Select Page

«προς το άλλο πρόσωπο», δοκίμιο της Ελευθερίας Μπέλμπα

«προς το άλλο πρόσωπο», δοκίμιο της Ελευθερίας Μπέλμπα

 

 

«προς το άλλο πρόσωπο»

Η αναφορά σε ένα άλλο πρόσωπο στην ποιητική σύνθεση γίνεται στα πλαίσια ένταξης του υποκειμένου σε έναν ευρύτερο χώρο από τον προσωπικό. Διαφοροποιούνται τα κίνητρα και οι στόχοι κάθε φορά με τη σηματοδότηση μιας άλλης εστίασης ή απλώς οι επικλήσεις συνηγορούν στην αφύπνιση της ευαισθησίας, τη λειτουργία του συγκινησιακού, την ένθετη διαλογικότητα και λοιπά κοινά.
Σύνηθες το μοτίβο της φυγής με προοπτική έναν στόχο ή όραμα γίνεται το θεμέλιο της αποστασιοποίησης από το «εσύ». Στο ποίημα, «Στη Μελπομένη Α. Τζανάκου» της Νέλλης Λαγάκου οι αποστροφές προς το άλλο πρόσωπο βασίζονται σε αποφατικές διατυπώσεις («Χωρίς προειδοποίηση έφυγες, χωρίς να γράψεις[...]/κι ούτε μικρό χελιδόνι δεν πρόφθασε») [1].

Χωρίς προειδοποίηση έφυγες, χωρίς να γράψεις
ένα μικρό, ελάχιστο στην πόρτα σημείωμα
για να σε βρει ο ήλιος κι ο έρωτας. Έφυγες βιαστικά
κι ούτε μικρό χελιδόνι δεν πρόφθασε
στην παρτιτούρα του τ’ όνομά σου να γράψει,
να το δώσει στην άνοιξη.
Πώς ξεχάστηκες έτσι και σε πήρ’ η βροχή, πώς
σε τύλιξ’ ο άνεμος, σε ποιο σύννεφο κρύφτηκες;
Όταν φτάνει ο χειμώνας, έρχεσαι μέσα στις θύελλες
κι ύστερα φεύγεις αθόρυβα, παίρνοντας
μια ανεμώνη απ’ της αγάπης το μικρό περιβόλι,
αφήνοντας πίσω διακριτικά τ’ άρωμά σου.

Η σωρευτική χρήση της άρνησης, πέραν της ηχητικής ομοιομορφίας με την επαναφορά και την παρήχηση, έχει εννοιολογικό βάρος: η απομάκρυνση από τον ποιητικό δρώντα έχει το χαρακτηριστικό της οριστικής ρήξης. Σε παρελθόντα χρόνο (ο Αόριστος επισφραγίζει τη συνοπτική διαδικασία και συνακόλουθα πιστοποιείται το αμετάκλητο της εγκατάλειψης («Έφυγες βιαστικά, «δεν πρόφθασε», «πώς ξεχάστηκες έτσι και σε πήρ’ η βροχή, πώς/σε τύλιξ’ ο άνεμος, σε ποιο σύννεφο κρύφτηκες;»). Κινησιακές παραστάσεις καθορίζουν το περίγραμμα όπου τοποθετείται το άλλο πρόσωπο σε μια αναζητητική απόπειρα κυκλική που δεν προεξοφλεί κάποιο θετικό αποτέλεσμα («έφυγες», «έφυγες», «ξεχάστηκες»). Με τις ερωτηματικές προτάσεις μεγεθύνεται το αδιέξοδο εξαιτίας της φυγής που μετριάζεται μόνον από την αέναη παρουσία σε ευθύγραμμο χρόνο με την εκτενή μεταφορά και τα όρια της υπερβολής («όταν φτάνει ο χειμώνας…διακριτικά τ’ άρωμά σου»). Η αντίθεση (άνοιξη-χειμώνας) δεν αλλάζει καθόλου το ακραίο του σχίσματος, λόγω της απομάκρυνσης του ερωτικού συντρόφου («έρχεσαι μέσα στις θύελλες/κι ύστερα φεύγεις»), παρ’ όλο που η εισέλευσή του, παροδική και ορμητική, συνδέεται με το ανέλπιστο βίωμα της αγάπης και τις ανεπαίσθητες επιδράσεις της («μια ανεμώνη απ’ της αγάπης το μικρό περιβόλι»).
Το β ενικό ρηματικό πρόσωπο εντοπίζεται στο κείμενο της προσευχής στο ποίημα του Θανάση Αργυρίου, «Προσευχή» [2].

Χάρισες πνοή ζωής στο χώμα,
κατ’ εικόνα σου μας έπλασες,
κι ομοίωσή σου…
Κύριε,
δεν θέλησαν όλοι άνθρωποι να γίνουν,
στους πλιότερους
πηλός αρέσει να ‘ναι…
Θεέ μου,
όταν θ’ ανοιχτεί της γης σου η Διαθήκη,
αξίωσέ με,
να ‘χω απ’ την κληρονομιά,
μερίδιο…

Η επίκληση στον πλάστη γίνεται με παρομοίωση («κατ’ εικόνα σου μας έπλασες,/κι ομοίωσή σου»): ο άνθρωπος συγγενεύει με το Θεό από τη δημιουργία του ακόμη. Στο ποίημα είναι φανερό ότι υπάρχει μια συνάφεια ανάμεσα στο β ενικό με το α πληθυντικό πρόσωπο («χάρισες», «μας έπλασες») καταρχήν που θεωρείται ενσωμάτωση του αφηγητή στο καθολικό βίωμα (μέρος του συνόλου των θνητών αναγνωρίζει τη δυνατότητα της θέασης με τη συνείδηση της ομοίωσης μέσω του δόγματος). Στην αξιοποίηση του γ πληθυντικού προσώπου επιστρατεύεται το ουσιαστικό «άνθρωπος» με την ουμανιστική σημασία του («δεν θέλησαν όλοι άνθρωποι να γίνουν,/στους πλιότερους/πηλός αρέσει να ‘ναι»), δηλαδή της ολοκληρωμένης πνευματικά οντότητας με ηθική συνείδηση ενεργή˙ στο σημείο αυτό το ποιητικό υποκείμενο επισφραγίζει, με μια αλληγορική ταύτιση με τον πηλό («στους πλιότερους/πηλός αρέσει να ‘ναι»), ότι η πλειοψηφία αρνείται τον υψηλό της προορισμό. Κι η προσωπική παράκληση προς το Θεό εμφαντικά διαχωρίζει τον αφηγητή με τους υπόλοιπους ως προς τη μετοχή στην «κληρονομιά».
Με το β πρόσωπο αποσαφηνίζονται και αφηρημένες σημασίες σε μια οπτική εξωδιηγητική στα αποσπάσματα από τις «Ανεξερεύνητες οδύνες» του Κώστα Καρούσου [3].

χρόνε, στο κουρνιαχτό σου πέρασμα γνέφω
με στόχαση μύθου πέρ’ απ’ τον ήλιο,
έλα στην ανεμόπτερη μασχάλη

Η πρόσκληση στον προσωποποιημένο χρόνο («έλα») μέσα από τις απροσδόκητες συζεύξεις λέξεων, ονοματικών συνόλων («κουρνιαχτό πέρασμα», «στόχαση μύθου», «ανεμόπτερη μασχάλη») θεωρείται τμήμα ενός πλέγματος σημασιών στο συνεχές ποιητικό νήμα. Διάχυτος λυρισμός σκιαγραφεί μια αέναη τριμερή κίνηση του χρόνου («πέρασμα») στο διηνεκές που χαρακτηρίζεται από φυσική απροσδιοριστία («πέρ’ απ’ τον ήλιο»), στο λογισμό που τοποθετείται στη θεωρητική φιλοσοφική οπτική, στο πλασματικό («στόχαση μύθου»).

Ειρήνη, μέγας κύκλος η γέννα σου
διψασμένη στ’ ασφοδείλια των βράχων
η σκέψη σπονδυλώνει την όστρια

Η αφηρημένη σημασία της ειρήνης γίνεται πιο ειδική εξετάζοντας το γλωσσικό περικείμενο των προηγούμενων στροφών, συνεπώς η ομόνοια στο διεθνές σκηνικό επιβεβλημένη και ευκταία στα συμφραζόμενα εμψυχώνεται δείχνοντας την αισιόδοξη προοπτική από την εφαρμογή της («μέγας κύκλος η γέννα σου»). Συνειδητά η επιδίωξη της ειρήνευσης εντοπίζεται στο φυσικό τοπίο που αναδιπλώνεται παντού με έμφαση στο βραχώδες αξιοθέατο («στ’ ασφοδείλια των βράχων») και το ουράνιο στερέωμα («σπονδυλώνει την όστρια»).
Ενίοτε το πρόσωπο που εισδύει στο λόγο διακρίνεται για τα χαρακτηριστικά που γίνονται ιδεολογικό επίκεντρο, χωρίς απαραίτητη συνύπαρξη έστω και παράλληλα με τον αφηγητή. Στο ποίημα του Τάκη Καρβέλη, «Ένα ακόμη βήμα» , υπάρχει διάσταση ανάμεσα σε μια, κατά το δυνατόν, αποστασιοποιημένη απεικόνιση του κόσμου χωρίς συναισθηματική σύμπνοια και την αναφορά στο πρόσωπο που γίνεται ξεχωριστό υπόδειγμα ζωής [4].

Καιρός μουντός. Τό κρύο τσουχτερό.
Τό σφύριγμα τοῦ ανέμου
σφυροκοπᾶ τή μνήμη σου.
Μέσα στό σπίτι ἡ ζεστασιά κι ἡ θαλπωρή
μέ τόν πατέρα τή μητέρα
κι ὃλα τ’ ἀδέρφια στήν ἀράδα.
Τότε, ἐσύ, ὁ πιό μικρός,
σηκώνεσαι ἀναπάντεχα
ντύνεσαι βιαστικά
κατρακυλᾶς στά σκαλοπάτια
κι ὁρμᾶς στήν κίνηση τοῦ δρόμου
ἀναζητώντας τήν ἐπιβεβαίωση τῆς ἡλικίας σου
κάνοντας ἒτσι ἓνα βῆμα
πρός τή δική σου ἐλευθερία.

Αρχικά παρατηρείται η αντίθεση ανάμεσα στον εξωτερικό («καιρός…τή μνήμη σου») και εσωτερικό χώρο («μέσα…στήν ἀράδα») που αναγνωρίζονται ως φορείς άλλων συνθηκών, αντίστοιχα του κρύου και της ζεστασιάς. Ομοιόμορφα τα πρόσωπα στο εσωτερικό, μέλη της συμπαγούς οικογένειας, απολαμβάνουν τα προνόμια της προσαρμογής τους σε συνθήκες προστασίας («ἡ ζεστασιά κι ἡ θαλπωρή»). Αίφνης το β ρηματικό πρόσωπο που εκφέρεται από την εξωδιηγητική φωνή γίνεται βάση του κεντρικού ιδεολογικού πυρήνα του ποιήματος. Η ελευθερία («ἓνα βῆμα/πρός τή δική σου ἐλευθερία») κατακτάται με την προώθηση της ανομοιογένειας: η μετάβαση εκτός του οίκου σε ρυθμούς ταχύτατους («ντύνεσαι…τοῦ δρόμου»), δηλωτικούς της αποφασιστικότητας ουσιαστικά χειροτονείται ως χάρισμα (βιολογικά και διανοητικά) της νεότητας («ἀναζητώντας τήν ἐπιβεβαίωση τῆς ἡλικίας σου»).
Στο ποίημα του Κ.Γ. Καρυωτάκη, «φύγε, ἡ καρδιά μου νοσταλγεῖ» , η αποστροφή στην ερωτική σύντροφο ενισχύει τη συγκίνηση [5].

Φύγε κι ἂσε με μοναχό, πού βλέπω να πληθαίνει
ἀπάνω ἡ νύχτα, καί βαθιά νά γίνονται τά χάη.
Οὒτε τοῦ πόνου ἡ θύμηση σέ λίγο πιά δέ μένει,
κι εἶμαι ἂνθος πού φυλλορροεῖ στό χέρι σου καί πάει.

Φύγε καθώς τά χρόνια κεῖνα ἐφύγανε, πού μόνον
μιά λέξη σου ἦταν, στή ζωή, γιά μένα σάν παιάνας.
Τώρα τά χείλη μου διψοῦν τό φίλημα τῆς μάνας,
τῆς μάνας γῆς, καί ἀνοίγονται στό γέλιο τῶν αἰώνων.

