Πρόχειρες αναμνήσεις

21.02.2015

 

 

Δεν κοιμήθηκα καθόλου απόψε... ούτε για ψίχα ώρα δεν με ξεγέλασε!... Η σκέψη πως θα πήγαινα ύστερα από δυο χρόνια στο Σχολειό όπου τελείωσε η θητεία μου ως καθηγήτριας  με κράτησε ξάγρυπνη.

Θα ξανάβλεπα τους καλούς μου συναδέλφους, τους λατρεμένους μαθητές… Αχ! αυτά τα παιδιά!... Και τι δεν γίνεται για χάρη τους!...

Και να ’μαι στις 8 ακριβώς στο Μουζάκι. Περπάτησα αρκετά μέχρι το Σχολειό… Στο δρόμο παρέες μαθητών άλλοι με ποδήλατα και άλλοι πεζή αστειευόντουσαν ανέμελα.

Όσο πλησιάζω νοιώθω την καρδιά μου να χτυπάει πιο δυνατά και πιο γρήγορα. «Σήμερα χτυπούν πολλές καρδούλες σ’ αυτόν το ρυθμό, η κάθε μια για τους δικούς της λόγους», σκέφτομαι.

Σφιχτές αγκαλιές, φιλιά με παλιούς και νέους συναδέλφους… Χαρά μεγάλη, κουβεντούλα μέχρι να έρθει ο παπάς για τον αγιασμό… Όλα στην εντέλεια κατά πώς το προστάζει η μέρα. Ύστερα το κουδούνισμα που μας καλεί όλους στο προαύλιο. Δυο σκαλοπάτια πιο ψηλά το τραπέζι με τον βασιλικό, που περιμένει να ραντίσει μικρούς και μεγάλους… και απέναντί μας αυτά τα γελαστά μουτράκια, αυτές οι χαρούμενες φατσούλες με όλα τα χρόνια και τα όνειρά εμπρός τους, τούτες οι ψυχές με τις προσδοκίες και τους στόχους, με διάθεση για δημιουργία και ελπίδες… πολλές ελπίδες και πόθους…. κι ο νους ξεστρατίζει. Πόσα χρόνια να πισογύρισε…

Χρονιά του ´56 στο Βόλο. Δυο χρόνια μετά τους καταστροφικούς σεισμούς και ούτε λέξη για νηπιαγωγείο. «Όχι που θ’ αφήσω το παιδί να το πλακώσει το σχολειό…» έλεγε και ξανάλεγε ο μπαμπάς, κόβοντας νευρικές βόλτες στην ευρύχωρη τραπεζαρία με τα χέρια δεμένα πίσω.

«Καλά, καλά, Γιάννη μου!  Μην συγχύζεσαι… Θα γίνει ό,τι πεις…» απαντούσε τρυφερά η μαμά. Έλα όμως που κάτι έπρεπε να κάνω κι εγώ τ’ ατελείωτα πρωϊνά. Για αρχή η μαμά με ξεγελούσε δίνοντάς μου πολύχρωμα κραγιόνια, κόλλες από το χασάπικο της γειτονιάς όπου αντέγραφα ολόκληρες παραγράφους από τα νομικά βιβλία του μπαμπά, δίχως να καταλαβαίνω το παραμικρό. Παρέα το παλιό ραδιόφωνο το Philips…

(Υπάρχει ακόμα και μέχρι σήμερα και αποτελεί εικαστική παρέμβαση στον ίδιο χώρο στην ίδια πάντα θέση)

Γρήγορα όμως τη βαρέθηκα αυτή τη δουλειά. Χάθηκε το ενδιαφέρον μου με το να αντιγράφω παραπομπές και παραγράφους με τα χρωματιστά μολύβια! Κάτι άλλο ήθελα αλλά τι; Μάλλον παρεούλα με άλλα παιδάκια… Πού θα τα εύρισκα όμως; Και η σοφή μαμά (όπως όλες οι μαμάδες) βρήκε τη λύση: Μα γωνία πιο πέρα από το σπίτι μου υπήρχε το 11ο Δημοτικό Σχολείο… μιλιούνια τα παιδιά… Σαν έβγαινα στο μπαλκόνι οι φωνές τους την ώρα του διαλείμματος ακουγόντουσαν δυνατά και καθαρά λες και ήταν στην αυλή μας! Έτσι, λοιπόν, η μαμά, παρακάλεσε την δασκάλα της Πρώτης, την κυρία Μαρία να με δέχεται ως ακροάτρια στην τάξη της, ιδίως τ’ απογεύματα, που δίδασκε ζωγραφική, χειροτεχνία και ωδική. Τί να σας λέω τώρα!... Η καλύτερή μου!... Παρόλο που άλλες φορές ήμουν ζιζάνιο, εκεί, καθόμουνα Παναγία. Φοβόμουν μήπως κάνοντας φασαρία, με διώξει και διόλου δεν ήθελα να συμβεί αυτό. Αν και μικρή, μου έδωσαν κι εμένα ένα κατακόκκινο ψαλιδάκι με στρογγυλεμένες τις μύτες (για να μη βγει κανένα μάτι) κι έκοβα κι έραβα… Χαχαχαχαχαχαχα Αφήστε στην ώρα της ωδικής!... Μια μαγεία!...

Όμως όπως όλα τα ωραία πράγματα που κάποτε τελειώνουν έτσι και για μένα ερχόταν εκείνη η απαίσια στιγμή, που ο Διευθυντής, ο κύριος Κρανάς,  και κατόπιν δάσκαλός μου στις δύο τελευταίες τάξεις, μ’ έδιωχνε επειδή το σχολείο είχε και άλλες λειτουργίες στις οποίες δεν ήταν δυνατόν ν’ ανταποκριθώ. Επέστρεφα, λοιπόν, στο σπίτι με σκυμμένο το κεφάλι. Η μαμά, που καταλάβαινε το λόγο, κάνοντας τάχα την ανήξερη, με ρωτούσε:

­_ Τι έχεις, καλό μου; Γιατί τέτοια μούτρα;

Κι εγώ, φανερά στεναχωρημένη, της απαντούσα με όχι καθαρή άρθρωση… (Τεσσάρων χρόνων ήμουν η καψερή):

_ Άτα… άτα… μαμά… ήτε κύλιος Κλανάς… είπε τα μωλά να παν τη μαμά τους… (Άστα…άστα…Ήρθε ο κύριος Κρανάς και είπε τα μωρά να παν στη μαμά τους)

Ξεσπούσε σε τρανταχτά γέλια και μέχρι το βράδυ το είχε μάθει όλη η γειτονιά.

Πόσο ευτυχισμένη ήμουν ακόμα κι όταν ο κύλιος Κλανάς με έδιωχνε…

 

_

γράφει η Μάρη Παπαποστόλου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Ακολουθήστε μας

Φωτιά

Φωτιά

Μη με κρατάς! Θέλω να πάω κοντά. Τυφλώνομαι απ’ την ομορφιά της. Πρέπει να την αγγίξω κι ας γίνω ανάμνηση στη δίνη της. Είναι η σωτηρία μου. Η αρχή και το τέλος των πάντων.Καρδιά από πέτρα, χέρια και πόδια φτιαγμένα από χαλάζι. Τί να σου κάνουνε κι αυτά;...

Φωτιά

Έως το τίποτα

Σκιάχτρα μορφές Έρχονται και ταράζουν τα όνειρά μου Η διέξοδος μέσα μου Ομίχλη απέραντη   Ταξίδια ανείπωτα Ανατριχιάζουν στο βλέμμα μου Ψιλά γράμματα οι λέξεις Στη συμφωνία θανάτου   Σιωπή απόλυτη Συμπαραστάτης στο πλάι μου Και βήματα μετρημένα...

Όνειρα γραμμένα σε δίσκους

Όνειρα γραμμένα σε δίσκους

Τα θυμάμαι εκείνα τα τραγούδιαόνειρα καλοκαιρινά, αγκαλιές κάτω από τ' άστρα.Θυμάμαι την μελωδία, το στίχο, τον ρυθμόθυμάμαι, θυμάμαι την ζεστασιά και το σ' αγαπώ. Να τ' οι δίσκοι, να και τα όνειρα μαςκάθε μελωδία ξεχωριστή, όπως και κάθε μέραμια μελωδία...

Η ελιά

Η ελιά

           Μεγάλη παρηγοριά φίλε μου το γράψιμο. Σου κρατάει απίστευτη συντροφιά. Έτσι και γράψεις στο χαρτί - ή όπου αλλού δεν έχει σημασία- αυτά που σου βαραίνουν το μυαλό και την καρδιά, πάει περίπατο η όποια μοναξιά σου. Αν δε παράλληλα, τα όσα σου...

Εγγαστριμυθία

Εγγαστριμυθία

             Πόσες ημέρες να έχουν περάσει που η Θεανώ δεν έχει ανταλλάξει δυο ανθρώπινες λέξεις με συνάνθρωπό της; Μια εβδομάδα, δυο;            “Και να δεις που, έτσι όπως πάει το πράμα, θα ξεχάσω πώς μιλάνε οι άνθρωποι, αφού εισπράττω μόνο ήχους και δεν...

Διαβάστε κι αυτά

Εγγαστριμυθία

Εγγαστριμυθία

             Πόσες ημέρες να έχουν περάσει που η Θεανώ δεν έχει ανταλλάξει δυο ανθρώπινες λέξεις με συνάνθρωπό της; Μια εβδομάδα, δυο;            “Και να δεις που, έτσι όπως πάει το πράμα, θα ξεχάσω πώς μιλάνε οι άνθρωποι, αφού εισπράττω μόνο ήχους και δεν...

Η  σταγόνα

Η σταγόνα

Δεμένος χειροπόδαρα πάνω στο χωρίς στρώμα σιδερένιο κρεβάτι, και ακριβώς πάνω από το κεφάλι του κρεμασμένο, ένα βρυσάκι σαν εκείνο του παλιού καιρού που είχαμε στους νιπτήρες μας, όχι σαν υπό απειλή Δαμόκλειας σπάθας αλλά κυριολεκτικά σπάθας εν δράση....

Ερημιά

Ερημιά

Ερημιά προκαλεί ο πόλεμος και η φτώχεια. Και μια πόλη κατάστρεψε ολοσχερώς μια βόμβα   Δίχως παιδιά, δίχως χαρά μόνο με πόνο και σκλαβιά. Δίχως διασκέδαση και καλοπερασιά μόνο με πόλεμο που προκαλεί ζημιά _ γράφει ο Ευθύμιος-Ραφαήλ...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου