Select Page

Στο οπισθόφυλλο με τον Μιχάλη Μπουναρτζίδη

Στο οπισθόφυλλο με τον Μιχάλη Μπουναρτζίδη

Η περιπλάνηση ενός βιολιού

Θα ξεκινήσω κάπως ανορθόδοξα, και το γιατί, θα γίνει κατανοητό σύντομα. Αυτούς τους μήνες, ζούμε άλλοι από κοντά κι άλλοι από απόσταση, αυτό που λέμε προσφυγιά. Όταν γράφονταν αυτό το βιβλίο, τα ερεθίσματα δεν ήταν τόσο έντονα, ίσως δεν μας άγγιζαν καθόλου, κι αυτή η ιστορία φάνταζε μακρινή. Παρ’ όλα αυτά, στα πρώτα κιόλας κεφάλαια του βιβλίου, συναντάμε πρόσφυγες από τη Μικρασία και τη Θράκη, στη Θεσσαλονίκη του 1914 συναντάμε προσφυγικούς καταυλισμούς.  Προς το τέλος του βιβλίου, ακούμε για τους ηττημένους του εμφύλιου της Ισπανίας που προσπαθούν να ξεφύγουν από τον Φράνκο. Περίπου 450.000 διέφυγαν στη Γαλλία κι αργότερα απ’ αυτούς κάμποσοι στην Αλγερία, αρκετές χιλιάδες έφθασαν μέχρι το Μεξικό και την Κούβα. Ας σημειωθεί, πως οι Ισπανικές πόλεις δεν μεταβλήθηκαν στους σωρούς ερειπίων που βλέπουμε σήμερα… Λίγο πριν, σε μια αφήγηση, διαβάζουμε πως μόνο στο Βερολίνο, την δεκαετία 1920-1930, υπήρχαν πάνω από 500.000 χιλιάδες Ρώσοι εμιγκρέδες, από την επανάσταση του ’17 και τον εμφύλιο… Μόνο στο Βερολίνο! Εδώ στην Ελλάδα, δεν ήρθαν μόνο ο Γιούγκερμαν κι ο Λιάπκιν, ήρθαν κι άλλοι…

Τρείς φορές λοιπόν, συναντάμε πρόσφυγες στο ίδιο βιβλίο, που το θέμα του δεν είναι καν η προσφυγιά. Υπήρξαν όμως κι άλλες μετακινήσεις προσφύγων, και αναφέρομαι μόνο στον 20ο αιώνα και μόνο στην Ευρώπη, πέρα απ΄ αυτές του 1923 των Ελλήνων από τη Μικρασία και των Τούρκων από την Ελλάδα. Να θυμηθούμε τους πολιτικούς πρόσφυγες του δικού μας εμφύλιου; Να θυμηθούμε τα 7 εκατομμύρια Γερμανών που μετακινήθηκαν μόνο στα τέλη του 1944 και τις αρχές του 1945, από την ανατολική Ευρώπη στη Γερμανία, προσπαθώντας να αποφύγουν τον σοβιετικό στρατό; Αυτοί μάλιστα οι Γερμανοί πρόσφυγες τον δρόμο τον έκαναν με τα πόδια. Να θυμηθούμε το πάνω από ένα εκατομμύριο Πολωνών που άλλαξαν τόπο με τη βία όταν μετακινήθηκε δυτικά η μισή Πολωνία το 1945-46, και τον αντίθετο δρόμο προς τα ανατολικά πήραν μισό εκατομμύριο Ουκρανοί; Οι ίδιοι σήμερα μοιάζουν να το έχουν ξεχάσει, αλλά απ’ ό,τι φαίνεται, η προσφυγιά δεν έχει τελειωμό.

Αφού είπα ό,τι ήταν να πω μ’ αυτή την ανορθόδοξη εισαγωγή, θα μιλήσω λίγο και για την περιπλάνηση ενός βιολιού. Η ιδέα γι’ αυτό το βιβλίο, μου ήρθε εντελώς ξαφνικά και απρόσμενα, με το που τέλειωσε η «Προσευχή για τις Καινούργιες Πατρίδες»,  ή μάλλον όταν αυτή είχε ήδη πάρει το δρόμο για την έκδοση, -θα ήταν φθινόπωρο του 2010. Εκεί, στο πρώτο βιβλίο, πέντε, έξη κύρια πρόσωπα ήταν πραγματικά, έζησαν στ’ αλήθεια. Φτιάχτηκαν όμως και πολλοί άλλοι χαρακτήρες, φανταστικοί, που εμφανίζονταν λίγες φορές, ή μόνο κάποια στιγμή, για να βοηθήσουν στην αφήγηση των μικρών ιστοριών, να βοηθήσουν τις μικρές ιστορίες να περπατήσουν μέσα στην Μεγάλη Ιστορία. Ένας απ’ αυτούς τους χαρακτήρες, ήταν κι ο Αλεκάκης που κατέβηκε το 1883 με τα πόδια από τη Σήλυμνο τα σημερινής Βουλγαρίας στην Αδριανούπολη, κι αργότερα έφυγε για τη Μικρασία να προκόψει. Σαν Αλέκο εφέντης πια, έρχεται από τη Φώκαια, -λίγο έξω από τη Σμύρνη- το 1914, πρόσφυγας στη Θεσσαλονίκη, με την Εφταλία και τα πέντε παιδιά του… Άλλος ένας τέτοιος χαρακτήρας, ήταν κι ο Νταβίντ, υφασματέμπορας στη Σαλονίκη, με τη Ρουθ και τα τρία παιδιά τους.

Εδώ, είναι το σχέδιο το δικό μου για το οπισθόφυλλο της Περιπλάνησης, -από τον εκδότη δεν βγήκε ακριβώς έτσι γιατί το ήθελε πιο δημοσιογραφικό,- αλλά δεν σας κρύβω, πως εμένα μου άρεσε αυτή η εκδοχή:

Ένας έφηβος ο Θωμάς -γιός του Αλέκο εφέντη- κι ένα βιολί… Γεννήθηκαν στη Μικρασία κι ο έφηβος και το βιολί. Αντάμωσαν στη Σαλονίκη το 1914, σ’ έναν χορό που στήθηκε στην τύχη, εκεί στα χώματα του προσφυγικού καταυλισμού στο Ζεϊτενλίκ, ένα χορό που στην αρχή τον ξεσήκωσε η γκάιντα ενός Θρακιώτη πρόσφυγα, παρέα με το βιολί ενός Μικρασιάτη βιολιτζή. Το βιολί γίνεται αφορμή για ένα ακόμη αντάμωμα, πιο ύστερα, με μια Εβραιοπούλα Σαλονικιά -την θυγατέρα του Νταβίντ- κι αργότερα, χρόνια μετά, μ’ έναν Ταγματάρχη του Κόκκινου Στρατού στις παγωμένες ερημιές της Ουκρανίας και του Ρώσικου Εμφύλιου. Χαίρονται ένα άλλο αντάμωμα με την κιθάρα ενός Ισπανού ταβερνιάρη στην αναρχική Βαρκελώνη του Ισπανικού Εμφύλιου το 1936, αφού πριν ζήσουν παρέα στα χαμαιτυπεία της Μητρόπολης των Παθών, στο Βερολίνο του μεσοπολέμου και της ανόδου των Ναζί… Και συνεχίζουν την περιπλάνηση, το βιολί κι ο άντρας… Αυτή η εικόνα για το τι είναι περίπου το βιβλίο είναι κάπως θολή, ιμπρεσσιονιστική θα έλεγα, αλλά πιστεύω πως δίνει μια ιδέα στον αναγνώστη για το τι θα συναντήσει, χωρίς να λέει λεπτομέρειες για τις μικρές ιστορίες.

Είπα στην αρχή πως η ιδέα μου ήρθε εντελώς ξαφνικά. Είναι αλήθεια όμως, πως εκείνη την εποχή διάβαζα για τον Ισπανικό εμφύλιο (1936-39), και λίγο πριν είχε τύχει να διαβάσω κάποια αποσπασματικά στοιχεία για τον Ρώσικο (1917-22). Οι τόποι λοιπόν ήταν έτοιμοι, οι εποχές επίσης, έτσι όταν ήρθε και η ιδέα για τα πρόσωπα, δεν χρειάστηκε και πολύ για να το αποφασίσω, γιατί με συνεπήρε η προοπτική να γραφτεί ένα βιβλίο, μ’ αυτούς τους ανθρώπους σ’ αυτούς τους τόπους και σ’ εκείνες τις εποχές. Τότε ακόμη αγνοούσα τις προκλήσεις που θα συναντούσα.

Με ρώτησαν σε μια συνέντευξη, τι συμβολίζει το μουσικό όργανο στην ιστορία. Δεν θα έλεγα πως συμβολίζει κάτι ιδιαίτερο. Απλώς, όταν ξεκίνησα το γράψιμο, υπήρχε στο μυαλό μου μόνο ένα γενικό πλάνο, χωρίς τις επί μέρους λεπτομέρειες, π.χ. «πώς έγινε αυτό ή εκείνο», ή «πώς θα φθάσουμε εκεί». Έγραφα και έσβηνα ψάχνοντας, και προχωρούσα στα θολά και αργά. Όταν όμως σκάρωσα εκείνον τον χορό στο Ζεϊτενλίκ, - κι ευτυχώς αυτό έγινε σχεδόν στην αρχή- για να δώσω μια νότα αισιοδοξίας στις δυσκολίες της προσφυγιάς, θέλησα να πλουτίσω μουσικά τον μονότονο ήχο της γκάιντας, κι έτσι προέκυψε ο γερο Μικρασιάτης βιολιτζής με το βιολί του. Τότε έσκασε η ιδέα του βιολιού, το πώς έφτασε στα χέρια του Θωμά, πώς έγινε η αφορμή να βρει την Ελβίρα, και πώς αργότερα ο Μαξίμ τον Θωμά. Τότε άρχισε να τρέχει το παραμύθι πιο εύκολα, τότε το βιολί έγινε ο κρίκος που ένωσε την αλυσίδα, και πήρε δικαιωματικά τη θέση του και στον τίτλο του βιβλίου, όντας πια ο αφανής πρωταγωνιστής. Λέω αφανής πρωταγωνιστής, γιατί χωρίς να συμμετέχει σε κάθε σκηνή, -μόνο αραιά και που το ακούμε να παίζει και σπάνια μιλάνε γι’ αυτό,- είναι πάντα εκεί, αισθανόμαστε την ύπαρξή του όταν ψάχνει να βρει ο Θωμάς πού το παράτησε ενώ η Σαλονίκη είναι παραδομένη στην πυρκαγιά, ή όταν είναι κρυμμένο στη θήκη που είναι  δεμένη στην πλάτη του, όταν τον κυνηγάνε οι Πολωνοί έξω απ’ τη Βαρσοβία, ακόμη κι όταν περιμένει άπραγο σε μια απόμερη γωνιά στην ταβέρνα του Αντόνι, στη Βαρκελώνη, μήπως γυρίσει ο Θωμάς… Τελικά βέβαια, αποδείχθηκε από την ροή της ιστορίας, πως έτσι ή αλλιώς, χρειαζόταν ένα μέσο, ένα τέχνασμα, ένας «προξενητής» ∙ και η ιδέα με τον χορό να μην είχε κατέβει, κάτι έπρεπε να βρεθεί. Ας μη ξεχνάμε πως το βιολί παίζει ένα ρόλο καθοριστικό στην εξέλιξη της ιστορίας. Πολύ απλά, και το έχω σκεφτεί πολλές φορές, αν δεν ήταν το βιολί, δεν ξέρω πώς θα τέλειωνε  το παραμύθι. Κάτι θα έπρεπε να είναι, κι όσο το ψάχνω, βλέπω πως δεν θα μπορούσε να είναι τίποτε άλλο, εκτός από ένα μουσικό όργανο. Ίσως πάλι, μπορεί ήταν και η αγάπη μου για τη μουσική που με ώθησε σ’ αυτή την επιλογή, κι όχι σε κάποιο άλλο εύρημα…

Πιο πριν, μίλησα για προκλήσεις και πως τις αγνοούσα όταν άρχισα να γράφω αυτό το βιβλίο. Αυτές αφορούσαν τη Μεγάλη Ιστορία, -με κεφαλαία-. Η Μεγάλη Ιστορία (με κεφαλαία το Μ και το Ι), είναι ο καμβάς πάνω στον οποίο ζωγραφίζονται οι μικρές ανθρώπινες ιστορίες, ή ίσως καλύτερα, το φόντο της κάθε εικόνας που είναι από μια μικρή ανθρώπινη ιστορία. Υπήρξαν στιγμές που τρόμαξα και δείλιασα όταν έβλεπα με τι πήγαινα να τα βάλω. Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος κι ο Διχασμός στον τόπο μας, δεν είναι μικρό πράγμα, όσο κι αν τους περνάω επιδερμικά και μόνο όσο χρειάζεται για τις ανάγκες του μύθου, το ίδιο οι δυό εμφύλιοι, ο Ρώσικος κι ο Ισπανικός, σ’ αυτούς μάλιστα χρειάστηκε να χωθώ πιο βαθιά. Ήταν πολλή δουλειά, πολύ ψάξιμο σε διαφορετικές πηγές, απ’ όλες τις πλευρές, ώστε να μη γραφτεί κάτι λάθος, ούτε ό,τι έχει γραφτεί να μοιάζει στρατευμένο προς κάποια κατεύθυνση. Ακόμη, δεν έπρεπε να ξεπέσω σε αναχρονισμούς ή σε επιπόλαιες κρίσεις αλλά ούτε και σε καταδίκες ή ύμνους, με λίγα λόγια δεν έπρεπε να παίξω με την Μεγάλη Ιστορία, δεν είναι δική μου δουλειά, ούτε αυτός είναι ο στόχος του βιβλίου. Αυτό που μ’ ένοιαζε ήταν οι άνθρωποι μέσα  στα γεγονότα, οι σχέσεις τους, οι αγωνίες και οι ελπίδες τους, τα όνειρα και οι εφιάλτες τους, όλα αυτά ιδωμένα από την απόλυτα ουμανιστική τους πλευρά.

Υπήρχε κι ένα άλλο θέμα που χρειαζόταν προσοχή. Στην περίπτωση του ιστορικού μυθιστορήματος, όπως εύκολα θα χαρακτηρίσει κανείς την Περιπλάνηση, ελλοχεύει πάντα ένας κίνδυνος, υπάρχει μια παγίδα. Στην προσπάθεια της ακριβούς αναβίωσης των εποχών, ή της πληροφόρησης του αναγνώστη, πολλές φορές φορτώνονται τέτοιου είδους μυθιστορήματα με πολλή ιστορία και λίγο μύθο, οπότε αυτός που διαβάζει καταλήγει να έχει στα χέρια του ένα βιβλίο ιστορίας κι όχι ένα μυθιστόρημα. Θέλω να πιστεύω πως κατάφερα να αποφύγω την παγίδα, και τα ιστορικά γεγονότα, απλώς υποτάχθηκαν στον μύθο και τον βοήθησαν να εξελιχτεί, χωρίς να προσπαθήσουν να τον υποκαταστήσουν σε καμμιά στιγμή. Έπειτα, αν με ρωτήσει κανείς, δεν θα πω πως το μυθιστόρημα είναι ιστορικό, μόνο. Θα μπορούσα να το χαρακτηρίσω και αντιπολεμικό και πολιτικό, αλλά και αισθηματικό, στο κάτω κάτω ο κυρίαρχος μύθος είναι μια ερωτική ιστορία. Θα σταθώ λίγο στη λέξη «πολιτικό», για να διαλύσω πιθανές παρερμηνείες. Παρακάτω δεν σχολιάζω εγώ, αλλά αντιγράφω από ένα κριτικό κείμενο πάνω στην Περιπλάνηση, που γράφτηκε πρόσφατα, και που με εκφράζει απόλυτα:  «Ανήκω στη γενιά που έχει την πεποίθηση ότι σε κάθε έκφανση της ανθρώπινης ζωής εμπεριέχεται η πολιτική: Από το πώς λες την "καλημέρα", αν την λες, μέχρι το πού αγοράζεις το ψωμί σου... Θέλω να πω ότι το βιβλίο είναι πολιτικό, όχι μόνο γιατί τον συγγραφέα τον βασανίζουν οι πολιτικές ιδέες και η εξέλιξή τους (βλ. σελ.177 "... η μουσική δεν τον πρόδωσε ποτέ, οι ιδέες, κάθε στιγμή και μια προδοσία απ' αυτούς που τις πουλούσαν. Με όσα είχε ζήσει τόσα χρόνια, χώνεψε μέσα του πως δεν ήταν οι ιδέες το μπέρδεμα, αλλά οι άνθρωποι που τις πρόδιναν. Και όχι μόνο τις ιδέες αλλά και τους άλλους, και τον εαυτό τους τον ίδιο, κι ας μη το καταλάβαιναν. Δεν τις παράτησε παρ' όλα αυτά, έψαχνε να βρει τον παράδεισό του...") Αλλού: (αλλά γιατί και το τσουκάλι που βράζει με νερό και δύο χόρτα για λόγους αξιοπρέπειας, πολιτική είναι (σελ. 35). Γιατί και το να ταιριάζουν τα βήματά τους δύο γείτονες περπατώντας στην ανηφόρα ("ταίριασαν το βήμα τους, ο ένας το άργεψε, ο άλλος έβαλε ακόμα λίγο ζόρι" σελ.33), πολιτική είναι. Γιατί και το να περιμένει ο γέρο βιολιτζής "ήσυχα και σεβαστικά" τον γκαϊτατζή να τελειώσει για πάρει σειρά ο ίδιος (σελ.36) πολιτική είναι επίσης. Πολιτική τέλος είναι ο διωγμένος από την πατρίδα του Αλέκο -εφέντης στον τόπο της προσφυγιάς του, τη Θεσσαλονίκη, να πίνει τον καφέ του στον καφενέ του μουσουλμάνου Οσμάν ("δεν μ' έδιωξε ο Οσμάν", έλεγε...σελ.44)». (Πρόκειται για το ήθος της επιλεγμένης από τους ανθρώπους τάξης, και όχι της επιβεβλημένης από την εξουσία, ως μέσο ομαλής συμβίωσης με τους άλλους.) Εδώ είναι ίσως και το «δια ταύτα» του βιβλίου.

Τελειώνοντας, θέλω να πω κάτι ακόμη, που έχει σχέση με το γράψιμο. Η αίσθηση ότι μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις, να φτιάχνεις ανθρώπους, κι αν δεν ταιριάζουν στο παραμύθι να τους καταργείς και να φτιάχνεις άλλους στη θέση τους, είναι μοναδική. Αυτό συνέβη με τον Μαξίμ. Στην αρχή ο τρίτος «πρωταγωνιστής» ονομαζόταν Πασκάλ, κι ήταν λιποτάκτης του Γαλλικού στρατού στην Ουκρανία. Δεν ταίριαζε όμως και δεν βοηθούσε στην αφήγηση, μου φαινόταν «λίγος». Έτσι, τον εξαφάνισα από τις εκατόν εξήντα σελίδες που είχαν γραφτεί μέχρι τότε, και στην θέση του δημιούργησα από την αρχή τον Μαξίμ, Ταγματάρχη του Κόκκινου Στρατού αλλά με Τσαρικό παρελθόν και κουλτούρα. Από εκείνη τη στιγμή το παραμύθι κύλησε μια χαρά.  Ακόμη, συναρπαστική είναι η ελευθερία στο πλάσιμο των χαρακτήρων, πάντα όμως με γνώμονα να μη φτιαχτούν «ήρωες», αλλά άνθρωποι καθημερινοί, συνηθισμένοι, τρυφεροί, πεισματάρηδες, ρουφιάνοι, συμφεροντολόγοι, οπορτουνιστές και αριβίστες, δειλοί, ύπουλοι, ευαίσθητοι, τολμηροί, αδίστακτοι, συμπονετικοί, τίμιοι, πιστοί, άνθρωποι με τα καλά τους και τα στραβά τους, και που δεν μένουν στατικοί σαν χαρακτήρες αλλά εξελίσσονται. Και τέλος, συναρπαστική είναι και η αίσθηση της ελευθερίας που είχα να τους «τελειώνω», αν δεν χρειάζονταν πια στον μύθο ή δεν τον βοηθούσαν.

Τέλος, κάτω από το ιστορικό φόντο και τις μικρές ιστορίες, υπάρχει κι ένα τρίτο επίπεδο. Τα πρόσωπα, όταν ο χρόνος το επιτρέπει, σε κάποιες προσωπικές στιγμές φιλοσοφούν για θεμελιακές αναζητήσεις και έννοιες, όπως είναι η πατρίδα, η πίστη, η ταυτότητα των ανθρώπων, η ενοχή ή η αθωότητα ύστερα από αιματηρά εγκλήματα ή πολιτικές ή και κοινωνικές παραβάσεις. Απαντήσεις βέβαια δεν δίνονται, οι αγωνίες και τα αδιέξοδα παραμένουν. Αν υπάρχουν απαντήσεις, τις δίνει στον εαυτό του ο αναγνώστης και είναι ολοδικές του.

Έτσι περίπου ήταν τα πράγματα, λέγοντας «προκλήσεις». Πάντως, έτσι κι αλλιώς, το να γράψει κανείς ένα μυθιστόρημα που να διαβάζεται και ν’ αφήνει κάτι στο τέλος στον αναγνώστη, είναι μια τεράστια πρόκληση, απ’ την αρχή μέχρι το τέλος.

 

Μιχάλης Μπουναρτζίδης

 

-

Μπορείτε να βρείτε το βιβλίο εδώ.

-

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

2 Σχόλια

  1. Pola Vakirli

    Αποκαλυπτική και κατατοπιστική για το βιβλίο του η περιπλάνηση του Μ. Μπουρναζίδη πριν και κατά τη διάρκεια της συγγραφής του. Τον ευχαριστούμε!!!

    Απάντηση
  2. Νίκος Οικονόμου

    Δεν είμαι για πολλά λόγια, γενικά. Είμαι όμως για να διαβάζω αριστουργήματα, και η Περιπλάνηση ενός βιολιού, είναι αριστούργημα. Όταν το πάρει στα χέρια του κανείς, τότε το νιώθει.

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Ημερολόγιο 2018

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!