τοβιβλίο.net

Σωτήρης Ριζάς: Βενιζελισμός και Αντιβενιζελισμός

19.11.2019

σχόλια

 

‘‘Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η δίκη,

και η εκτέλεση, των Έξι ήταν μια πολιτική σκοπιμότητας…’’

 

Σωτήρης Ριζάς:

Βενιζελισμός και Αντιβενιζελισμός

Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ

γράφει ο Άγγελος Πετρουλάκης

Ο Σωτήρης Ριζάς γεννήθηκε στην Αθήνα το 1964. Διδάκτορας του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σπουδών τού Παντείου Πανεπιστημίου. Διευθύνει το Κέντρο Ερεύνης τής Ιστορίας τού Νεώτερου Ελληνισμού τής Ακαδημίας Αθηνών από το 2016. Έχει διδάξει στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης, στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο και στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας τού Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας και Διαχείρισης Πολιτισμικών Αγαθών τού Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Είναι πολυγραφότατος. Κάποια από τα βιβλία του: Κωνσταντίνος Καραμανλής (2018, Μεταίχμιο), Παρατάξεις και κόμματα στη μεταπολεμική Ελλάδα, (2016, Εστία), Το τέλος της Μεγάλης Ιδέας (2015 Καστανιώτης), Απ’ την απελευθέρωση στον Εμφύλιο (2011, Καστανιώτης), Η ελληνική πολιτική μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο: κοινοβουλευτισμός και δικτατορία (2008, Καστανιώτης), Το Μακεδονικό ζήτημα (2007, Γρηγόρης), Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις και το Αιγαίο 1973-1976 (2006, Σιδέρης), Τα Βαλκάνια και η Ελλάδα σε μετάβαση (2006, Σιδέρης), Από την κρίση στην ύφεση (2003, Παπαζήσης), Οι Ηνωμένες Πολιτείες, η δικτατορία των συνταγματαρχών και το κυπριακό ζήτημα 1967-1974  (2002, Πατάκης), Η Ελλάδα, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη 1961-1964 (2001, Πατάκης), Το κυπριακό στην κρίσιμη καμπή (1997, Γρηγόρης) κ.ά.

Εκατό χρόνια από εκείνη την ταραγμένη περίοδο της χώρας, και μετά από δεκάδες βιβλία ιστορικών ερευνητών, ο Διχασμός συνεχίζει να είναι στο προσκήνιο. Μπορεί ο απλός Έλληνας να διαβάζει όλο και λιγότερο, αλλά οι επιστήμονες της Ιστορίας αισθάνονται όλο και μεγαλύτερη την ευθύνη τους να ερμηνεύσουν και να παραδώσουν στις επόμενες γενιές, αλήθειες, που είτε παρέμειναν άγνωστες, είτε μπορεί να ερμηνευτούν και με άλλη οπτική. Άλλωστε, ο Διχασμός είναι πληγή που ποτέ δεν έκλεισε. Η χώρα μας έχασε την κορυφαία ευκαιρία να βάλει ταφόπετρα στο θλιβερό αυτό κεφάλαιο με τη λήξη τού Β΄ Παγκόσμιου Πόλεμου, όπως και το 1974 με την πτώση τής δικτατορίας. Τα παλιά μίση αναβίωσαν. Για να έρθει το 2015 και να τα γιγαντώσει. Γιατί στη χώρα μας, η κοσμογονική αλλαγή που έζησε η Ευρώπη μετά την πτώση του Τείχους, την 9η Νοεμβρίου 1989, πέρασε χωρίς ν’ αγγίξει ιδεολογικές αγκυλώσεις.

«Βασική υπόθεση της μελέτης αυτής είναι ότι το βάθος και η ένταση του εθνικού σχίσματος οφειλόταν σε μια συρροή αφενός εσωτερικών πολιτικών και συνταγματικών εκκρεμοτήτων, αφετέρου γεωπολιτικών πιέσεων τις οποίες δεν κατόρθωσε να διαχειριστεί η ελληνική πολιτική δομή, καθώς τελούσε υπό ποικίλες πολιτισμικές και γεωπολιτικές επιδράσεις», υποστηρίζει, ορθά, ο συγγραφέας στον πρόλογό του, δίνοντας στη συνέχεια μια καθαρή ματιά στα αίτια που τον γέννησαν και τον διατήρησαν ενεργό επί σειρά ετών:

«Οι κοινωνικές και περιφερειακές διαστάσεις του Εθνικού Διχασμού δεν ήταν προδιαγεγραμμένες, δεν οφειλόταν σε δομικούς περιορισμούς ταξικής, ή άλλης, φύσης αλλά στην πορεία και τη δυναμική των γεγονότων από το 1915 έως το 1918. Η παγίωση του σχίσματος από το 1922 και μετά, και η συνύφανσή του με συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες και περιφέρειες (όπως η Παλαιά Ελλάδα και οι Νέες Χώρες, οι γηγενείς και οι πρόσφυγες), οφειλόταν στην εσφαλμένη διαχείριση της Μικρασιατικής καταστροφής με την εκτέλεση των Έξι, την εισροή των προσφύγων από τη Μικρά Ασία, καθώς και στις συνεχείς στρατιωτικές επεμβάσεις. Αυτές υποδήλωναν την έλλειψη συμφωνίας για τους κανόνες του παιχνιδιού, την ύπαρξη κατεστημένων συμφερόντων για τη συνέχιση του σχίσματος και τον φαύλο κύκλο εκδίκησης και αντεκδίκησης που χαρακτήριζε πλέον την ελληνική πολιτική».

Με οπλοστάσιο μια τεράστια βιβλιογραφία συγγραφέων με ιδιαίτερη πολιτική και ιστορική κρίση, όπως ο Θανάσης Διαμαντόπουλος, ο Θάνος Βερέμης, ο Γιώργος Μαυρογορδάτος, ο Γιάννης Μάζης, ο Γρηγόρης Δαφνής, ο Γιώργος Δερτιλής, ο Κώστας Κωστής (και δεκάδες ακόμα), στέκεται με ιδιαίτερο σκεπτικισμό απέναντι στα αίτια εκείνης της εθνικής τραγωδίας, που πληρώθηκε με πολύ αίμα από τον ελληνισμό και θεμελίωσε με τον τρόπο της μια σειρά από μαύρες σελίδες στην πορεία τής χώρας μας. Τίποτα το τυχαίο για το αν η χώρα ενίοτε παραπαίει, και ενίοτε αναζητά την ταυτότητά της, χωρίς να τη βρίσκει. Άλλωστε, πέρα από τις πολιτικές ευθύνες των ηγετών και πέρα από τις σκοπιμότητες των συμμαχιών, πάντα έχει τις δικές του ευθύνες ο ανώνυμος πολίτης, αυτό που ονομάζουμε «λαός», ο οποίος, έστω παρασυρόμενος είχε συμμετοχή και στις εκλογές τού 1920, που γκρέμισαν τον Βενιζέλο, και στο «Ανάθεμα», και στα «Νοεμβριανά», και στην απρόθυμη υποδοχή των προσφύγων.

Ο Σωτήρης Ριζάς επιμερίζει τις ευθύνες, περιγράφοντας με λεπτομέρεια τη διεθνή πολιτική σκηνή και τα συμφέροντα, που αναπτύχθηκαν από τα εμπλεκόμενα κράτη (Γερμανία, Γαλλία, Αγγλία, Ρωσία, Ιταλία):

«Ο σχηματισμός μιας μερίδας η οποία απέβλεπε στη Γερμανία ως δεσπόζουσα δύναμη στην ηπειρωτική Ευρώπη και συμμεριζόταν τις βασικές ιδεολογικές και αξιακές κατευθύνσεις της Γερμανικής Αυτοκρατορίας ανάγεται στο τέλος του 19ου αιώνα. Το υπόστρωμα είναι δυναστικό, πολιτισμικό και ιδεολογικό. Βασικός φορέας των φιλογερμανικών τάσεων ήταν ο διάδοχος Κωνσταντίνος, ο οποίος είχε νυμφευθεί το 1889 την πριγκίπισσα Σοφία, αδελφή τού εν συνεχεία αυτοκράτορα Γουλιέλμου. Ο Κωνσταντίνος θα συμμεριζόταν κατά την παραμονή του στη Γερμανία το πρωσικό μιλιταριστικό πνεύμα και θα επηρεαζόταν από τη φύση του πολιτεύματός της, το οποίο, αν και συνταγματική μοναρχία, με κοινοβούλιο εκλεγόμενο με καθολική ψηφοφορία από το 1871, συνιστούσε στην πραγματικότητα ένα περιοριστικό και αυταρχικό πολιτικό σύστημα: δεσπόζουσα θέση του στρατού, της γραφειοκρατίας και της ελίτ των γαιοκτημόνων και των βιομηχάνων, με επικεφαλής της κοινωνικής και πολιτικής δομής τον αυτοκρατορικό θεσμό. Αρχιστράτηγος στον αποκληθέντα ‘‘Ατυχή’’ πόλεμο του 1897, και προς στιγμήν αντιδημοφιλής, ο Κωνσταντίνος βρέθηκε από το 1899 έως το 1909 να ασκεί τη γενική διοίκηση του στρατού χωρίς να υπάγεται στην πραγματικότητα σε πολιτικό και κοινοβουλευτικό έλεγχο».

Η κριτική σκέψη τού συγγραφέα βαθαίνει στα όσα προηγήθηκαν, έτσι ώστε ο αναγνώστης να εισπράττει καθαρές εικόνες για την εποχή και τις διεργασίες που οδήγησαν στον Διχασμό:

«Η ήττα της Ελλάδας στον πόλεμο του 1897 ανέδειξε, μεταξύ άλλων, και τη σημασία της απόκτησης ερεισμάτων στο σύστημα των μεγάλων δυνάμεων που δέσποζαν στην ευρωπαϊκή πολιτική (για το ευρωπαϊκό σύστημα ισορροπίας δυνάμεων, βλ. Richard Evans, «Η επιδίωξη της ισχύος», εκδ. Αλεξάνδρεια). Στο πλαίσιο αυτό, ο Κωνσταντίνος ευνόησε τη στροφή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής προς τη Γερμανία. Η νέα αυτή αντίληψη ευνοήθηκε από το γεγονός ότι η Βρετανία και η Γαλλία παρέμεναν μάλλον αδιάφορες έναντι της Ελλάδας, καθώς αξιολογούσαν ως περιορισμένες τις στρατιωτικές, διπλωματικές και οικονομικές δυνατότητες της χώρας. Την πολιτική στροφή προς το Βερολίνο την προώθησε δραστήρια και ο Γεώργιος Θεοτόκης, επανειλημμένα πρωθυπουργός από το 1899 έως το 1909. Ο ίδιος, όπως προαναφέρθηκε, θα ενίσχυε και την επιρροή του Στέμματος, και του Κωνσταντίνου προσωπικά, αναθέτοντάς του το 1899 τη γενική διοίκηση του στρατού και αναγνωρίζοντας τον βαρύνοντα λόγο του Θρόνου στην εξωτερική πολιτική (Γεώργιος Ράλλης, «Γεώργιος Θεοτόκης. Ο πολιτικός του μέτρου», Ελληνική Ευρωεκδοτική). Η υπόθεση αυτή μπορεί να κατανοηθεί εντός του γενικότερου κλίματος σκληρής επίκρισης, ή και αμφισβήτησης, του κοινοβουλευτισμού, στον οποίο καταλογιζόταν διαφθορά και αναποτελεσματικότητα. Στο πλαίσιο αυτό, η ανάθεση της γενικής διοίκησης του στρατού στον Διάδοχο και η αναγνώριση σημαντικού ρόλου στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής στο Στέμμα θα προστάτευε, υποτίθεται, το σώμα των αξιωματικών από πολιτικές παρεμβάσεις, και την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής από τις παρενέργειες του κομματισμού. Θα ενίσχυε, βέβαια, ταυτόχρονα και τα μοναρχικά στοιχεία του πολιτεύματος, εφόσον έθετε, στην ουσία, τον στρατό εκτός του ελέγχου της κοινοβουλευτικής κυβέρνησης. Στο διάστημα κατά το οποίο άσκησε ο Κωνσταντίνος τα καθήκοντα του γενικού διοικητή σχηματίστηκε γύρω του ένας κύκλος στρατιωτικών αφοσιωμένων σε αυτόν και τις αντιλήψεις του: ο Βίκτωρ Δούσμανης, ο Ξενοφών Στρατηγός και, κυρίως, ο Ιωάννης Μεταξάς είναι ορισμένοι από αυτούς. Στο Διπλωματικό Σώμα, ο πιο σημαντικός εκπρόσωπος των αντιλήψεων αυτών ήταν ο Γεώργιος Στρέιτ. Ο κύκλος απέκτησε ερείσματα και στον χώρο του Τύπου, με σημαντικότερες τις εφημερίδες «Εμπρός», «Καιροί» και «Σκριπ». Η πολιτική αυτή είχε, ασφαλώς, τα όριά της, καθώς το Βερολίνο θα εκτιμούσε, το 1908, όταν ξέσπασε το πραξικόπημα των Νεότουρκων και ακολούθησε η προσάρτηση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης από την Αυστροουγγαρία, ότι τα γερμανικά συμφέροντα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία είχαν προτεραιότητα έναντι της Ελλάδας. Και η τελευταία, άλλωστε, ήταν αδύνατο να αγνοήσει τη Βρετανία και τη Γαλλία και να προσανατολιστεί μονομερώς στη Γερμανία. Το σημαντικό στοιχείο ήταν όμως ότι είχε σχηματιστεί και παγιωθεί η ύπαρξη ενός κύκλου με ερείσματα στις ελίτ και τους κρατικούς θεσμούς που απέβλεπε σε στενή συνεργασία της Ελλάδας με τη Γερμανία».

Κλείνοντας το σύντομο αυτό σημείωμα, θέλω να επισημάνω την ουσιαστική προσφορά των εκδοτών, στην έκδοση και υποστήριξη βιβλίων, που αν και δεν προορίζονται για ένα ευρύτερο κοινό, είναι σημαντικά για όσους, έστω ελάχιστα, ενδιαφέρονται για την ιστορία τού τόπου μας.

Ακολουθήστε μας!

Κερδίστε το!

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

Επιμέλεια άρθρου Κώστας Θερμογιάννης

Επιμέλεια άρθρου

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου