Προσθέστε τον δικτυακό τόπο τοβιβλίο.net στην Google

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα της αναζήτησης

Η Αλεξάνδρα, σκεπτική, έσκυψε το κεφάλι της, παραμερίζοντας ελαφρά τις γρίλιες με τα αηδόνια, με τις ελάχιστες χρυσές ανταύγειες του χειμωνιάτικου, δύοντος ήλιου, να πέφτουν μέσα στο δωμάτιο και κοίταξε αφηρημένα έξω από το παράθυρο με τις λευκές δαντελένιες κουρτίνες. Ένα λευκό πέπλο σιωπής έχει σκεπάσει όλη την πλάση. «Κοίτα να δεις…», μονολόγησε, «πώς τα φέρνει η ζωή καμιά φορά…»!

Άθελά της, θυμήθηκε μιαν άλλη χιονισμένη παραμονή Χριστουγέννων, όταν παγωμένη από τον χιονιά, μπαίνοντας στο πεντακάθαρο δυάρι, πετάει το βρεγμένο λευκό πανωφόρι της και ενώνει την πλάτη της με το λευκό σώμα του καλοριφέρ, σαν λευκή γάτα που κλαψουρίζει για τη ζεστασιά και για τη θαλπωρή της εστίας.

Μετά, καταπιάνεται με τη μασιά, αναδεύοντας τα ξύλα στο τζάκι, για να ανάψει μια σπίθα παρηγοριάς. Εκείνος ο χειμώνας, στην πατρίδα μας, υποτίθεται ότι ήταν ο πιο γλυκός σχετικά με τα τελευταία χρόνια, παρόλα αυτά δεν έλεγε να τους εγκαταλείψει. Κρύο και υγρασία να σε τρυπάει μέχρι το κόκαλο. Η Αλεξάνδρα έπρεπε να κρατήσει τον χώρο ζεστό, μετά την παγωνιά του πένθους.

Πέντε το απόγευμα και είχε σχεδόν σκοτεινιάσει. Ο Θωμάς είχε μέρες να φανεί. Πράγματα περίεργα είχαν συμβεί από τότε που αρρώστησε η θεία Ευτέρπη: τα καλοριφέρ δεν λειτουργούσαν, η βρύση έσταζε, οι κουρτίνες ήταν λευκές και δαντελένιες, όμως δεν φαίνονταν αρκετά αδιαφανείς. Τα παντζούρια ήταν παλαιού τύπου με μάνταλα δυσκίνητα στη διείσδυση των εξασθενημένων ηλιακών ακτίνων. Τα έπιπλα ασύμμετρα τοποθετημένα. Τους καθρέπτες καλύπτουν λευκά σεντόνια· συνήθεια αρχαία, δείγμα πένθους.

Με αυτήν τη διάταξη, το δυάρι δημιουργούσε την αίσθηση ενός προθαλάμου – σαν προστάδιο πένθους – αντί για την εντύπωση μιας μόνιμης, ολοκληρωμένης αίθουσας. Θαλπωρή και ζεστασιά, όμως πλανιόταν στην ατμόσφαιρα αυτού του περίεργου σπιτικού.

Παρόλα αυτά, τα εικονίσματα ήταν όλα στους καρφωμένα στους τοίχους τους, (με τη γέννηση του Θεανθρώπου να δεσπόζει αρχοντικά και με την πρέπουσα μεγαλοπρέπεια, στο εικονοστάσι πάνω από την εστία).

Και αυτό αρκούσε για την τύχη της Αλεξάνδρας, η οποία πετάγεται με αποφασιστικότητα, από τον λευκό καναπέ και με αναπάντεχη φούρια, μπαίνει στην μικρή κουζίνα να φτιάξει καφέ, να ανάψει το καντήλι και στο καθιστικό, για να ρίξει και άλλα ξύλα στην εστία.

Από την άλλη πλευρά της πλατείας, στο μεγάλο τοπικό νοσοκομείο και στη χειρουργική κλινική ο Θωμάς – πού τον βρίσκεις, πού τον χάνεις – εξετάζει μια άρρωστη. Ίσως τη θεία Ευτέρπη.

Η βάρδια του Θωμά ήταν νυχτερινή και η Αλεξάνδρα δεν επρόκειτο να φύγει από το πλάι της θείας τής Ευτέρπης, όλη νύχτα. Συνδυάζοντας το ιερό καθήκον της συνοδείας της με την ευχάριστη, ζεστή παρέα του Θωμά.

«Ό,τι χρειαστείς, αυτό είναι το κινητό μου», της είπε.

«Να σου παραγγείλω κάτι από το κυλικείο. Θα πεινάς όλη μέρα και όλη νύχτα».

«…»

«Χρειάζεται και να τρώμε, κάπου, κάπου…»

«…»

«Και να πας να πλυθείς και να ξεκουραστείς. Φτάνει για απόψε. Αν συμβεί οτιδήποτε θα σε ειδοποιήσω»

«Έτσι κι αλλιώς δεν καταλαβαίνει…, μη στενοχωριέσαι, δεν πονάει.»

«Καταλαβαίνω όμως εγώ, και πονάω, γιατρέ…»

Κι όμως, ο Θωμάς επιστρέφει κρατώντας μια κούπα αχνιστό, μυρωδάτο καφέ, για να την ζεστάνει.

«Εντάξει, θα δεχτώ τον καφέ, γιατρέ…, ευχαριστώ πολύ.», συγκατάνευσε η Αλεξάνδρα, προβλέποντας ότι η νύχτα θα ήταν μακριά…

Θεληματικά, η Αλεξάνδρα θυμήθηκε τη χαρά: όταν πριν από λίγες εβδομάδες, στην κλινική, οι νοσηλεύτριες, στόλιζαν το χριστουγεννιάτικο δέντρο για όλους τους ασθενείς. 

Η θεία Ευτέρπη, στο αναπηρικό αμαξίδιο, γελούσε όλη την ώρα και χαιρόταν. Φορούσε λευκές, γιορτινές πέρλες στον λαιμό της και τα μαλλιά της ήταν λευκά και επιμελώς χτενισμένα σε αυστηρό κότσο με φιλέ. 

Τα λαμπάκια, οι φωτεινοί Άγιοι Βασίληδες, το ψεύτικο χιόνι από βαμβάκι, η φάτνη με τα ζώα, τους μάγους, το Θείο Βρέφος και τη Θεοτόκο, όλα ήταν ένα χάρμα οφθαλμών και μια αγαλλίαση ψυχής για τους αγαπημένους γέροντες και τις γερόντισσες. Και το εικόνισμα με το Θείο Βρέφος, στα σπάργανα, μέσα στο ταπεινό σπήλαιο, να ακτινοβολεί αγάπη, ζεστασιά και ελπίδα στη χαρούμενη αυτή αίθουσα.

Η θεία Ευτέρπη γελούσε σαν μικρό παιδί όλη την ώρα της διακόσμησης και του γιορτινού στολισμού, σαν να επρόκειτο για την αρχή του νέου έτους και όχι για το τέλος της χρονιάς που θα τους αποχαιρετούσε σε λίγες μέρες. Έπαιζε με το αυτόματο τρενάκι, σαν παιδάκι που ενθουσιάζεται, μόλις του προσφέρουν το χριστουγεννιάτικό του δώρο και το αγαπημένο του γλύκισμα.

Και να σου!, προβάλλουν, σαν Άγιοι Βασίληδες, στη μεγάλη αυτόματα ανοιγοκλειόμενη εξώθυρα της κλινικής, η Αλεξάνδρα με τον Θωμά, με γεμάτα τα χέρια τους πακέτα κόκκινα, δεμένα με λευκές κορδέλες, και τραγουδώντας τα κάλαντα. Η θεία Ευτέρπη έξαφνα, συγκινείται και την παίρνουν τα κλάματα. Ποιος ξέρει(;) …κάτι θα ανέσυρε η ανήσυχη μνήμη της από τα παιδικά της χρόνια…

Και ήταν τότε, εκείνο το παιδικό περιστατικό, στο ταπεινό χωριό, μια αλλοτινή παραμονή Χριστουγέννων, όταν ένα ξυπόλητο κοριτσάκι, παγωμένα τα ποδαράκια του από την παγωνιά, χτυπά το ρόπτρο της ταπεινής πόρτας του σπιτιού, τραγουδώντας τα κάλαντα. 

Ξαφνικά, τη μικρή Ευτέρπη πιάνουν τα κλάματα, και εξαφανίζεται, τρέχοντας προς το παιδικό τους δωμάτιο. Χωρίς δισταγμό, πιάνει και φοράει στο ανυπόδητο κοριτσάκι το καινούριο της ζευγάρι, λευκά παπούτσια και το κοριτσάκι (με τα σπίρτα) πετάει από τη χαρά του. 

Με ζεστασιά στο κορμάκι του, με γεμάτο στομάχι και ζεστή ψυχή από τη χριστουγεννιάτικη αγάπη των συγχωριανών της. Το κοριτσάκι πετά, σαν λευκός άγγελος, από αγαλλίαση, μέσα στο χωριάτικο σπίτι, όπου κάτω από την ολόλευκη, χιονισμένη στέγη, και μέσα στη ζεστασιά της αναμμένης εστίας, ευωδίαζαν οι χριστουγεννιάτικες δίπλες (τηγανίτες) με μέλι, ένα έδεσμα της περιοχής, που θα σερβίρονταν αμέσως μετά την Εκκλησία, πάνω σε ένα ολόλευκο, κεντητό από τη μάνα, δαντελένιο, γιορτινό τραπεζομάντηλο. 

Και τώρα, ήταν τόσο παλιά αυτά, που η Ευτέρπη δεν θυμόταν τίποτα. Ευτυχώς για αυτήν, θυμάται μόνο το παρόν, το τώρα, τη χαρά των στολισμών και των χριστουγεννιάτικων εδεσμάτων: κουραμπιέδες, πασπαλισμένους με άχνη ζάχαρη, μελομακάρονα από το φούρνο, και τόσα άλλα, που αρκούν για να δώσουν χαρά στα μικρά παιδιά. 

Σήμερα, ένα σπουργιτάκι χοροπηδά πάνω στην ποδιά του χιονισμένου παραθύρου. Σαν να μην το νοιάζει ο χιονιάς. Προστατευμένο από την αγάπη των ανθρώπων. Ταΐζεται από τα ψίχουλα των ανθρώπων. Δεν είναι εγκαταλειμμένο από την πρόνοια του Θεού. Έξυπνα ματάκια και μικρά, γυμνά ποδαράκια. Πάντα θα νοιάζονται οι άνθρωποι.

Είναι Χριστούγεννα του σωτηρίου έτους 2025, και η Αλεξάνδρα χαζεύει το καημένο το σπουργιτάκι, έξω από το χιονισμένο παράθυρο, ενώ προβάρει το δαντελένιο, λευκό της πέπλο και – πλέοντας σε πελάγη ευτυχίας – αυτή και ο Θωμάς, να ονειρεύονται και να κάνουν σχέδια για μια μικρή Ευτέρπη.

«Καλύτερα, που δεν ήσουνα, θεία Ευτέρπη… Είχε σκεπάσει χιόνι όλη την πλατεία, και το θέαμα έμοιαζε σπάνιο και αριστοκρατικό…»

Μέλλον, παρελθόν και παρόν. Όλα ενωμένα στην ελπίδα, στην αγάπη, στη χαρά, και στην ταπείνωση, και στην προσμονή μιας νέας αρχής, όσο ακόμη θα γιορτάζονται τα Χριστούγεννα σε όλη την υφήλιο, μέχρι συντελείας του αιώνος. 



_

γράφει η Αλεξάνδρα Μιχαλοπούλου

Ακολουθήστε μας

αμφιθυμία

αμφιθυμία

Ο ήλιος τον έβρισκε στην παραλία να μαζεύει τα φύκια. Τα έκανε σωρούς και μετά με το ίδιο δικράνι τα γύριζε στη θάλασσα. Σε εκείνη ανήκαν. Σαν τέλειωνε καθόταν στο μπαλκόνι του και τις μιλούσε. Της θάλασσας κι εκείνης με τα αμύγδαλα μάτια -μόνο που εκείνα τα μάτια...

Ζωή κλεμμένη

Ζωή κλεμμένη

H Όλγα εντελώς αυθόρμητα και με τα μάτια της βουρκωμένα άρχισε να του εξιστορεί το παιδικό της όνειρο.   “Το κορίτσι στεκόταν όρθιο στα κάγκελα της αυλής του σπιτιού του. Ήταν παιδί ακόμα και στην ψυχή του δεν υπήρχε καχυποψία. Του άρεσε να ζωγραφίζει, να αποτυπώνει...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Ζωή κλεμμένη

Ζωή κλεμμένη

H Όλγα εντελώς αυθόρμητα και με τα μάτια της βουρκωμένα άρχισε να του εξιστορεί το παιδικό της όνειρο.   “Το κορίτσι στεκόταν όρθιο στα κάγκελα της αυλής του σπιτιού του. Ήταν παιδί ακόμα και στην ψυχή του δεν υπήρχε καχυποψία. Του άρεσε να ζωγραφίζει, να αποτυπώνει...

Η απαστράπτουσα σιωπηρή λευκότητα της Ζακύνθου

Η απαστράπτουσα σιωπηρή λευκότητα της Ζακύνθου

Κάποτε, όταν ήμουν νέος, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, όντας ενήλικας, επισκέφτηκα την Ζάκυνθο. Εκεί, στις μεγάλες υγροτοπικές εκτάσεις των Αλυκών Κατασταρίου, κατέφευγε κράζοντας, σπαραχτικά είναι αλήθεια, ένα μυστήριο πτηνό, η περίφημη Τυτώ, ένα νυκτόβιο...

την είδα…

την είδα…

α)Την είδα καθώς πλησίαζαΞεμύτιζε το καπέλο της τιμονιέρας σαν πολεμιστής-ξεπροβάλλει δειλά μονάχα το κράνος τουπράγμα τόσο ανάξιο, ως και λόγου-Πολεμίστρα της ένα βουνό από δίχτυαΉταν γαλάζια όπως η θάλασσα-σε μεριές βέβαια υπήρχε πεταμένο χρώμα από βότσαλα-Έψαξα...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβάλετε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *