Τα αδέσποτα

9.06.2016

Ο Μάντακας, πρώην βιομήχανος πιλοποιός, διασκέδαζε την γεροντική του ανία λιθοβολώντας αδέσποτες γάτες και θηλυκά μη έχοντα στον ήλιο μοίρα. Τα καμώματά του στη γειτονιά μέσες άκρες γνωστά. Κι ως εκ τούτου, με το που έσκασε η βόμβα, έσπευσαν την ώρα της δίκης ν’ ακούσουν το πώς και το γιατί το πράγμα έφτασε ως εκεί. Κι η στρουμπουλή, με το ξανθό καρέ μαλλί στο εδώλιο της κατηγορουμένης προσπαθούσε ν’ αναπαραστήσει το ζοφερό του βίου της στο πλάι του αφεντικού της.

«Τριάντα δύο σκαλοπάτια, κύριε πρόεδρε, ούτ’ ένα λιγότερο. Τριάντα δύο μ’ έβαζε ν’ ανεβοκατ’βαίνω τρεις και τέσσερις φορές τ’ν ημέρα. Κι αυτός καθσ’μένος με τη ρόμπ ντι σαμπρ στο μπαλκόν’ απολάμβανε το θέαμα. Κάθε απόγεμα φουρτωμέν’ μια λαστ’χένια τσάντα γεμάτ’ κοτρώνες ανέβαινα τον Γολγοθά μ’. Για μένα μάλιστα, κύριε πρόεδρε, σωστός Γολγοθάς, ψυχ’κός κυρίως, ήταν το μακελειό. ‘‘Άσε, χρ’στιανέ μ’, τ’ς γατούλες ήσ’χες!’’ τον παρακάλαγα, ‘‘Έχ’νε και τα ζώα ψ’χή. Δεν τα λ’πάσαι;’’ Όμως ικειός το χαβά τ’.

»Τι να ’κανα κι γώ η έρ’μη! Να ’φευγα; Να πάαινα πού! Πεντάρφαν’ στ’ς πέντε δρόμ’ς. Και οι δυο γονιοί μ’ πεθαμέν’, η μάνα μ’ σντ’ Κατοχή απ’ ντ’ πείνα κι ο πατέρας μ’ και τ’ αδέρφια μ’ στον Εμφύλιο. Όσο για τ’ς συγγ’νείς, μην τα ρωτάτε! Απ’ τον ένα στον άλλο στύφτ’κα σαν το λεμόν’ για ένα ξεροκόμματο», είπε με την απόγνωση ζωγραφισμένη στα μάτια κι ανοίγοντας τα χέρια, σαν να ’θελε να πετάξει. Να πήγαινε όμως πού!

»Έτσ’ κι εγώ απ’ το να ’βγαινα στο κλαρί, προτίμ’σα ένα τίμιο μερουκάματο. Και μπήκα υπηρέτρια στου σπίτ’ τ’ παλιόγερ’, π’ ούτε τα παιδιά τ’ ούτε τ’ αγγόνια τ’ τουν άντεχαν. Έρχονταν μοναχά να τον αρμέξ’νε κι όπ’ φύγ’ φύγ’, κύριε πρόεδρε. Σάμπως έμπαινε κι άλλος κανένας στο σπίτι τ’. Η τσιγγουνιά τ’ δεν είχε όρια. Τώρα πώς τον κατάφερναν και τ’ τα μάσαγαν οι δ’κοί τ’, ανεξήγ’το!

»Τέλος πάντων. Είχα, που λέτε, ένα μ’κρό μηνιάτ’κο και τ’ν ελπίδα, πως άμα του ’κανα και τα «χατίρια»», είπε χαμηλώνοντας τη φωνή της και κοιτάζοντας με ύφος ένοχο τον πρόεδρο, «το σπιτάκ’ στ’ν αυλή θα γ’νόταν δ’κό μ’, όπως μου υπόσχονταν’».

Το σπίτι της υπηρεσίας, που χτιζόταν ως προέκταση του πλουσιόσπιτου σε ένα μέρος του οικοπέδου του, με την αλλαγή των συνθηκών της μετακατοχικής περιόδου αποτελούσε ένα επιπλέον πρόσοδο εκ του ενοικίου για τον φιλάργυρο ιδιοκτήτη του. Κι επιπλέον ήταν και το δέλεαρ για τ’ «αδέσποτα» που ξέπεφταν στην υπηρεσία του.

«Τελ’κά, όπως αντιλαμβάνεστε, δε γλύτωσα το κλαρί. Θα ’χαμε όμως με τον Θωμά μ’ μια στέγ’ ν’ απαγκιάσ’με, σαν παντρευόμασταν. Όμως άλλαι αι βουλαί Του Κυρίου».

