Δήμος_b_2

«Aλέξανδρος Φιλίππου και οι Έλληνες πλην Λακεδαιμονίων—»

Μπορούμε κάλλιστα να φαντασθούμε
πως θ’ αδιαφόρησαν παντάπασι στην Σπάρτη
για την επιγραφήν αυτή. «Πλην Λακεδαιμονίων»,
μα φυσικά. Δεν ήσαν οι Σπαρτιάται
για να τους οδηγούν και για να τους προστάζουν
σαν πολυτίμους υπηρέτας. Άλλωστε
μια πανελλήνια εκστρατεία χωρίς
Σπαρτιάτη βασιλέα γι’ αρχηγό
δεν θα τους φαίνονταν πολλής περιωπής.
A βεβαιότατα «πλην Λακεδαιμονίων».

Είναι κι αυτή μια στάσις. Νοιώθεται.

Έτσι, πλην Λακεδαιμονίων στον Γρανικό·
και στην Ισσό μετά· και στην τελειωτική
την μάχη, όπου εσαρώθη ο φοβερός στρατός
που στ’ Άρβηλα συγκέντρωσαν οι Πέρσαι:
που απ’ τ’ Άρβηλα ξεκίνησε για νίκην, κ’ εσαρώθη.

Κι απ’ την θαυμάσια πανελλήνιαν εκστρατεία,
την νικηφόρα, την περίλαμπρη,
την περιλάλητη, την δοξασμένη
ως άλλη δεν δοξάσθηκε καμιά,
την απαράμιλλη: βγήκαμ’ εμείς·
ελληνικός καινούριος κόσμος, μέγας.

Εμείς· οι Aλεξανδρείς, οι Aντιοχείς,
οι Σελευκείς, κ’ οι πολυάριθμοι
επίλοιποι Έλληνες Aιγύπτου και Συρίας,
κ’ οι εν Μηδία, κ’ οι εν Περσίδι, κι όσοι άλλοι.
Με τες εκτεταμένες επικράτειες,
με την ποικίλη δράσι των στοχαστικών προσαρμογών.
Και την Κοινήν Ελληνική Λαλιά
ώς μέσα στην Βακτριανή την πήγαμεν, ώς τους Ινδούς.

Για Λακεδαιμονίους να μιλούμε τώρα!

Το ποίημα σε μορφή πρόζας θεατρικής είναι ένα πιθανό καβαφικό σχόλιο από έναν άνθρωπο της εποχής σχετικά με τη στάση των Λακεδαιμονίων και την άρνησή τους να συμμετάσχουν στην εκστρατεία του Αλέξανδρου. Το ποίημα αυτό δείχνει στην ουσία τη μεγάλη υπερηφάνεια του δημιουργού του για τις κατακτήσεις του Αλέξανδρου, και την τεράστια έκταση όπου  μετέδωσε το ελληνικό πνεύμα και την ελληνική γλώσσα.

 

Κυρίαρχη θέση καταλαμβάνει η ειρωνεία. Άλλωστε, τα ποιήματά του δεν τα χαρακτηρίζει η σοβαρότητα. Δε θα βρούμε στον Καβάφη την εύθυμη νότα, την πολυχρωμία. Ειρωνεία άφθονη, αλλά ειρωνεία συνοδευμένη από μια γκριμάτσα τραγική.

Με αφορμή την επιγραφή από τα λάφυρα που έστειλε σαν αφιέρωμα ο Μακεδόνας βασιλιάς στο ναό της Αθηνάς στην Αθήνα, ο ποιητής κάνει το παρακάτω σχόλιο βρίσκοντας έτσι αφορμή να εξάρει το μεγαλείο και τα κατορθώματα του στρατού του Αλέξανδρου και την υπεροπτική στάση των Σπαρτιατών.

Ο ποιητής από την αρχή του ποιήματος, στην πρώτη στροφή, σχολιάζει αρνητικά τη στάση των Λακεδαιμονίων. Πιο έντονη είναι η ειρωνεία του απέναντι στη σπαρτιατική υπερηφάνεια ότι μόνο εκείνοι ηγούνται εκστρατευτικών σωμάτων παρά να υπακούν σε άλλους αρχηγούς και βασιλείς.

Το ποίημα δείχνει στην ουσία τη μεγάλη υπερηφάνεια του δημιουργού του για τις κατακτήσεις του Αλέξανδρου, και την τεράστια έκταση όπου  μετέδωσε το ελληνικό πνεύμα και την ελληνική γλώσσα.

Ωστόσο, με ή χωρίς τη συμμετοχή τους ο μακεδονικός και ο ενωμένος ελληνικός στρατός νίκησαν σε όλα τα πεδία των μαχών που αναφέρονται στη δεύτερη στροφή (στο Γρανικό, την Ισσό, στα Άρβηλα). Η επιτυχία της εκστρατείας ήταν μεγάλη, γιατί με τις μάχες που έδωσε και κέρδισε ο Αλέξανδρος βγήκε ένας νέος ελληνικός κόσμος.

Όλοι πια, όπως φαίνεται στην τελευταία στροφή μπορούν να υπερηφανεύονται ότι είναι Έλληνες, είτε ζούσαν στην Αντιόχεια είτε οπουδήποτε αλλού, γιατί όλοι τους έχουν μία κοινή γλώσσα, την ελληνική. Στη στροφή αυτή, δίνεται και η ευκαιρία στον ποιητή να δείξει την έκταση του νέου ελληνικού κόσμου, της αυτοκρατορίας του Αλέξανδρου όπου διαδόθηκε η ελληνική γλώσσα και ο ελληνικό πολιτισμός. Από τη Μικρά Ασία ως τα βάθη της Βακτριανής και τον Ινδό ποταμό. Το ποίημα κλείνει  με μία ακόμα ειρωνεία για τη στάση των Λακεδαιμονίων.

Κυρίαρχη θέση καταλαμβάνει η ειρωνεία του σχολιαστή προς τη Σπάρτη που δεν συμμετείχε στην εκστρατεία. Αυτό τονίζεται σε κάθε ευκαιρία.  Άλλωστε, τα ποιήματά του τα χαρακτηρίζει η σοβαρότητα. Δε θα βρούμε στον Καβάφη την εύθυμη νότα, την πολυχρωμία. Ειρωνεία άφθονη, αλλά ειρωνεία συνοδευμένη από μια γκριμάτσα τραγική. Η κρίση προς τους Λακεδαιμόνιους φανερώνεται από την αρχή ακόμα. Ωστόσο, γίνεται πιο έντονη στα δύο μονόστιχα.

Στο πρώτο μονόστιχο (στιχ. 11) ο φανταστικός σχολιαστής κατανοεί τη στάση των Λακεδαιμονίων. Οι εξηγήσεις της πρώτης στροφής δεν τον καλύπτουν απόλυτα, αλλά νιώθει τον εγωισμό και την υπερηφάνεια τους. Ωστόσο, στο τέλος, αφού πρώτα περιγραφούν οι επιτυχίες στα πεδία των μαχών και στον πολιτισμό αδιαφορεί πλέον για τη στάση τους και την ειρωνεύεται. Με τις σκέψεις των τελευταίων και τα όσα πέτυχαν οι Έλληνες χωρίς τους Λακεδαιμόνιους ο σχολιαστής νιώθει υπερήφανος που είναι Έλληνας και αλλάζει πια τη στάση του προς τη Σπάρτη. Ο Αλέξανδρος ήθελε να τον ενισχύσουν με τον αξιόμαχο στρατό τους, αλλά και πάλι χωρίς αυτούς νίκησε σε όλα τα πεδία των μαχών.

Αξίζει να σημειώσουμε ότι ιστορικά οι Σπαρτιάτες δεν αντέδρασαν καθόλου στην πρόκληση του Αλέξανδρου. Η υπερηφάνεια τους δεν τους επέτρεπε να δείξουν κάποια ενόχληση. Εξάλλου, οι ίδιοι δεν απέφυγαν τη συμμετοχή τους σε αυτή την εκστρατεία όχι τόσο επειδή φοβόντουσαν την ήττα από τους Πέρσες, αλλά ακριβώς επειδή ήταν πολύ περήφανοι προκειμένου να ακολουθήσουν άλλους αρχηγούς.

Ο στίχος του διατηρεί όλα τα πεζολογικά χαρακτηριστικά. Μοιάζει πιο πολύ με ένα πεζό έργο προς όφελος της ρεαλιστικής απόδοσης της εικόνας και του μηνύματος. Το μέτρο είναι το ιαμβικό (που είναι πολύ κοντά στον πεζό λόγο), αλλά και αυτό ακόμα είναι χαλαρό. Ο στίχος του είναι ελεύθερος και έχει άνισο αριθμό συλλαβών. Ομοιοκαταληξία δεν υπάρχει (παρά μόνο σε λίγα ποιήματά του, που και εκεί παίζει το δικό της ρόλο στο ρεαλισμό και το συναισθηματισμό) ηχώντας σαν παιγνίδι ή σαν ειρωνεία. Η στίξη, οι περίοδοι, οι παύσεις είναι όλα υπολογισμένα& όλα υπηρετούν την ποιητική του τέχνη& όλα είναι μελετημένα ως την τελευταία στιγμή για τη θέση του μέσα στο κείμενο.

Η γλώσσα του Καβάφη είναι τελείως ιδιότυπη. Και αυτή βοηθά στο ρεαλισμό Δε μοιάζει με την αθηναϊκή καθαρεύουσα, αλλά ωστόσο διατηρεί ορισμένα από τα δικά της χαρακτηριστικά. Σε γενικές γραμμές η γλώσσα του είναι ζωντανή, δημοτική& οι λέξεις της αρχαΐζουσας είναι περισσότερο ένα θελημένο πεζολογικό, ρεαλιστικό στοιχείο& η δημοτική του όμως γλώσσα δίνει θερμότητα στο στίχο και κάποια γνησιότητα στο λόγο του. Τα επίθετα και όλα εκείνα τα καλολογικά στοιχεία που μπορούν να συναντηθούν σε ένα πεζό κείμενο υπάρχουν και στην ποίησή του. Είναι τοποθετημένα σε θέσεις-κλειδιά, ώστε να τονίζουν το δικό του συναισθηματισμό και να κάνουν ακόμα πιο ρεαλιστικό το λόγο του. Τα επίθετα και οι άλλοι επιθετικοί προσδιορισμοί τοποθετούνται μετά το ουσιαστικό που συνοδεύουν, προκειμένου να δώσουν μεγαλύτερη έμφαση στο νόημά του και να εντείνουν τον συναισθηματισμό.

Λόγια στοιχεία στο ποίημα αυτό είναι τα πολλά επίθετα που χρησιμοποιεί, ειδικά μάλιστα στη δεύτερη στροφή (νικηφόρα, περίλαμπρη, περιλάλητη, δοξασμένη...απαράμιλλη) όπου χαρακτηρίζει την εκστρατεία του Μ. Αλέξανδρου. Λέξεις της αρχαΐζουσας που χρησιμοποιεί είναι: κάλλιστα, παντάπασι, υπηρέτας εσαρώθη, νίκην, πανελλήνιαν, Αλεξανδρείς, Αντιοχείς, Σελευκείς, επίλοιποι, Μηδία, Περσίδι.