τοβιβλίο.net

Επιλέξτε Page

Ταξίδι αναψυχής

Ταξίδι αναψυχής

Εκεί μπροστά στο νεροχύτη, πλένοντας όρθια τα πιάτα, το αποφάσισε. Καθάριζε τον ξεραμένο καφέ στα τοιχώματα του φλυτζανιού, όταν παρατήρησε τις μικρές καφέ κηλίδες στα χέρια της που αποκάλυπτε το τρεχούμενο νερό ανάμεσα στις σαπουνάδες. Πώς δεν τις είχε προσέξει ως τώρα; «Η ηλικία της γυναίκας φαίνεται απ’ τα χέρια!», ήρθαν στο νου της τα λόγια της κυρα Νίτσας της γειτόνισσας, που αράδιαζε σοφίες κι αποφθέγματα στον απογευματινό καφέ.

Κι όταν έπειτα πήρε να φρεσκάρει το πουκάμισο που θα φορούσε την άλλη μέρα στη δουλειά, καθώς το ατμοσίδερο διέσχιζε με χάρη το γιακά της, της φάνηκε σαν πλοίο σε ακύμαντη θάλασσα. Και τότε ήταν που έκανε την επιλογή της: «Πανοραμικός γύρος της Ιταλίας, Οδικώς και Ακτοπλοϊκώς». Στοίβα στο συρτάρι του κομοδίνου τα διαφημιστικά φυλλάδια που μάζευε κάθε καλοκαίρι από τα ταξιδιωτικά πρακτορεία του Πειραιά. Της άρεσε να πηγαίνει και να ρωτά, να παίρνει προσφορές, να μαθαίνει λεπτομέρειες για το πρόγραμμα κάθε ταξιδιού, τα αξιοθέατα, τις ξεναγήσεις, τη διαμονή. Της άρεσε όταν ξάπλωνε το βράδυ να τα ξεφυλλίζει και να ταξιδεύει νοερά. Φανταζόταν τον εαυτό της σε πολυτελή ξενοδοχεία, σε μπαλκόνια με θέα στα μνημεία κάθε πόλης να απολαμβάνει τον κοσμοπολίτικο αέρα που ποτέ της δεν είχε αναπνεύσει. Ο ύπνος την έβρισκε τότε ελαφρύς, συντροφιά με τις σκόρπιες μπροσούρες στο σεντόνι της.

Πώς είχε αφήσει το χρόνο να την προσπεράσει; Την έπιασε μια αγωνία να προλάβει, να αποκτήσει και δικές της χαρές, δικές της θύμισες. Ναι, θα ξεκινούσε με το ταξίδι. Το απόγευμα μετά τη δουλειά, θα πήγαινε στο πρακτορείο να κλείσει ημερομηνία για την καλοκαιρινή της άδεια που ξεκινούσε σε μια βδομάδα. Την είχε πείσει εκείνο το «Πανοραμικός». Μιλάνο, Βερόνα , Βενετία, Φλωρεντία, Πίζα, Σιένα, Ρώμη, ένα πανόραμα ζωής που σε κάθε σταθμό θα ξανακέρδιζε κι ένα κομμάτι της που είχε χάσει.

Ανεκπλήρωτο όνειρο η Ιταλία, υπόσχεση ζωής που δεν κράτησε ο Χρηστάκης της, αρραβωνιαστικός επίσημος για τέσσερα ολόκληρα χρόνια. Λιγωνόταν κάθε φορά που της έταζε για το γαμήλιο ταξίδι τους βόλτες με τις γόνδολες στα κανάλια της Βενετίας, ευχές ρίχνοντας νομίσματα στη Φοντάνα Ντι Τρέβι και ερωτικά γράμματα κάτω απ’ το μπαλκόνι της Ιουλιέτας. Κι αυτή, χωμένη στην αγκαλιά του τον άκουγε με μάτια κλειστά και ταξίδευε πετώντας μακριά απ’ το δυάρι στο Κερατσίνι. Ναυτικός στα φορτηγά ο Χρηστάκης, δεν είχε αφήσει λιμάνι για λιμάνι που να μην είχε ταξιδέψει. Κάθε φορά που επέστρεφε, η Φανή τον περίμενε στο προικώο δυαράκι της, αφήνοντάς τον να την παραμυθιάζει με εμπειρίες απ’ τα ταξίδια του· μέχρι που ξύπνησ’ απότομα απ’ το λήθαργο των ταξιδιών του, όταν έλαβε εκείνο το γράμμα του απ’ την Αμβέρσα. Της εξηγούσε πόσο ευτυχισμένος ήταν με την Λόττε, που την είχε γνωρίσει σε μια από τις εξόδους του στο λιμάνι και είχαν αποφασίσει να μείνουν μαζί. Έρωτας τρελός της έγραφε και να τον συγχωρούσε.