Η καθαρεύουσα σκόρπισε χαμόγελα στους δικαστές. Ωστόσο η υπηρέτρια παραδομένη στον ειρμό της αφηγήσεώς της συνέχισε:

»Όλα τ’ άντεξα, κύριε πρόεδρε, όλα! Δε φανταζόμ’να όμως πως το μακελειό με τ’ς γατούλες θα μου ’φερνε τα πάν’ κάτ’. Ήταν υπεράνω των δυνάμεών μ’. Ούτε και ξέρω πώς έφτασα στο έγκλημα.

»Εκείνο το γιόμα το ’χε παρακάν’, λες και πήγαινε γυρεύοντας να ξεκάν’ και μένα μαζί τ’ς. Μια τ’ν άφ’κε στον τόπο, μιαν άλλ’ ανάπηρ’….».

«Σαν να μη μας τα λες καλά, κατηγορουμένη», τη διέκοψε ο πρόεδρος. «Πώς γίνεται να πετροβολιέται και να σκοτώνεται η μια και να μένουν ή να μαζεύονται οι άλλες στον τόπο του εγκλήματος;»

«Ένια σας, κύριε πρόεδρε. Είχε λάβ’ τα μέτρα τ’ και γι’ αυτό. Κάθε τόσο έβγαζε απ’ ντ’ τσέπη τ’ μια σαρδέλα και τ’ς τ’νε πέταγε. Κι έτσ’ ξανάρχονταν τα κακόμ’ρα. Ψαροσακούλα τ’ν είχε κάνει ντ’ τζέπη τ’», εξήγησε η κατηγορουμένη και συνέχισε:

«Κειο δεν έβλεπες και καμιά σώα κι άβλαφτ’  στ’ γειτονιά. Στραβές και κ’τσές σεργιάναγαν στα σοκάκια και στ’ς αυλές οι περ’σσότερες», είπε και στράφηκε προς το ακροατήριο επιζητώντας την επιβεβαίωση των ισχυρισμών της. Μάταια όμως αφού ο λόγος της εκεί παρουσίας των γειτόνων δεν ήταν άλλος από το «πώς και το «γιατί το πράγμα έφτασε ως εκεί». Το «πώς», γνωστό μέσω του τύπου, έδωσε και πήρε. Ανυπομονούσαν όμως να το απολαύσουν εκφωνούμενο και διά στόματος της ιδίας της δράστιδος. Και το θύμα έβαλε τα δυνατά του μπας και αποδεικνυόταν κατώτερο των προσδοκιών τους:

»Πόλεμος σας λέω! Πόλεμος! Θόλωσε το μυαλό μ’. Η καρδιά μ’ ξεχείλ’σε από μίσος. Ήθελα να τον εκδικ’θώ για τ’ άμοιρα τα ζωντανά. Βούιζαν τ’ αυτιά μ’ απ’ τα νιαουρίσματα. Δεν άντεξα. Έπεσε να κοιμ’θεί κι όπως με φώναξε για τα «συνηθ’σμένα», πήγα κοντά τ’ με το τραπεζομάχαιρο πίσω απ’ ντ’ πλάτη μ’. Και ντ’ κατάλληλ’ στιγμή του ’κοψα τ’ αχαμνά τ’», είπε, οπότε η αίθουσα σείστηκε απ’ τα χαχανητά, με τους δικαστές να προσπαθούν μάταια ν’ αυτοκυριαρχηθούν και τον πρόεδρο πιο ψύχραιμο να προσπαθεί χτυπώντας με το σφυράκι την έδρα να επιβάλει την τάξη.

Η γυναίκα έστεκε τώρα μπρος του αμήχανη κι εκείνος, αφού κατάφερε να ηρεμήσει το πλήθος αποβάλλοντας απ’ την αίθουσα τους ασυμμόρφωτους στράφηκε προς το μέρος της:

«Συνέχισε», της είπε με σοβαρότητα και μια έκφραση συμπάθειας στον τόνο της φωνής του. Κι η κατηγορουμένη, σαν ν’ απευθυνόταν σε δικό της άνθρωπο, ξανάρχισε με αναπτερωμένο το ηθικό:

»Δε φαντάζεστε, κύριε πρόεδρε, τι ανακούφισ’ αισθάνθ’κα! Λευτρώθ’κα απ’ το βάρος που ’χα μέσα μ’ όλα τα χρόνια που ’μνισκα στο σπίτι τ’. Μέχρι τότες, για να μπορώ να ησ’χάζω κάπως απ’ τ’ς τύψεις π’ δε μ’ άφ’ναν να κοιμ’θώ, πάαινα κρυφά και τ’ς έθαβα. Ολόκλ’ρο νεκροταφείο είχα κάν’ σ’ ένα απόμακρο μέρος τ’ς αυλής. Τ’ς Κυριακές σαν ανταμώναμαν στου Ζάππειο με τον Θωμά, του ’λεγα το βάσανό μ’ κι αυτός με συμβούλευε να κάνω υπομονή. Ως πόσο, όμως; Κι η υπομονή έχ’ τα όριά τ’ς!»

Ο πρόεδρος από περιέργεια τη ρώτησε αν είχε μετανιώσει, αφού μαζί με τις γάτες έθαψε και τα όνειρά της.

«Ούτε λεπτό, γιατί ακόμη και μες στ’ φυλακή θα μπορώ να κ’μάμαι ήσυχ’ τα βράδια, χωρίς το βουητό απ’ τ’ς κραυγές των ζώων. Ξικ’ και το σπίτ’. Στα κουμμάτια να πάει ο παλιόγερος».

Το δικαστήριο λαβόν υπόψη τα υπέρ, με κυρίαρχο την ευαισθησία της κατηγορούμενης έστω και την τελευταία στιγμή να καλέσει το πρώτων βοηθειών, επέβαλε στο θύμα κάθειρξη τριών ετών άνευ αναστολής.

«Λύεται η συνεδρίαση», είπε ο πρόεδρος και το ακροατήριο, γυρίζοντας την πλάτη του στην γειτόνισσά του απεχώρησε από την αίθουσα. Κανείς απ’ τους γειτόνους δεν την πλησίασε, να της ψιθυρίσει δυο λόγια παρηγορητικά. Αντιθέτως αφού απόλαυσαν ένα απ’ τα δράματα τα δωρεάν προσφερόμενα δίκην θεάτρου, απεχώρησαν ο καθείς για τ’ αναγκαία και καθημερινά. Ορισμένοι αποσύρθηκαν σε κάποιο ήσυχο καφενεδάκι να σχολιάσουν την υπόθεση του έργου. Στην κατηγορούμενη έσπευσαν δύο χωροφύλακες κι αφού της φορέσουν τις χειροπέδες την συνόδευσαν εκτός της αίθουσας όπου πριν λίγο είχε πέσει η αυλαία, για ν’ ανοίξει χαοτική η άλλη  εκτός δικαστηρίου.

Κανείς απ’ τους συγγενείς του Μάντακα δεν παραβρέθηκε στη δίκη. Όσο για την κατηγορούμενη πλην του Θωμά δεν είχε και κανέναν άλλο να της συμπαρασταθεί. Με την έκταση όμως που πήραν τα γεγονότα δεν περίμενε να τον βρει μπροστά της. Ωστόσο στην έξοδο μαζί με την κλούβα που θα την μετέφερε στη φυλακή των Βούρλων την περίμενε κι εκείνος. Και μη έχοντας μάτια να τον αντικρύσει με κατεβασμένο το κεφάλι της καθώς τον προσπερνούσε τον άκουσε να της ψιθυρίζει:

«Εγώ είμ’ εδώ. Μη φοβάσαι». Να λοιπόν και κάποιος που τη νοιαζόταν. Και όχι όποιος όποιος! Μεγάλο όνομα ο Θωμάς στην πιάτσα των νταβαντζήδων. Ήταν ποτέ δυνατόν να ’φηνε τ’ αδέσποτό του στην τύχη του; Τα μεροκάματα της δύστυχης με τον ένα και τον άλλο τρόπο τής τα ροκάνιζε ως υποψήφιος γαμπρός και μέλλων σύζυγος. Και τώρα; Τ’ είναι δυο δρασκελιές η Τρούμπα απ’ τα Βούρλα. Σιγά την απόσταση!  Την περίμενε πώς και πώς!

 

_

γράφει η Χαρά Παπαβασιλείου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Ακολουθήστε μας

Το τηλέφωνο της μοναξιάς

Το τηλέφωνο της μοναξιάς

ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ. Μεγάλη εφεύρεση του ανθρώπου. Εκτός των πολλαπλών χρήσεών του και εφαρμογών, έχει γίνει απαραίτητο συμπλήρωμα, ας το πούμε κι’ έτσι, της καθημερινότητάς μας είτε μέσα στο σπίτι είτε έξω απ΄ αυτό. Αν τύχει και συμβεί κάποια βλάβη στο δίκτυο και δεν...

Το φλερτ

Το φλερτ

_ γράφει ο Νίκος Πουλικίδης _ Η οθόνη του κινητού αναβόσβηνε. Μόλις ήρθε το μήνυμα από το αγόρι της. Περιχαρής πληκτρολόγησε την απάντηση αγάπης. Όλα ήταν τόσο αυτοματοποιημένα πλέον. Η αγάπη μπορούσε να βρει καταφύγιο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, να γίνει story...

Ανώνυμος τόπος

Ανώνυμος τόπος

Δεν ξέρω πως βρέθηκα εδώ σε αυτήν την παραλία να κοιτάζω τους γλάρους και να γεύομαι την μεθυστική αλμύρα της ατίθασης θάλασσας, το μόνο που επιθυμώ είναι να παραμείνω σε αυτόν τον αλλόκοτο τόπο που μου μιλά μέσα από τα τοπία του. Πριν λίγο τα χέρια μου άγγιξαν τα...

Η μάσκα

Η μάσκα

Μόλις πριν λίγα χρόνια, έβλεπε κανείς αραιά και πού, κανέναν ξένο, κυρίως Κινέζο- εύκολα εντοπίζεις την Εθνικότητά του,- να περιδιαβαίνει τους Αρχαιολογικούς χώρους του τόπου, σαν τουρίστας, φορώντας, περιέργως, χειρουργική μάσκα. Δεν ήξερα τι να υποθέσω. Να ήταν ο...

Μια αναπάντεχη συνάντηση

Μια αναπάντεχη συνάντηση

- γράφει η Αγάπη Χαριτάκη -   Μ’ αρέσει να φτιάχνω πρωινό για τα παιδιά μου. Έρχονται στο σπίτια πια μόνο τις Κυριακές. Δουλειά, σπουδές, τρεχάματα, που να προλάβουν και αυτά. Τηγανίζω 2 αυγά και βράζω άλλα δύο δίπλα. Έτσι ήταν πάντα οι γιοι μου, ο ένας μέρα, ο...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Μια αναπάντεχη συνάντηση

Μια αναπάντεχη συνάντηση

- γράφει η Αγάπη Χαριτάκη -   Μ’ αρέσει να φτιάχνω πρωινό για τα παιδιά μου. Έρχονται στο σπίτια πια μόνο τις Κυριακές. Δουλειά, σπουδές, τρεχάματα, που να προλάβουν και αυτά. Τηγανίζω 2 αυγά και βράζω άλλα δύο δίπλα. Έτσι ήταν πάντα οι γιοι μου, ο ένας μέρα, ο...

Η απεργία

Η απεργία

Ο προϊστάμενος βγήκε απ’ το υπερυψωμένο γραφείο του διευθυντή, ακούμπησε στα κάγκελα και κοίταξε τους εργάτες που ήταν μαζεμένοι από κάτω. Όλα τα κεφάλια στράφηκαν στο μέρος του. -Ο κύριος Ηρακλής θέλει να κουβεντιάσει με την αντιπροσωπεία σας, είπε. Τέσσερις εργάτες...

Μια Φιλία

Μια Φιλία

- γράφει η Αγάπη Χαριτάκη -   Υπάρχει άραγε φιλία ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα; Αυτό ίσως είναι το πιο αμφιλεγόμενο και σίγουρα ακόμη αναπάντητο ερώτημα της ιστορίας του ανθρώπου. Πιο εύκολα τετραγωνίζεται ο κύκλος. Οι απόψεις χωρίζονται σε ομάδες σαν το...

4 σχόλια

4 Σχόλια

  1. ΑΜΕΝΤΑ ΜΑΡΙΑ

    Αριστουργηματική αφήγηση, παραστατικότητα, περίτεχνη διαχείριση ενός τόσο ευαίσθητου θέματος. Εξαιρετική η σύνδεση της μοίρας των αδέσποτων με αυτήν ορισμένων ανθρώπων. Συγχαρητήρια!!

    Απάντηση
  2. Βάσω Αποστολοπούλου

    Αδέσποτα ζώα, αδέσποτες ψυχές…κι όλα πετροβολούνται… όλα θεωρούνται πλάσματα κατωτερο Θεού – ενός Θεού ωστόσο που θα ρίξει φωτιά να κάψει τα άνομα χέρια που αδράχνουν την πέτρα…
    Εξαιρετικά παραστατικό κι ευαίσθητο, φίλη μου Χαρά, μπράβο σου!

    Απάντηση
  3. ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΠΛΟΚΑΜΑΚΗ

    Μόνο ΑΔΕΣΠΟΤΗ δεν μπορεί να χαρακτηριστεί η συγκροτημένη γραφή σου και αναφορά σου σ’ ένα κοινωνικό θέμα που τριγυρνάει σαν αδέσποτο εξ αιτίας της αδιαφορίας μας!!!!!!!!!!!!
    ΜΠΡΑΒΟ!!!!!!!!!!!!!

    Απάντηση
  4. Kefalas Alexander

    Αριστοτεχνική αφήγηση και ενδιαφέρουσα θεματική! Πολλά συγχαρητήρια στην πάλαι ποτέ φιλόλογό μου, που μας εμφύσησε την αγάπη για την λογοτεχνία στα γυμνασιακά θρανία, και νυν εξαίρετο πεζογράφο και συνάδελφο.

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου