δε γλίτωσε
σταυρώθηκε όποιος διανοήθηκε να τους επαληθεύσει.

Προσκυνώ το οικείον προσφιλές μου σφάλμα σου.
Εν συντριβή περιστρέφω τη σούβλα
αδημονώντας σε αμνέ μας».

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

2 Σχόλια

  1. Μαργαρίτα Αρβανίτη

    Πόσο όμορφη η παρουσίασή σου αυτή Βαγγέλη! Η επικαιρότητά της με έκανε να βιώσω πιο όμορφα τις μέρες αυτές και τη σημασία τους. Ομορφες περίτεχνες εικόνες, φωτογραφίες αναφοράς, στίχοι μοναδικοί έφτιαξαν ένα μοναδικό σκηνικό – υπενθύμιση της σημασίας των ημερών που γιορτάζουμε! Ξεχωριστή η ματιά σου μέσα από την τέχνη και την δική σου τεχνική στησίματος της σελίδας, οδήγησε και την δική μου σε ανάλογη συγκίνηση ! Νάσαι καλά και να μας χαρίζεις τόσο όμορφες αναφορες για τόσο όμορφες γεμάτη νόημα στιγμές!

    Απάντηση
  2. Βαλάντης Μπάτσαρης

    Ελλάδα, Χριστιανοσύνη, παράδοση. Ένα απάνθισμα του πνεύματος διαμέσου των χρόνων, Ό,τι καλύτερο Βαγγέλη.

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Ακολουθήστε μας!

Ακόλουθοι

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!