A39

Πατρίδα δεν έχω να σου ονομάσω γιε μου

Κι αν κάποτε είχα νεκρή ετούτη η μνήμη

Αγνάντεψα μια θάλασσα όνειρο αντρίκιο

τέτοια που να χωρά μια απλωσιά αγάπη

Βλαστάρια έβγαλα από τούτο το κράμα

Τα πότισα με δάκρυα και ιδρώτα

άνθρωποι χρήσιμοι κι απλοί να γεννούν

τα αγαθά του κόσμου δίκαια να γεύονται

Μα σωπάσανε βλέπεις οι δικαιοσύνες μας

κι ας γεμίσαμε από δικαστήρια και δικαστές

Οι καμπάνες έπαψαν να ηχούν ευλαβικά

Αδειάσαν τα καθίσματα στις εκκλησιές

και τις εικόνες κανείς δεν προσκυνά

Μολύνθηκαν κι οι αυλές των σχολείων

γεμίσανε οι φάμπρικες από άγουρα χέρια

Ξεκορμίζονται ζωές πριχού ν’ ανθίσουν

κι ατροφεί λυπημένο το δεντρί της γης

Δεν έχω πατρίδα γιε μου δεν είμαι από εδώ

Ξένος μέσα στους ξένους και εχθρός

Πέτρα βουβή και μοναχή δεν ταίριαξα του κόσμου

Δεν τόλμησα ποτέ να αναμετρηθώ μ’ όλους αυτούς

Τούτο θαρρώ ενοχικά βάρος μεγάλο μου ‘ναι…

 

«Πέτρα βουβή στο βορεινό
πως νταγιαντίζεις πες μου
το ξεροβόρι του χιονιά
την όργητα τ' ανέμου
Κι οι πέτρες δεν την έχουνε
την τόση αμοναξά μου
γιατί είδα μια κι είχε αγκαλιά
τη ρίζα τ' ασφεντάμου...»

Στίχοι: Γιώργος Σταυρακάκης (Μιχαλομπάς)
Μουσική: Βασίλης Ξυλούρης
Πρώτη Εκτέλεση: Ψαραντώνης

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!