Στις ράγες των τρένων ξεχειμώνιαζες.

Μες στον βοριά, στην παγωνιά

στου κρύου αγέρα τη δίνη

και στου χιονιά την αγκαλιά

ζεστή καρδιά εσύ ξεδίπλωνες.

Την Άνοιξη οι ράγες σαν λουλούδιαζαν

κι οι νύχτες λούζονταν τη μαγιάτικη δροσιά

εσύ γλυκά τραγούδαγες

κι ώσπου να έρθει η αυγή στιχάκια σκάρωνες

αφιέρωση να κάνεις στα πουλιά.

Τα καλοκαίρια τα καυτά

κάτω απ’ του ήλιου τη φλογισμένη ελπίδα.

Στις οροφές των βαγονιών σκαρφάλωνες

με ψάθινο καπέλο συντροφιά.

Να δεις καινούρια μέρη αναζητούσες

ταξίδευες με φόντο τον ορίζοντα κι ανθούσες.

Σαν έρχονταν τα πρωτοβρόχια

και σκόρπαγαν χάμω στη γη

τα φύλλα απ’ τα κλαριά

κι η φύση ξεγυμνωνόταν

στο καλωσόρισμα του φθινοπώρου.

Στα αταξίδευτα βαγόνια έβρισκες μια γωνιά.

Ξαπόσταινες για λίγο κι έκανες όνειρα

για το επόμενο ταξίδι

στις ράγες των τρένων, στους σταθμούς της ζωής.

 

_

γράφει η Άννα Ρουμελιώτη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!