Σαν την αποχαιρέταγε σ’ εκείνο τον σταθμό
δεν ήταν πλέον σίγουρος αν έπρεπε να φύγει
κι ένιωθε πως άδειαζε και σώμα και μυαλό
μα τώρα πια η ξένη γη ήταν για εκείνον λίγη.

Θυμήθηκε πρώτη φορά που ήρθε στην Ελλάδα
όλα γύρω παράξενα, γεμάτα χρώμα, φως
και μουσικές και θάλασσα, της γης την αγριάδα…
Στα δώδεκα τον μάγεψε γαλάζιος ουρανός.

Και ύστερα θυμήθηκε του γυρισμού το τραίνο
και τις παράλληλες γραμμές όλο μελαγχολία,
τον τόπο που μεγάλωσε τον ένιωθε πια ξένο,
πράσινο και μονότονο, με τάξη και ανία.

Υπόσχεση σιωπηλή στου τραίνου τον ρυθμό
έδωσε τότε μέσα του πως πίσω θα γυρίσει
και την επαναλάμβανε στις ράγες η ηχώ…
Χρόνια πολλά περίμενε ώσπου να την τηρήσει.

Τώρα την ύστατη στιγμή σκέφτεται αν είναι λάθος
και ίσως θέλει μέσα του να τον κρατήσει εκεί
με λόγια που πλημμύρισαν απ’ του κορμιού το πάθος
ν’ αλλάξει την απόφαση ίσως αυτό αρκεί…

Όμως στεκόταν σιωπηλή, τον άφηνε να φύγει
μετέωρο τον κράταγε το θέλω διχασμένο
κει στα σκαλιά του βαγονιού το ένα μισό να πνίγει
σαν θεατής και ηθοποιός σ’ έργο χιλιοπαιγμένο…

Έπρεπε πια να ανεβεί σ’ εκείνο το βαγόνι.
Στάθηκε στο παράθυρο, στα μάτια την κοιτούσε
ακίνητη όπως στέκονταν σ’ εκείνο το λαμπιόνι
μην και εκείνη ανεβεί στο τραίνο όπως ποθούσε…

Ώρα πολλή τον κοίταγε, τα χείλη της σφιγμένα,
μια απουσίας έκφραση στο πρόσωπό το αχνό
και σαν ξεκίνησε ο συρμός αφού έλυσε τα φρένα
σαν χειροκρότημα άκουγε της ρόδας τον ρυθμό.

 


Οι ταξιδιώτες του πρωινού σαν θεατές κι εκείνοι
έμοιαζαν να χειροκροτούν. Σκηνή ¨αποχωρισμός¨.
Στην αποβάθρα πια μακριά κουκκίδα έχει γίνει
ακίνητη όπως στέκεται. Και τρέχει ο συρμός…

 

_

γράφει ο Σπύρος Μακρυγιάννης - Αργοναύτης

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!