Select Page

Συναποθανούμενοι

Συναποθανούμενοι

Εδώ σ’ αυτή την κλίνη

Τη σκαμμένη απ’ την αγάπη,

Για να χωράει το σώμα του έρωτα,

Να’ ναι σαν κλίνη και σαν τάφος.

 

Εδώ να σε πεθάνω, να με πεθάνεις

Μέσα σ’ ένα θανάσιμο βαθύ φιλί.

 

Νάρθουν να σπάσουνε την πόρτα να μας βρουν.

 

Να μην μπορούν να σηκώσουν τα σώματα,

Να μην μπορούν ν’ ανοίξουνε τα πρόσωπά μας.

 

Στις 17 Απρίλη συμπληρώθηκαν 40 χρόνια από τον θάνατο του σπουδαίου ποιητή Γιώργου Θέμελη. Παρόλο που δεν γεννήθηκε εκεί, το όνομά του συνδέθηκε άρρηκτα με την πανέμορφη Θεσσαλονίκη, πόλη οπού και επέλεξε να ζήσει μέχρι το τέλος της ζωής του. Τα έργα του (ποιήματα, δοκίμια ή και θεατρικά έργα) είναι πολυάριθμα και τα θέματά, τα οποία αυτά πραγματεύονται αναρίθμητα.

g_themelis_b

Όσον αφορά την ποίηση, αγαπημένο του μοτίβο δεν θα μπορούσε παρά να αποτελεί ο έρωτας σε όλες τις εκφάνσεις και τις εκδηλώσεις του. Το παρατιθέμενο έργο με τίτλο «Συναποθανούμενοι» αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου έκφρασης του Θέμελη.

Πρόκειται για έναν άκρως φορτισμένο συναισθηματικά λόγο, χωρίς ευφάνταστες λέξεις και περίπλοκες εικόνες, πράγμα που ενδεχομένως έχουμε συνηθίσει σε ερωτικά ποιήματα άλλων σπουδαίων ποιητών. Αυτό που διακρίνει τον Θέμελη εν προκειμένω, είναι η απλότητα των στίχων του σε συνδυασμό με την επίσης απλή γενικότερη απεικόνιση του ποιήματος. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε πως το έργο αυτό αποτελεί ένα απτό παράδειγμα πως το «απλό» μερικές φορές μπορεί να εντυπωσιάσει πολύ περισσότερο από το «σύνθετο» και το λέξη προς λέξη δουλεμένο. Πώς όμως επιτυγχάνεται αυτό;

Όσον αφορά τη δομή, ο ποιητής φαίνεται πως δεν ενδιαφέρεται να προσδώσει μία αυστηρή φόρμα στο έργο αλλά αντίθετα, αφήνει τον λόγο να την παρασύρει και να την διαμορφώσει. Αυτό που ουσιαστικά διακρίνουμε στο ποίημα είναι μικροί, τυπικοί, νοηματικοί χωρισμοί, οι οποίοι με έναν αξιοθαύμαστο τρόπο, βοηθούν στην ανάγνωση και κατανόηση των βαθύτερων νοημάτων του ποιήματος και τονίζουν την ουσία του.

«Εδώ σ’ αυτή την κλίνη

Τη σκαμμένη απ’ την αγάπη,

Για να χωράει το σώμα του έρωτα,

Να’ ναι σαν κλίνη και σαν τάφος.»

Από την αρχή ακόμη του ποιήματος καταλαβαίνουμε πως έχουμε να κάνουμε με ένα έργο έντασης και απόλυτου συναισθηματισμού. Μέσα σε τέσσερις μόλις στίχους έχουμε έναν «βομβαρδισμό» στοιχείων που προσδίδονται κυρίως με τις λέξεις κλίνη-αγάπη-το σώμα του έρωτα-τάφος, που συνδέονται με τέτοιον τρόπο ώστε δημιουργούν ένα απίστευτα παραστατικό κλίμα, δίνοντας παράλληλα μια σύντομη εικόνα για το θέμα του έργου. Πρόκειται, λοιπόν, για μια «κλίνη», που ενώ είναι «σκαμμένη από αγάπη» και «χωράει το σώμα του έρωτα», είναι «κλίνη και τάφος» μαζί. Το απόλυτο συνδέεται με το τίποτα, η ευτυχία ενώνεται με την δυστυχία και ο έρωτας με τον θάνατο μοιάζουν να είναι ένα. Και αμέσως δημιουργείται στον αναγνώστη το ερώτημα: γιατί ένα δωμάτιο που είναι φτιαγμένο για να στεγάζει τον έρωτα, ένα τόσο δυνατό αίσθημα, να συνδέεται, και μάλιστα τόσο στενά με τον πόνο του θανάτου; Η απάντηση έχει δοθεί έμμεσα τόσο από τον ίδιο τον Θέμελη όσο και από πολλούς άλλους ερωτικούς ποιητές: Ο έρωτας με τον θάνατο, ως δύο καταστάσεις των άκρων, μπορούν να αποτελέσουν σχεδόν δυό ταυτόσημες έννοιες.

«Εδώ να σε πεθάνω, να με πεθάνεις

Μέσα σ’ ένα θανάσιμο βαθύ φιλί.»

Ο παραλληλισμός των εννοιών αυτών συνεχίζεται και ο ποιητής φαίνεται να εμβαθύνει στις λεπτομέρειες τους. Ο θάνατος, λοιπόν γίνεται μέσα σε ένα «θανάσιμο βαθύ φιλί». Και μέσα από αυτήν μόνον την φράση γίνεται αντιληπτό το μέγεθος και η σημασία που έχει ο έρωτας για τον αφηγητή. Γι’ αυτόν ακόμη και ο πιο δυσβάσταχτος για τον άνθρωπο πόνος, που δεν είναι άλλος από αυτόν του θανάτου, μοιάζει ως κάτι όχι μόνον ασήμαντο αλλά και αναμενόμενο θα λέγαμε, καθώς τα δύο ακραία αυτά συναισθήματα που αναφέραμε συγχέονται εντελώς φυσικά στο μυαλό του.

«Νάρθουν να σπάσουνε την πόρτα να μας βρουν.

Να μην μπορούν να σηκώσουν τα σώματα,

Να μην μπορούν ν’ ανοίξουνε τα πρόσωπά μας.»

Η εικόνα των δύο ερωτευμένων προσώπων που σκιαγραφούνται στο ποίημα εντείνεται με την λέξη «σπάσουνε», η οποία εκτός από την οπτική εικόνα μιας σπασμένης πόρτας, σχηματίζει στο μυαλό του αναγνώστη και μια ηχητική εικόνα εξίσου επιβλητική με την πρώτη. Το όλο κλίμα βρίσκεται ανάμεσα στην απόλυτη ησυχία που απαιτεί μια απόλυτα ερωτική σκηνή και στην απότομη αναστάτωση που προκαλεί το σπάσιμο της πόρτας.

Και η εικόνα που δίνεται από τον ποιητή σταματά εδώ, ενώ το έργο συνεχίζει με δύο ακόμη στίχους που δομικά ξεχωρίζουν από τον προηγούμενο. Πρόκειται, λοιπόν, θα λέγαμε για μια ευχή, η οποία εκφράζεται από τον αφηγητή ξεκινώντας με την λέξη «να». Το άτομο που θα σπάσει την πόρτα και θα μπει μέσα, όσο και να προσπαθήσει δεν θα μπορέσει να χωρίσει τους δύο αυτούς ανθρώπους, δεν θα καταφέρει να ξεκολλήσει το σώμα του ενός από του άλλου. Αυτός φαίνεται πως είναι και ο σκοπός του αφηγητή: να «χαθεί» μέσα στο θανάσιμο φιλί και να μην μπορέσει τίποτα να τον απομακρύνει από αυτό παρά μόνον ο ίδιος ο θάνατος.

Πρόκειται για ένα έργο που πραγματεύεται τις λεπτότατες έννοιες του έρωτα και του θανάτου, χωρίς ωστόσο να ξεπερνά τα όρια από κάποια πλευρά. Ο Θέμελης εκφράζεται για έναν έρωτα χωρίς να χρησιμοποιήσει σε καμία περίπτωση μελοδραματισμούς αλλά μιλώντας για τα δικό του «θέλω» και όνειρο, που παρόλο που φαντάζει απίθανο να πραγματοποιηθεί, δεν μπορεί παρά να χαρακτηρισθεί ως κάτι το ρεαλιστικό. Η αισιοδοξία και το ευχάριστο συνδέονται άρρηκτα με την απαισιοδοξία και όλα αυτά μαζί δομούν το μοναδικό έργο του Θέμελη, το οποίο απεικονίζει επακριβώς αυτό που ουσιαστικά είναι ο έρωτας. Τίποτα παραπάνω και τίποτα λιγότερο. Δεν εξυμνεί ούτε και καταδικάζει. Απλά δημιουργεί με κριτήριο του το συναίσθημα που μιλάει μέσα του.

 

_

γράφει η Άντια Αδαμίδου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

1 σχόλιο

  1. Άγγελος Πετρουλάκης

    Χαίρομαι που κάποιοι όπως η κ. Αδαμίδου κρατούν στην καρδιά και την μνήμη τους την ποίηση του Γιώργου Θέμελη, που είναι από τους κυριότερους ποιητές μας, ωστόσο ιδιαίτερα παραγκωνισμένος γιατί δεν μπήκε ούτε στις ποιητικές παρέες της Θεσσαλονίκης, ούτε βεβαίως της χώρας. Χαίρομαι που ο φίλος Κ. Θερμογιάννης φιλοξένησε στον χώρο του τούτη την αναφορά. Η ποίηση του Θέμελη είναι ένας ασύνορος κόσμος ευαισθησίας. Ο ίσκιος του είναι τεράστιος. Ήρθα σ’ επαφή με την ποίησή του το 1967. Αυτός και ο Ελύτης στάθηκαν οι μεγάλοι μου δάσκαλοι στις ποιητικές ανησυχίες μου.
    Το 1969 δημοσιεύσαμε μαζί με τον Δημήτρη Κουνελάκη στο περιοδικάκι μας “ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ”, το “Συναποθανούμενοι” και το “Κρυστάλλινο φιλί”. Πριν 5-6 χρόνια επισκεπτόμενος την αρχαία Μεσσήνη γνώρισα τον γιο του, στον οποίο οφείλουμε την αποκάλυψη και όλο το ανασκαφικό έργο της αρχαίας Μεσσήνης. Ένιωθε ιδιαίτερη χαρά για τον πατέρα του…

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!