Στοιβαγμένοι σωροί της ζωής μας
κομπολόι που στα χέρια τους παίζουν
οδηγοί ενοχών της ψυχής μας
στο πότο, στο τσιγάρο, να αντέξουν.
Με ανάπηρα αισθήματα άδεια
αρπαχτές οι κουβέντες, στοχεύουν
τ’ όμορφα όνειρα, τις σκέψεις, τα χάδια
σε χρυσή φυλακή, σε δεσμεύουν.
Κάθε μέρα την αρπάζεις, με δόντια
και σκυμμένος στην οδύνη, να ζήσεις
μες τη σήψη, τη μυρωδιά σου να κρύψεις
μα το πνεύμα σου, γεμίζει μ’ αποφόρια.
Σε ταινία του τρόμου, κραυγάζεις
και ταξίδι προς άγνωστο φεύγεις
με πυξίδα ορίζεις τη μοίρα
αλυσίδες ψυχής, να μαζέψεις.
Κι είναι ο ήχος δυνατός σ’ αγκαλιάζει
κι απ’ το λήθαργο, ξυπνάς για ζήσεις
μοιρασμένος με σάπιες αναμνήσεις
ρίχνεις ήλιο, το θυμό να ξορκίσεις.
Και κρυμμένα στην άμμο παιχνίδια
πειρατής, να κουρσάρεις καράβια
του πελάγους, θες όμορφα βράδια
θησαυρούς της ψυχής σου στολίδια.