Select Page

Στο τέλος της γραμμής

Στο τέλος της γραμμής

 

 

 

Κοίταξε το ρολόι. Η ώρα ήταν μια και μισή. Εκείνος, με ένα σάκο ανάμεσα στα πόδια του, υπέφερε στην αναμονή. Τη παραμονή σε παρόν που τον προσπερνούσε σταδιακά, τη προσμονή για ένα μέλλον που στις ερωτήσεις του κανείς δεν απαντά. Λεπτά να μετράει αντίστροφα και πολύ σύντομα ήμερες. Ημέρες που δε θα ερχόντουσαν πίσω, αφού ο χρόνος δε τιθασεύεται στις επιθυμίες και στα θέλω του καθενός.

Έτσι δε του έλεγαν από παιδί; «Μη βιάζεσαι να μεγαλώσεις! Θα έρθει η στιγμή που θα νοσταλγείς, τότε που δεν είχες υποχρεώσεις». Τα λάθη όμως δεν αποφεύγονται. Στη τελική, άμα δεν πάθεις, δε θα μάθεις.

Το πτυχίο το είχε πάρει λίγες μέρες πριν. Εκείνο το απαραίτητο κομμάτι χαρτί, που θα προσέθετε μια εξτρά παράγραφο προσόντων. Όταν θα κρινόταν απαραίτητο, όταν θα ξεκινούσε η αναζήτηση.

Δεν είχε πει τίποτα σε κανένα, μόνο η οικογένειά του γνώριζε. Με φίλους και συγγενείς, δεν ήθελε να μοιραστεί τέτοιες σκέψεις. Ήταν καλύτερο όταν τον αναζητήσουν, να μάθουν ότι δεν είναι εκεί. Για πόσο, ούτε ο ίδιος γνώριζε με σιγουριά. Απλά ήθελε να αποφύγει λοιπές συναισθηματικές εκρήξεις. Είχε ήδη τη μάνα του να δακρύζει για κάτι τέτοια. Ας είναι, συλλογιζόταν.

Κόσμος ερχόταν και κόσμος έφευγε. Επιβιβάζονταν για τον επόμενο σταθμό, σε μια άλλη πόλη, διαφορετική χώρα, με εκείνη τη σαθρή ελπίδα μιας καλύτερης τύχης. Αυτός να ζυγίζει τα βάρη του μυαλού, της ρηχής λογικής, του απρόβλεπτου συναισθήματος. Μήπως να το αναλογιζόταν ακόμη μια φορά;

Κουράστηκε. Μια συνεχή μουρμούρα του εαυτού, μια γκρίνια της κοινωνίας που ζούσε σε μια χώρα που οι ατασθαλίες της περίσσευαν και οι ενέργειές της σπάνια προσέφεραν το επιθυμητό. Δε θα έβλεπε και διαφορές τρομερές εκεί που θα ήταν, αλλά τουλάχιστον θα απέκλειε τον εαυτό του από τις τύψεις των υποχρεώσεων, της συμμετοχής στο καθημερινό βίο, την αίσθηση ταλαιπωρίας από τη ρουτίνα του.

Τη ρουτίνα του. Μήνας έμπαινε, μήνας έβγαινε, έκανε όνειρα και πλάνα, ευχές και επιθυμίες να πραγματοποιήσει και ζήτημα να έφτανε στη μέση αυτών. Θα ήταν ευτύχημα αν μπορούσε να ολοκληρώσει κάθε του σκέψη από το μυαλό στη πράξη. Στα μικρά βήματα είχε μείνει, πάλευε να ξεχωρίζει από τη μάζα των γνωστών – αγνώστων φίλων του, πάσχιζε να αδράξει τις ευκαιρίες που στο παρελθόν είχε προσπεράσει με κεφάλι άλλοτε σκυφτό κι άλλοτε με ένα απλανές, βλέμμα συνάμα, απολαμβάνοντας έναν ήλιο αλιγενή αιγαιοπελαγίτη. Και τώρα ένιωθε νωθρός, ανήλιαγος, κλεισμένος στον εαυτό του.

Ήξερε τι άφηνε πίσω, απλά οι σκέψεις είχαν περάσει στον πυρήνα του ρεαλισμού και οι συναισθηματισμοί του «τι αφήνω πίσω» ή «τι δε θα με περιμένει πια» συγκρούονταν ανελέητα και εξαντλητικά με το εγώ του. Μόνο ο ίδιος ήξερε που βαδίζει, που πορευόταν, που επιθυμούσε να θαυμάσει τον εαυτό του μετά από λίγο καιρό.

Έκλεισε τα μάτια και τοποθέτησε το πρόσωπό του ανάμεσα σε εκείνες τις δύο νεανικές του παλάμες. Αυτή η κίνηση λειτουργούσε με τρόπο αναλγητικό για τον ίδιο. Χρησιμοποιούσε πλειάδα μεθόδων για να ηρεμήσει. Τον ήχο της κιθάρας του, την ανάγνωση κάποιου αγαπημένου του βιβλίου, το ξεσκαρτάρισμα σκέψεων με ένα μολύβι και ένα χαρτί σε ένα σχέδιο, μια ιστορία…

Τώρα του ερχόντουσαν εικόνες. Του παρελθόντος πραγματικές, του μέλλοντα υποθετικές, αλλοτινές, φανταστικές, του παρόντος του ρεαλιστικές. Μια ζωή, σε ένα βιβλίο δε θα χωρούσε. Πόσες σωστές και λάθος πράξεις να βολέψεις; Πόσα κομμάτια εγωισμού κι απογοήτευσης μέσα του να τακτοποιήσει;

Αυτή η γυναικεία μορφή. Δεν της είχε αναφέρει τίποτα. Ούτε πως την έβλεπε εκείνα τα πρωινά στη σχολή, ούτε τις ημέρες που περνούσε δίπλα της και έψαχνε μια αφορμή να τη χαιρετήσει, να της μιλήσει και να την ακούσει. Και τώρα που τα σύνορα του αγνώστου είχαν εξαλειφθεί, πες το δειλία, πες το νεανική συστολή, οι συζητήσεις ταλαντευόντουσαν μεταξύ αδιάφορων για τον ίδιο θεμάτων. Το πιο ουσιώδες δε της το είχε πει.

Κι έτσι όπως είχε τα μάτια κλειστά το φαντάστηκε. Να την παίρνει κάπου παράμερα ή να ψάχνει την ευκαιρία που μόνη θα είναι, μακριά από τη παρέα. Να της προτείνει «θέλεις να βγούμε κάποια στιγμή, μια μέρα, αύριο πιο σίγουρα;» κι αυτή, χωρίς δυσανασχέτηση, να του απαντά «ναι φυσικά».

Τότε σε ένα καφέ, μια βόλτα, μια συνάντηση στα κρυφά, με μια αφορμή ηλίθια, εκεί στο κρύο και στη παγωνιά της ψυχής του τα απύθμενα να εξομολογηθεί. Πώς είναι εκείνο το τρεμούλιασμα στη φωνή τη πρώτη φορά που θα το πεις; Λες και διάβολε θα χάσεις έπειτα κάθε σου αναπνοή!

Τα μάτια δε τα ανοίγει. Σε εκείνο το κόσμο, τον ανέλπιδα ρομαντικό, μπορούσε να μπαινοβγαίνει, κάποιες φορές να παραμένει πέραν του επιτρεπτού, άλλες ξανά να χάνεται...

Άκουσε το τρένο να έρχεται. Προτιμούσε να μην εμπιστευθεί τις αισθήσεις του, να ήταν άλλος κάπου αλλού, σε άλλο χρόνο, σε μιας αλλοτινής ύπαρξης την ανάμνηση. Οι ήχοι από τις ράγες να ήταν κάποιου κομματιού, παλιού και αγαπημένου, που θα έπαιζε στο ραδιόφωνο, σε εκείνα τα καλοκαιρινά μεσημέρια που αναπολούσε.

Κι έτσι που το τρένο θα έφτανε και οι παλιές του πόρτες θα έτριζαν με παράπονο στο άνοιγμά τους κι αυτός, πιο σκυθρωπός, με τις ρυτίδες στο μέτωπο από τη μελαγχολία πιο έντονες και στη ψυχή ολοκληρωτικά συννεφιασμένος, για εκείνο το επικείμενο κι αβέβαιο ταξίδι του, από τη θέση του να απομακρύνεται.

Τότε αυτή να κάνει την εμφάνισή της. Εκεί. Να του χαμογελά με βλέμμα τσαχπίνικο, μια δόση αφέλειας και εξυπνάδας που δε μπορείς να της το αρνηθείς, κι ας μη το παραδέχεται. Σαν εκείνες τις παλιές ασπρόμαυρες ταινίες, τα γεμάτα μελόδραμα ρομαντικά φιλμ, με κάποιες δόσεις υπερβολής. Τα δύο της χέρια να σηκώνονται, χείλη να συσπώνται σε ένα πανδαιμόνιο συναισθημάτων και μόνο κάποιες λέξεις να αντηχούν μέχρι τα αυτιά του: «είμαι εδώ, μη με ξεχνάς, θα περιμένω».

 

_

γράφει ο Χάρης Γεωργάκης

Ο Χάρης Γεωργάκης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη του ’92. Είναι φοιτητής στο τμήμα Ιστορίας & Αρχαιολογίας του ΑΠΘ. Ο ίδιος προτιμά να ερευνά το παρελθόν μαζί με το παρόν, προσδοκώντας το καλύτερο μέλλον. Ασχολείται με το γράψιμο από μικρή ηλικία και μεγαλύτερη του επιθυμία είναι να γυρίσει κάθε σπιθαμή αυτού του πλανήτη, γράφοντας για τις εμπειρίες του, ενώ κάποια μέρα θα ήθελε να δει το όνομά του στο εξώφυλλο δικού του βιβλίου. Μέχρι τότε έχει επιλέξει να γράφει δικές του ιστορίες, μικρές και μεγάλες, τις οποίες επιλέγει μοιράζεται με φίλους και γνωστούς. Τα τελευταία χρόνια γράφει στο ηλεκτρονικό περιοδικό maga.gr ενώ διατηρεί και δικό του blog (http://fromthebacklights.wordpress.com/)

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος