τοβιβλίο.net

Select Page

Τέσυ Μπάιλα: «Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές»

Τέσυ Μπάιλα: «Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές»

 

 

Ο πόλεμος κόβει τις κλωστές

που συγκρατούν τη ζωή μας.

Εμείς γινόμαστε μαριονέτες στα χέρια του.

Και μάθαμε να βλέπουμε τις κινήσεις της μαριονέτας, αλλά δεν μπορούμε να δούμε ποια χέρια

κρατούν τα σχοινιά και τις ρυθμίζουν…

 

γράφει ο Άγγελος Πετρουλάκης

Ο κόσμος τού μυθιστορήματος ενίοτε αντιγράφει τη ζωή, αλλά συχνά και η ζωή αντιγράφει πολλές από τις πτυχές του. Όταν ο συγγραφέας δίνει στη μυθοπλασία όλα τα δομικά στοιχεία τού ρεαλισμού, όπως η Τέσυ Μπάιλα στο τελευταίο της μυθιστόρημα «Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές», τότε το οικοδόμημα γίνεται στέρεο και, όπως στην περίπτωση της Μπάιλα, ιδιαίτερα γοητευτικό.

Ένα μυθιστόρημα που εξελίσσεται σε τρία επίπεδα: στην Αμμουδάρα, μια ακτή τής Κρήτης, στον Πειραιά και στο μέτωπο της Μακεδονίας κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πίσω από την Αμμουδάρα, στο φόντο, το Ηράκλειο και τα Χανιά, με τη συγγραφέα να δίνει με πειστικές πινελιές σημαντικά ψήγματα των δραματικών γεγονότων που προηγήθηκαν της απελευθέρωσης της Κρήτης και της ενσωμάτωσής της με την Ελλάδα. Στην Κρήτη τής Μπάιλα «…όλη η ζωή είναι τραχιά και άγρια, γεμάτη ρόζους, αλλά είναι γενναία, καρπερή σαν τη γυναίκα και δίνει ζωή…»

Μυθοπλασία και ιστορία σε ορθές δόσεις, χωρίς η μια να βλάπτει την άλλη. Αντίθετα, η πρώτη να βοηθά στην κατανόηση της δεύτερης.

Ακριβώς το ίδιο συναντάμε και στο άλλο επίπεδο, εκείνο που αφορά τις πολεμικές εμπλοκές στο μέτωπο της Μακεδονίας κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σ’ αυτήν τη περίπτωση, η γραφή τής Μπάιλα γίνεται μια κραυγαλέα αντιπολεμική διαμαρτυρία, καθώς οι περιγραφές της αφορούν αυτά που διαδραματίζονται στα χαρακώματα και τα εκστρατευτικά νοσοκομεία. Μια άλλη «Ζωή εν τάφω», έναν αιώνα μετά, γλαφυρά δοσμένη με το κόκκινο του αίματος και το μαύρο του θανάτου να κυριαρχούν.

Ο Πειραιάς και η Αθήνα κατά τα χρόνια τού Διχασμού. Τα πρώτα βήματα της Σχολής Καλών Τεχνών. Το σκηνικό κι εδώ απεικονίζεται με αδρές πινελιές, μέσα από τα μάτια απλών ανθρώπων. Η Μπάιλα ακουμπά τις αφανείς πτυχές τής ζωής. Τα δειλά όνειρα των φοιτητών, τους προβληματισμούς των καθημερινών ανθρώπων που δεν γνωρίζουν από πολιτική ή διπλωματία, απλά εισπράττουν την αγωνία ή και τη δυσωδία των όσων διαδραματίζονται στο παιγνίδι τής εξουσίας.

Το μυθιστόρημα αναπτύσσεται γύρω από δυο άξονες. Ο ένας είναι ο αφηγητής, που ενίοτε σε πρώτο πρόσωπο, δίνει τη γενική κατεύθυνση της μυθοπλασίας. Το δεύτερο έχει σχέση με τον πρωταγωνιστή τής μυθοπλασίας, η ζωή του οποίου ξεδιπλώνεται σε μια αφήγηση τρίτου προσώπου.

Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον ότι η συγγραφέας ‘‘παίζει’’ με τον χρόνο. Άλλωστε σε κάποια στιγμή το δηλώνει: «Ο χρόνος χάνεται. Γίνεται ανάλαφρος ίσκιος και περνά κι εμείς μένουμε περιφερόμενες σκιές όσων υπήρξαμε», γράφει. Από το Ηράκλειο του 1970, στο Ηράκλειο του 1898, στον Πειραιά και την Αθήνα τού 1916, και πάλι πίσω και πάλι μπροστά, μεταφέροντας έντεχνα τον αναγνώστη στα κομμάτια της ιστορίας, τα οποία ως τμήματα παζλ, θα ενωθούν στο τέλος για να φωτίζουν τις αρχικές σελίδες, δηλαδή την προσχηματική αφετηρία της μυθοπλασίας.

Πρωταγωνιστής, ο Ανέστης. Ένα παιδί που γεννιέται χωρίς ποτέ να γνωρίσει μητέρα, αφού αυτή πεθαίνει κατά τη γέννα. Είναι αυτό που η μοίρα το διαλέγει για να του χαρίσει ένα ιδιαίτερο ταλέντο στη ζωγραφική. Γύρω από τον Ανέστη πολλά πρόσωπα, εξ ίσου σημαντικά για την εξέλιξη της μυθοπλασίας. Ένας παππούς και μια θεία που ενσαρκώνουν τη στοργή. Ένας πατέρας που ενσαρκώνει τη βιαιότητα και την αδιαφορία. Μία γυναίκα που θα μείνει ανεκπλήρωτος έρωτας και ισόβια πληγή. Ένας φίλος που ενσαρκώνει όχι μόνο το μεγαλείο τής φιλίας, αλλά και την ταύτιση. Ο αφηγητής, που η ταυτότητά του θ’ αποκαλυφθεί στο κλείσιμο της μυθοπλασίας, ολοκληρώνοντας – η συγγραφέας – με τον τρόπο αυτό τη συναρπαστικότητα του μυθιστορήματος. Τα υπόλοιπα πρόσωπα σε δεύτερους ρόλους, σωστά τοποθετημένα στην ιστορία, εκφράζουν το καθένα και κάτι ιδιαίτερο.

Όμως, μέσα στον πρωταγωνιστή, ένας άλλος πρωταγωνιστής είναι πανταχού παρών: Η ζωγραφική! Μέσα σ’ ένα περίβλημα δηλωμένης μοναξιάς. «Αλήθεια, μένει ποτέ ένας καλλιτέχνης μόνος του; Ή μήπως πάντα μόνος του είναι στη ζωή;», αναρωτιέται η συγγραφέας.

Όμως, η ζωγραφική, όπως την αντιλαμβάνεται και τη βιώνει ο Ανέστης, έχει ελάχιστη σχέση με τον ακαδημαϊσμό και τις φόρμες τής εποχής. Αυτά τα κρατά ως θεμέλιο και πάνω τους χτίζει με μια δική του αντίληψη τον εικαστικό του κόσμο: «Κι ενώ του άρεσαν τα γεμάτα θεατρικότητα και λυρισμό έργα, το χρωματικό βάθος τους και ο ιστορικός τους προσανατολισμός, ο ίδιος μιλούσε για τη συναισθηματική έκφραση των έργων. Πίστευε ότι ένας πίνακας μπορεί να πάρει ζωή μόνο αν βουτηχτεί στο μελάνι της καρδιάς και ίσως αυτή η πεποίθηση έκανε τα δικά του έργα, τις πρώτες ασκήσεις του, να διαφέρουν πολύ, σε αντίθεση με τα σχεδιάσματα των άλλων φοιτητών».

Θα ήταν παράλειψη και ασέβεια απέναντι στο μυθιστόρημα της Μπάιλα, να μην τονίσω ότι η γραφή της κρατά καθηλωμένο τον αναγνώστη μέχρι την τελευταία του σελίδα.

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Οι προσφορές των εφημερίδων

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος