Κατηφορίζω τα σοκάκια αργά. Το δωμάτιο είναι λίγο ψηλά, μακριά από τη Χώρα, όπως αποκαλούν τον μοναδικό παραθαλάσσιο οικισμό του νησιού. Το μικρό λιμάνι ίσα που φαίνεται από το παράθυρο του μονόχωρου ενοικιαζόμενου. Δε μ’ ενοχλεί· νιώθω τυχερός που κατάφερα να βρω έστω κι αυτό. Ήρθα για λίγες μέρες, μετρημένες, για να ολοκληρώσω τον έλεγχο της εταιρείας.

Στρίβοντας στο τελευταίο στενό πέφτω πάνω της. Κυριολεκτικά. «Συγγνώμη για την απροσεξία μου», απολογούμαι και σχεδόν νιώθω να κοκκινίζω. «Δεν πειράζει», απαντά με σπαστά ελληνικά χαμογελώντας. Ακουμπισμένη στον απέναντι τοίχο, κοιτά το υπό ανακατασκευή διώροφο οίκημα κρατώντας δείγματα χρωμάτων. Ελαφριά ντυμένη, τα γυαλιά ηλίου στα μαλλιά και το άρωμα της απ’ άκρη σ’ άκρη πλημμυρίζει το στενό. «Είναι το πατρικό μου, ολοκληρώνονται οι εργασίες και θέλω να διαλέξω χρώμα», συνεχίζει με μία απόκοσμη απλότητα. Παίρνοντας θάρρος, λίγο πριν αυτό γίνει θράσος, την πλησιάζω περισσότερο. «Δε θέλω τρεις σαν τις ευχές του τζίνι. Μία μου αρκεί. Μία επιλογή θα προτείνω», της λέω υιοθετώντας την αμεσότητά της. Αποδεχόμενη την πρόσκληση μού δίνει το χρωματολόγιο. Ξεπερνώ βιαστικά τα γήινα χρώματα και το χέρι σταματά στο κόκκινο. Από τις δύο καρτέλες των αποχρώσεών του, στη δεύτερη είναι το αγαπημένο μου χρώμα. Όχι τόσο σε τοίχο, όσο σε κρασί. Αυτό έχω στο μυαλό μου από την πρώτη στιγμή. Να πιούμε ένα ποτήρι κρασί μαζί. Γιατί όχι και δεύτερο. «Πιστεύω πως αυτό θα ήταν πολύ καλό, ταιριάζει και στον υπόλοιπο οικισμό», αναφωνώ μ’ ενθουσιασμό δείχνοντάς το, αποσιωπώντας τις αποθρασυμένες σκέψεις μου. «Λες, ε; Θα την κρατήσω την επιλογή σου. Εγώ ακόμη δεν έχω διαλέξει κάποιο», αποκρίνεται και η χροιά της φωνής της αποκλείει κάθε περαιτέρω επιλογή εκ μέρους της. Διστάζω ακόμη μία φορά να την προσκαλέσω. Δεν ξέρω γιατί. Την αποχαιρετώ μ’ ένα νεύμα φορώντας το καλύτερό μου χαμόγελο και συνεχίζω το περπάτημα.

Στο μικρό λιμάνι ένα και μοναδικό ταβερνάκι. Όλα μου τα βράδια εδώ, με λιγοστά θαλασσινά, απολάμβανα τον ελαφρύ κυματισμό του νερού στην προβλήτα. Και κρασί κόκκινο, όπως το χρώμα περίπου που της έδειξα. Έτσι κι απόψε. Ζαλισμένος ακόμη από το άρωμά της στρογγυλοκάθομαι στο γωνιακό τραπέζι. «Τα ίδια;», με ρωτά από μακριά ο κυρ Θόδωρος. Ξέρει πια κι εγώ μ’ ένα απαλό κούνημα του κεφαλιού επιβεβαιώνω τη ρουτίνα μου. Το πρώτο που φτάνει στο τραπέζι το κρασί. Αρχίζω να γεμίζω το ποτήρι και νιώθω κάποιον να με πλησιάζει. Ανασηκώνω το βλέμμα μου και την αντικρύζω. «Χωράει και δεύτερο;», μου λέει κρατώντας το ήδη. «Έλα να πιούμε ένα. Είμαι χαρούμενη που επιτέλους διάλεξα χρώμα μετά από τόσες μέρες. Το δικό σου», συνεχίζει κι εγώ αποσβολωμένος την καλωσορίζω. Με μία απαλή κίνηση του χεριού, σχεδόν μουδιασμένη, τη βοηθώ να καθίσει και της γεμίζω το ποτήρι. «Στην υγειά σου», απαντώ στο τσούγκρισμα των ποτηριών μας. «Στη δική σου», μου ανταπαντά και το πρόσωπό της γεμίζει χρώματα. «Δε μένω στο νησί. Μα έρχομαι κάθε καλοκαίρι και τώρα με το σπίτι όσο μπορώ και συχνότερα», επισημαίνει πίνοντας κρασί. «Δε μένω στο νησί. Πρώτη φορά έρχομαι, για μία σύντομη δουλειά. Τώρα μ’ εσένα θα το επισκέπτομαι συχνότερα», αποκρίνομαι.

 

_

γράφει ο Βασίλης Μαντικός 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!