Εκείνο που δεν ξέχασε ποτέ από ‘κείνο το γράμμα ήταν ο μεταλλικός ήχος που ακούστηκε στο πάτωμα όταν το ‘βγαλε απ’ το φάκελο. Πριν καλά καλά το διαβάσει, έσκυψε και σήκωσε τη βέρα του. Κι αφού το διάβασε, έβγαλε απ’ το δάχτυλο τη δικιά της και φύλαξε και τις δυο βέρες μες στο φάκελο χωρίς να πει κουβέντα. Από τότε ούτε ταξίδι πήγε ούτε σύντροφο βρήκε. Ο μεταλλικός ήχος την ακολουθούσε πάντα, σε κάθε καινούργια γνωριμία, σε κάθε πιθανότητα ταξιδιού. Ερχόταν κάθε φορά ύπουλα, αιφνιδιαστικά, να της θυμίζει τις προδομένες της προσδοκίες και να την κάνει να παραιτείται από κάθε προσπάθεια.

Είκοσι χρόνια τώρα ήταν για όλους η θεία Φανή που δανειζόταν απ’ τις χαρές των άλλων και μοιραζόταν τις λύπες τους, που φρόντιζε τους γονείς και τη χωρισμένη αδερφή της με τα δυο της παιδιά, που περνούσε την καλοκαιρινή της άδεια στο πατρικό στην Αιδηψό μαζί με τους γονείς, που υποχρεωνόταν να τους πηγαινοφέρνει καθημερινά στα ιαματικά λουτρά, που τέλειωνε τις διακοπές της με την επιθυμία να επιστρέψει μια ώρα αρχύτερα στη δουλειά, πίσω απ’ τον γκισέ, στη μεταφορική που εργαζόταν.

Αντίο λοιπόν Αιδηψός! Καλημέρα Ρώμη!

Λίγο πριν ξαπλώσει άλειψε με κρέμα τα χέρια της αγγίζοντας απαλά τις καφέ κηλίδες που τώρα της κοιτούσε σχεδόν με συμπάθεια. Το τηλέφωνο χτύπησε. «Φανή, ο μπαμπάς δεν είναι καλά. Ειδοποίησα ασθενοφόρο και τον πάμε στο Τζάνειο. Έλα σε παρακαλώ, γιατί έχω αφήσει μόνα τους τα παιδιά». «Τι; Καλά,καλά,σε λίγο θα είμαι εκεί!», ήταν το μόνο που πρόφτασε να πει. Τ’ αυτιά της βούιζαν ήδη απ’ τον γνώριμο μεταλλικό ήχο.

 

_

γράφει η Βάνια Σύρμου

Το σχόλιό σας είναι επιθυμητό!

Επιμέλεια κειμένου

3 Σχόλια

  1. Μαρία

    Παρ’ότι ο χτύπος της βέρας και του τηλεφώνου στο τέλος του μικρο-διηγήματος είναι έντονα ακουστικές εικόνες με αρνητικό πρόσημο, θα κρατήσω την αποφασιστικότητα της ηρωίδας για επανεκκίνηση της ζωής της.
    Να σαι καλά Βάνια.

    Απάντηση
    • Ανώνυμος

      Πρόλαβα για λίγο να ταυτιστώ με την Φανή,όχι ως προς την απρόσμενη έκβαση του αρραβώνα της με τον Χρηστάκη αλλά στην ανεκπλήρωτο πόθο της για ένα “ταξίδι αναψυχής”στο εξωτερικό! Συγχαρητήρια ξαδέλφη για τη δημιουργικότητά σου!

      Απάντηση
      • Ανώνυμος

        Χαίρομαι πολύ που σου άρεσε! Σε ευχαριστώ!

        Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Κερδίστε το!

Ημερολόγιο 2020

Εκπαιδευτικά βιβλία

Οδηγός ιστοσελίδας

Εκπαιδευτικό υλικό

Αρχείο

Υποβολή συμμετοχής!

Είσοδος