Select Page

Σαν ασπρόμαυρη φωτογραφία

Σαν ασπρόμαυρη φωτογραφία

 

Τον κρατούσα σφιχτά στην αγκαλιά μου και ένιωθα την υγρασία των ματιών του να ποτίζει το ρούχο μου, να το διαπερνά με την αλμύρα της και να κολλάει στο σώμα μου, όπως το θαλασσινό νερό, αφήνοντας όμως σημάδια απόγνωσης και μελαγχολίας στη θέση της ανακούφισης και της ηρεμίας. Τρεμάμενο, απροστάτευτο σπουργίτι η ψυχή του, έψαχνε μέρος να κουρνιάσει. Ένα μέρος καλά φυλαγμένο και ασφαλές, για να χωθεί εκεί μέσα και να κρυφτεί απ’ τον εχθρό, μπας και γλιτώσει απ’ την ενέδρα του.

Αυτή είναι η τελευταία του εικόνα στο μυαλό μου, τυπωμένη βαθιά, σαν ασπρόμαυρη φωτογραφία, δίχως το παραμικρό ίχνος άλλου χρώματος, όπως οι παλιές, οι πολυκαιρινές εκείνες φωτογραφίες των παππούδων μας, που τις κρατάμε φυλαχτά στο μπαούλο των θησαυρών μας.

Με τον Ευτύχη ήμασταν μαζί από παιδιά. Παίξαμε, γελάσαμε, ερωτευτήκαμε, πονέσαμε μαζί. Ο ένας ένιωσε το μεγάλωμα του άλλου στο δέρμα του. Ήταν εκεί σε κάθε αλλαγή της ζωής, σε κάθε δύσκολη μεταβατική περίοδο να τον κρατά σταθερά όρθιο, για να μην πέσει ή να τον σηκώσει τρυφερά, χαμογελώντας και ενθαρρύνοντάς τον, όταν έχανε την ισορροπία του και προσγειωνόταν στο έδαφος, όπως κάνει ο γονιός με το μωρό του, που τώρα αρχίζει να κάνει τα πρώτα του βήματα.

Εκείνος ήταν ο προστατευτικός αδερφός, που δεν είχα κι εγώ, η μητέρα που έχασε νωρίς, στην πιο τρυφερή του ηλικία. Ίσως να ήταν κι ο λόγος που του είχα τόση αδυναμία και λαχταρούσα να βλέπω το πρόσωπό του χαμογελαστό. Ένιωθα πόνο ξέροντας ότι ο αδερφικός μου φίλος είχε στερηθεί τη μητρική αγάπη και τα χάδια από τα πιο μαγικά χέρια του κόσμου, που έχουν τη δύναμη να μεταβάλουν τη λύπη σε ανακούφιση, τα δάκρυα σε παρηγοριά, την αϋπνία σε ονειρεμένο ύπνο.

Αμέτρητες καλοκαιρινές, φεγγαρόλουστες νύχτες περνούσαμε στην ταράτσα της πολυκατοικίας μας, ξαπλωμένοι διάπλατα στο ζεστό τσιμέντο να μετράμε τις σπινθηροβόλες ψυχές του ουρανού, ψάχνοντας να βρούμε εκείνη που με το φως της θα ξεχώριζε. Ίσως να ήταν η ψυχή της κυρίας Αφροδίτης, σκεφτόμασταν, που με την τόση λάμψη της έστελνε σημάδια πως βρίσκεται εκεί, ανάμεσα στις υπόλοιπες, να παρακολουθεί από μακριά τις σκανταλιές μας. Μας έβρισκε η αυγή με την πορφυρένια της φορεσιά, να μοιραζόμαστε νεανικές ανησυχίες, να ταξιδεύουμε νοερά στα πέρατα της Γης, να ονειρευόμαστε…

Αυτή η ταράτσα των εργατικών κατοικιών, που αγνάντευε κεραμίδια και απλωμένες μπουγάδες διπλανών σπιτιών, ήταν για μας η παραδεισένια Θάλασσα των Κοραλλιών. Μας έπαιρνε στην αγκαλιά της και ταξιδεύαμε στον σμαραγδένιο της βυθό, ανάμεσα στον πολύχρωμό της πλούτο. Όλα αυτά τα χρόνια, είχε γίνει μάρτυρας αποκαλυπτικών εξιστορήσεων και πολυάριθμων εκμυστηρεύσεων.

Εκεί, ένα ζεστό αυγουστιάτικο βράδυ, ο Ευτύχης, ο πιστός μου φίλος, έγινε ο σύντροφος της καρδιάς μου. Τριάντα ολόκληρα χρόνια ευθείας διαδρομής, λοξοδρόμησαν. Είπαν να αλλάξουν μονοπάτι, να δοκιμάσουν να διαβούν οδούς άγνωστες και είτε να ακολουθήσουν κοινή πορεία, είτε να χαθούν σε κάποια επικίνδυνη διασταύρωση για πάντα.

Ποτέ δεν είχα φανταστεί ότι ο Ευτύχης θα μου προκαλούσε αυτό ακριβώς που σήμαινε το όνομά του. Ευτυχία… Ήταν η σύνθετη, η εύηχη εκείνη λέξη που ακολουθούσε τα βήματά μου. Έτρεχε ξοπίσω μου και με την αστραφτερή μορφή της, σαν άλλη θεότητα, τύλιγε ολόγυρά μου το πολύτιμό της πέπλο.

Ο καιρός κυλούσε σαν γάργαρο νερό σε κρυσταλλένιο ποτάμι. Τόσο γρήγορα και ορμητικά μαζί. Ζούσαμε στιγμές μοναδικές ο ένας κοντά στον άλλον, στιγμές αλλιώτικες από εκείνες που είχαμε συνηθίσει να μοιραζόμαστε μέχρι τότε. Γνωριζόμασταν ξανά από την αρχή, λες και ήμασταν δυο ξένοι, δυο άλλοι άνθρωποι που δεν είχαν ανταμωθεί ποτέ. Και ήταν τα συναισθήματά μας πυροτεχνήματα πολύχρωμα που με το ξέσπασμά τους, φώτιζαν τον σκοτεινό νυχτερινό ουρανό και τον γέμιζαν σχέδια τόσο φανταχτερά που έκρυβαν τα αστέρια.

Τι ακολουθεί όμως μετά τα πύρινα πυροτεχνήματα; Η σιωπή επανέρχεται κι ο ουρανός παίρνει και πάλι την αρχική, σκοτεινή μορφή του με τα άπειρα φωτάκια του να δίνουν λίγη λάμψη στην κοιμισμένη πλάση. Μνήμες, εικόνες και ξεθωριασμένα συναισθήματα συνθέτουν το παζλ της περασμένης ζωής. Κομμάτια αναμνήσεων ξεπηδούν απ’ το μυαλό, ψάχνοντας να βρουν τη ταιριαστή θέση στο παιχνίδι του παρελθόντος.

Μου είχε ζητήσει να βρεθούμε στην ταράτσα της πολυκατοικίας. Μου έκανε εντύπωση όμως. Δεν συνηθίζαμε να την επισκεπτόμαστε συχνά τους χειμωνιάτικους μήνες. Άνοιξε την βαριά σιδερένια πόρτα και κατευθύνθηκε προς το μέρος μου. Φορούσε το μαύρο πουλόβερ που του είχα κάνει δώρο τα Χριστούγεννα και ήταν όμορφος. Το πρόσωπό του όμως ήταν σκυθρωπό, σχεδόν άσπρο. Τα χείλη του μια ίσια γραμμή, προσπαθούσαν τρεμάμενα να προφέρουν μια λέξη, μα δεν τα κατάφερναν. Στάλες ιδρώτα άρχιζαν να σχηματίζονται στο μέτωπό του και να ακολουθούν πορεία καθοδική. Το στομάχι μου μπερδεμένο σχοινί, έγινε ξαφνικά κουβάρι, προκαλώντας μου δυσφορία. Σκέψεις περνούσαν απ’ το μυαλό μου κι αμέσως, πετούσαν μακριά.

Έπεσε στην αγκαλιά μου και άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Τον έσφιγγα δυνατά πάνω μου, προσπαθώντας να ζεστάνω την πονεμένη του ψυχή αλλά και τη δική μου που έτρεμε από φόβο. Φόβος στη θέα του άγνωστου… αυτού που δεν τολμάς να αντιμετωπίσεις πρόσωπο με πρόσωπο, μπας και σου κλέψει στιγμές ευτυχίας. Και να που μερικές φορές το ένστικτο χαμογελά, πανηγυρίζοντας τη θεαματική του νίκη.

Καρκίνος καλπάζουσας μορφής ήταν το λαχείο που είχε διαλέξει η ζωή γι’ αυτόν. Η εξέλιξη της νόσου μη αναστρέψιμη. Η κληρονομικότητα από τη μητέρα του συνέβαλε καθοριστικά, είχαν πει οι γιατροί. Μου ζήτησε να μείνει μόνος στην ανηφόρα που τον περίμενε. Ήθελε να κρατήσω τις όμορφες στιγμές μας αμόλυντες, ανέγγιχτες από σημάδια που θα τις ασχήμαιναν και θα τις κακοποιούσαν.

Ανένδοτος σε όλες μου τις ικεσίες, έφυγε, αφήνοντας με μόνη με την ρημαγμένη μου ψυχή. Το μυαλό μου μουδιασμένο, αδυνατούσε να επεξεργαστεί όλον αυτό τον χείμαρρο των νέων πληροφοριών. Σύννεφα πυκνού καπνού θόλωναν τις σκέψεις, εμποδίζοντας την ξάστερή τους όραση. Το αίμα παγωμένο στις φλέβες, νέκρωνε τα μέλη μου αργά αργά, τα ακινητοποιούσε, απαγορεύοντας αυστηρά οποιαδήποτε προσπάθεια κίνησης. Ορμητικό ποτάμι δακρύων πλημμύρισε ξαφνικά το πρόσωπό μου. Καυτά δάκρυα απόγνωσης κυλούσαν ανεξέλεγκτα στα μάγουλά μου και με έπνιγαν, μου προκαλούσαν ασφυξία. Η ανάσα μου κόνταινε, έχανε τον ταχύ ρυθμό της. Την άκουγα να παλεύει να επαναφέρει την πρότερή της ένταση, να ξανανιώσει παλμό και σφρίγος.

Φεύγοντας ο Χειμώνας, πήρε μαζί του κι εκείνον για συντροφιά. Άφησε όμως πίσω του ένα κομμάτι του να αναπτύσσεται σιγά σιγά στα σπλάχνα μου και να έχει ανάγκη την αγάπη που έδωσα και στον δημιουργό του. Η μικρή μου Ευτυχία ήταν πια στην αγκαλιά μου κι ήταν σα να ζωντάνευε εκείνη η ασπρόμαυρη φωτογραφία, η τυπωμένη στο μυαλό μου. Σα να βαφόταν τώρα με χρώματα ρόδινα.

 

της Αναστασίας Δασκαλάκου

Η Αναστασία Δασκαλάκου αποφοίτησε από το τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και εργάζεται ως φιλόλογος. Έχει παρακολουθήσει εκπαιδευτικά προγράμματα Ειδικής Αγωγής και μαθήματα Γραπτού Λόγου. Παράλληλα, έχει συμμετάσχει σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς με διακρίσεις, καθώς και σε συλλογικά έργα.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

9 Σχόλια

  1. Άννα Ρουμελιώτη

    Η αγάπη δεν χάνεται δεν πεθαίνει…. !!!!!!!!!!!!!

    Απάντηση
  2. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΑΠΑΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ

    Τι όμορφα δοσμένη ιστορία! Δυο παιδιά που μεγαλώνουν ατενίζοντας τον νυχτερινό ουρανό ώσπου έρχεται η ώρα να τους ενώσει ο έρωτας. Ένας έρωτας γεμάτος από τις εικόνες της παιδικής τους ψυχής. Ώσπου έρχεται αναπάντεχο το χτύπημα της μοίρας, Τι μπορείς να κάνεις αδύναμος μπροστά στη φοβερή μάστιγα΄της αρρώστιας; Κι όμως! Μεγάλη η αλήθεια που λέει η Αννα Ρουμελιώτη : Η αγάπη δεν πεθαίνει.
    Θαυμάσια η ιστορία της Αναστασίας Δασκαλάκου. Κανέναν δεν θα μπορέσει να αφήσει ασυγκίνητο!.

    Απάντηση
  3. Ανώνυμος

    πραγματικά πολύ ωραίο!!!συγχαρητήρια!!

    Απάντηση
  4. Anastasia Daskalakou

    Όσες ομορφιές έχει η ζωή,άλλες τόσες ασχήμιες κρύβει!Μακάρι η αγάπη να θεριεύει ανάμεσά τους για να απαλύνει τον πόνο της ψυχής!Ευχαριστώ για τα όμορφά σας λόγια..

    Απάντηση
  5. Sofia Stanitsa

    ΑΛΛΕΣ ΟΙ ΒΟΥΛΕΣ ΤΩ ΑΝΘΡΩΠΩΝ, ΑΛΛΑ Ο ΘΕΟΣ ΚΕΛΕΥΕΙ….Η ΡΗΣΗ…..ΚΑΙ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ…..ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΚΑΙ Η ΑΓΑΠΗ ΦΥΛΑΣΣΟΝΤΑΙ ΩΣ ΚΟΡΗ ΟΦΘΑΛΜΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΘΕΝΑ ΜΑΣ…..ΠΟΛΥ ΟΜΟΡΦΟ ΚΕΙΜΕΝΟ, ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΑ ΓΡΑΜΜΕΝΟ….ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ…….

    Απάντηση
  6. Ανώνυμος

    Πραγματικά ενα αριστούργημα που δείχνει τη γνώση αλλα και τον συναισθηματικό κόσμο της αναστασιας. Πολλα μπράβο.

    Απάντηση
  7. Βάσω Αποστολοπούλου-Αναστασίου

    “Η μικρή μου Ευτυχία ήταν πια στην αγκαλιά μου κι ήταν σα να ζωντάνευε εκείνη η ασπρόμαυρη φωτογραφία, η τυπωμένη στο μυαλό μου. Σα να βαφόταν τώρα με χρώματα ρόδινα.”

    Από το συγκλονιστικά γραμμένο διήγημα της Αναστασίας Δασκαλάκου διαλέγω τούτη την τελευταία φράση για να ταυτιστώ με την συγγραφέα: η ζωή συνεχίζεται και πάντα σου δίνει μια χρωματιστή διέξοδο, μια ρόδινη χαραμάδα ελπίδας – αρκεί να είσαι ικανός να την διακρίνεις!
    Συγχαρητήρια, φίλη μου Αναστασία!

    Απάντηση
  8. antigonh

    Είναι οι στιγμές που δεν σβήνουν. Καμιά γομολάστιχα δεν έχει επινοήσει ανθρώπινος νους, που να διαγράφει τα δυνατά συναισθήματα. Στην άνιση μάχη μια Ευτυχία θα νικά!
    Συγχαρητήρια!

    Απάντηση
  9. Ανώνυμος

    Τα λόγια ειναι περιττά, το ταλέντο και ο πλούσιος συναισθηματικός κοςμος αποτυπωμένος πολυ γλαφυρά στο χαρτί.

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ερωτηματολόγιο 2017

Βοηθήστε μας να γίνουμε καλύτεροι!

Εγγραφείτε στο newsletter

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Ακολουθήστε μας!

Ακόλουθοι

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!