
Απελπισμένοι για έρωτα,
διψασμένοι για πόθο
αναζητάμε το θείο δώρο της έξαρσης.
Κι εγώ στα μάτια σου εφηύρα ένα βωμό
να εναποθέσω τα πάθη μου,
κι όλα μαζί
γύρισαν και με κυνήγησαν
ώσπου να σ’ αρνηθώ.
Ώσπου να αναζητώ την σωτηρία της λύτρωσης.
Αυτό που με τόσο σθένος πάσχιζα
τώρα παλεύω να διαλύσω από μέσα μου.
Τώρα που τη νύχτα αυτή
η λύσσα έφτασε στον κολοφώνα της
κι ο παράδεισος των υποσχέσεων εξανεμίστηκε.
Τώρα που οι σκέψεις μου δεν φτάνουν να σε πείσουν,
δε φτάνουν να με γλυτώσουν από τη Νέμεση,
κι η κάθαρση που ικετεύω δεν επέρχεται.
Απομένω μόνη˙
να εχθρεύομαι τον μόνο υπαίτιο της δυστυχίας μου,
την ψυχή μου.
_
γράφει η Κωνσταντίνα Γερονικάκη








[…]Απομένω μόνη˙ να εχθρεύομαι τον μόνο υπαίτιο της δυστυχίας μου, την ψυχή μου[…]
Γράφετε με γδαρμένη την ψυχή κι αυτό σας κάνει οικεία στη δική μου.
Όμορφη ποίηση. Καλώς ήρθατε!
[………………….]
Ας σιωπούσε η πένα μου κι απόψε.
Μα, είναι που έχω συνδέσει τη γραφή με τα πάθη μου.
Κι ό,τι ποτέ ξανά, αναφώνησα, όλα μέχρι τέλους τα ’χω πράξει.
Να μην ξεγυμνώσω ποτέ ξανά την ψυχή μου σ’ ένα ποίημα.
[……………..]
Καλώς σας βρήκα λοιπόν, χαίρομαι ιδιαίτερα γι’αυτό!