Φύγε, ἡ καρδιά μου νοσταλγεῖ τήν ἂπειρη γαλήνη!
Ταράζει καί ἡ ἀνάσα σου τά μαῦρα τῆς Στυγός
νερά, πού μέ πηγαίνουν, ὃπως εἶμαι ναυαγός,
ἐκεῖ, στό ἀπόλυτο Μηδέν, στήν Ἀπεραντοσύνη.

Η δυνατότητα του χωρισμού αποσαφηνίζεται με τη χρήση της Προστακτικής («φύγε») στην αρχή των στροφών. Κλιμακωτά η αντίθεση με το λυρικό «εγώ» επιτυγχάνει την ενσωμάτωση του αναγνώστη στην ιδιωτική σφαίρα του αφηγητή, την περιορισμένη οπτική που οφείλεται και στην πεισιθάνατη άλογη εμπειρία («ἂσε με μοναχό, πού βλέπω να πληθαίνει/ἀπάνω ἡ νύχτα, καί βαθιά νά γίνονται τά χάη»,«μιά λέξη σου ἦταν, στή ζωή, γιά μένα σάν παιάνας./Τώρα τά χείλη μου διψοῦν τό φίλημα τῆς μάνας»). Έτσι το β ενικό πρόσωπο καταρχήν οριοθετεί την αίσθηση της νύχτας και του απείρου σε μια συμβολική σημειολογία της απόγνωσης πράγμα που γίνεται ενσυνείδητα. Η διασάφηση της αδυναμίας από τη φυγή της αγαπημένης απεικονίζεται με τη μεταφορική χρήση («εἶμαι ἂνθος πού φυλλορροεῖ στό χέρι σου καί πάει»).
Η διαδικασία της φυγής παρομοιάζεται με την έλευση των ετών βαρύνουσα («φύγε-ἐφύγανε»). Στην αναδρομική αφήγηση με την κτητική αντωνυμία («φυλλορροεῖ στό χέρι σου», «μιά λέξη σου ἦταν», «τώρα τά χείλη μου», «ἡ καρδιά μου νοσταλγεῖ», «ταράζει καί ἡ ἀνάσα σου») ενισχύεται η διαφορά παρόντος και παρελθόντος για τον καθορισμό της δυναμικής της ευτυχίας (πήγαζε από το ερωτικό βίωμα, ενώ πια αναζητείται στον επικείμενο θάνατο). Στην τελευταία στροφή αισθητοποιείται με πλήρη σαφήνεια η ερεβώδης ατμόσφαιρα με εσωτερική εστίαση μέσα από μια ενδοκοσμική γνώση του θανάτου˙ έτσι η συντροφικότητα αποτελεί τροχοπέδη της αφομοίωσης από τη νηνεμία της διαδρομής προς τον κάτω κόσμο. Το άλλο πρόσωπο σκιαγραφείται αφαιρετικά με την επισήμανση εντός αισθητικών παραστάσεων («χέρι», «λέξη», «ανάσα»).
Στο απόσπασμα από το κείμενο, «Στο μνημείο του ποντάρω» , του Πότη Κατράκη το β ενικό πρόσωπου υποδηλώνει τη συγκεκριμένη επιλογή διαβίωσης σε αντιδιαστολή με το ποιητικό «εγώ» και το περιγραφικό «αυτός» [6].

Εσύ έχεις τη δική σου κοκορεβιθιά
να σου βοτανίζει τα μυαλά
και να ξεριζώνει τις τσουκνίδες απ’ τα μάτια σου.
Εγώ έχω το δικό μου πολυέλαιο
να λιώνει το χιόνι
που σκαλώνει τη νύχτα στον πόθο μου.

Ειδικά μια τριάδα προσώπων αναμετράται ως προς το αμετάκλητο έθος ως δοκιμασμένη διαδικασία επιβίωσης. Το «εσύ» μέσω του σατιρικού ύφους αναδεικνύεται ως αναπόσπαστο μέρος της πνευματικής έκστασης («να σου βοτανίζει τα μυαλά»)˙ συνάμα το σκώμμα υποβιβάζει την υποβολή («εσύ έχεις τη δική σου κοκορεβιθιά») και την τάση εγρήγορσης της παρατήρησης («να ξεριζώνει τις τσουκνίδες απ’ τα μάτια σου»). Αντίθετα ο αφηγητής και το γ πρόσωπο γίνονται υποχείρια μιας εθιστικής αφομοίωσης των συμβεβηκότων, ο πρώτος αντιπαλεύοντας τον ορμητισμό του με την ψυχρότητα του περιβάλλοντος και ο δεύτερος γεμίζοντας αποθέματα εμπειριών υπόλογων για την αστάθεια στα πλαίσια του προορισμού της λήθης («σκαλώνει τη νύχτα στον πόθο μου»).
Τελικά οι προθέσεις συγκλίνουν όσον αφορά την έφεση προς την αποσόβηση των τετριμμένων κινδύνων. Προκρίνεται το β πρόσωπο, δίχως να αποσαφηνίζεται η ταυτότητά του, με έμφαση στο σύνδρομο της συνειδητής εξιδανίκευσης των αναγκαστικών δοκιμασιών.

 

_____

βιβλιογραφία
▪Λαγάκου, Ν.Β. 1993. Μήνιν άειδε, θεά. Αθήνα: Φιλιππότη
▪Αργυρίου, Θ. 2000. Ποιο το χρώμα της φυγής; Αθήνα: Δρομεύς
▪Καρούσος, Κ. 1994. Ανεξερεύνητες οδύνες. Αθήνα: Πάραλος
▪Καρβέλης, Τ. 2002. Στην άβυσσο της λήθης. Αθήνα: Γαβριηλίδης
▪Καρυωτάκη, Κ.Γ. 1981. Ποιήματα. Αθήνα: εκδόσεις Γ. Οικονόμου
▪Κατράκη, Π. 2002. Τα μάτια της ελπίδας. Αθήνα: εκδόσεις Μαυρίδης

 

[1] Λαγάκου, Ν.Β. 1993. Μήνιν άειδε, θεά. Αθήνα: Φιλιππότη

[2] Αργυρίου, Θ. 2000. Ποιο το χρώμα της φυγής; Αθήνα: Δρομεύς

[3] Καρούσος, Κ. 1994. Ανεξερεύνητες οδύνες. Αθήνα: Πάραλος

[4] Καρβέλης, Τ. 2002. Στην άβυσσο της λήθης. Αθήνα: Γαβριηλίδης

[5] Καρυωτάκη, Κ.Γ. 1981. Ποιήματα. Αθήνα: εκδόσεις Γ. Οικονόμου

[6] Κατράκη, Π. 2002. Τα μάτια της ελπίδας. Αθήνα: εκδόσεις Μαυρίδης

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΜΠΕΛΜΠΑ

Η Ελευθερία Μπέλμπα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1969. Σπούδασε ελληνική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός. Δοκίμια, μεταφράσεις, κριτικές λογοτεχνίας της ίδιας έχουν δημοσιευτεί στο λογοτεχνικό τύπο. Αποσπάσματα του έργου της περιλαμβάνονται σε ανθολογίες. Είναι μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών και της Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η. [Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών και Συγγραφέων των Πέντε Ηπείρων].Εκδόσεις: ♦ «Φθινοπωρινές νότες», ποιήματα, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1994 ♦ «Δίχτια», ποιήματα, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1996 ♦ «Poesis modus», ποιήματα, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1996 ♦ «Γλωσσική διδασκαλία για την Α΄ Λυκείου», (γραμματικά-συντακτικά φαινόμενα της αρχαίας ελληνικής), Γρηγόρη, 1997 ♦ «Αμόλεχος», ποίηση, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1999 ♦ «Έαρος νυχτερινό κατευόδιο», ποιήματα, Νέα Σύνορα, Αθήνα 2000 ♦ «Η κυρία Άλρα», ποιήματα, Ανατολικός, Αθήνα 2002 ♦ «Άσκηση πάνω στα δοκίμια του Αλέκου Βασιλείου», δοκίμια, Αθήνα 2003 ♦ «Προς τους ολυμπιακούς αγώνας εν Αθήναις, 2004», ποίηση-περιλαμβάνεται στο «Ολυμπιακό αφιέρωμα 2004- Ανθολογία της Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η.», Γερμανία, 2004 ♦ «Πολιτική θεωρία», ποιήματα-περιλαμβάνονται στον «Φιλολογικό Κόσμο- Ανθολογία», Ατέρμονο, Αθήνα 2006 ♦ «Οδοιπορικό στη γραμμή του θέρους (επιστολή στον Ίωνα)», ποίηση-περιλαμβάνεται στην «4η Ανθολογία της Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η.», Ζήτη, Θεσσαλονίκη 2009

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!