Περιμένω τη σκέψη που θα σε φέρει κοντά μου
καβαλάρη της χίμαιρας, ιππότη του ονείρου μου...
Με λυγμούς και παροξυσμούς, με ορμές και παρορμήσεις
απεκδύομαι τη λήθη και πλέκω το φόρεμα της απαγορευμένης μνήμης.
Παγιδεύομαι στα νήματα του "μη".
Βιάζομαι. Είμαι εκτεθειμένη στη σιωπηλή στασιμότητα του κενού.
Γυμνή, μες στο βαρύ χειμώνα του μυαλού, μόνη
αφού μου έκλεψες τον Μάρτη
και χάθηκες στην υδατογραφία μιας ανεκπλήρωτης απόδρασης.
Φορώ το φόρεμά μας κι ανασαίνω καθαρό αέρα αναμνήσεων.
Βγαίνω στο δρόμο. Η μέρα στέρεψε
και δεν πρόλαβα να πιω ούτε μια στάλα μαύρο φως.

 

_

γράφει η Εύα Μπουγιούκου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!