Θυμάμαι το χωριό, εκείνα τα καλοκαίρια. Το σπίτι με τις πλίθες, από άχυρο και χώμα. Στην αυλοπόρτα, ένα κορμός πεσμένος. Κορμός κυπαρισσένιος.

Εκεί, το σούρουπο, καθόμασταν αντάμα. Σταφύλια, σύκα γλυκά, γευόμασταν και τις φλούδες τους, πετούσαμε στον τοίχο τον απέναντι, που στόχος μας είχε γίνει. Θυμάμαι να τρέχουμε στ’ αμπέλια, τα μποστάνια,

Στην εκκλησιά του Αγ’Αντρέα μέσα απ’τα μονοπάτια, γιορτή σαν ξημέρωνε, ν’ ανάψουμε θυμίαμα και το καντήλι.

Και από την πηγή την αστείρευτη δροσίζαμε τα χείλη μας. Θυμάμαι τις τέσσερεις μουριές, δίπλα, στο πηγάδι, που ο παππούς είχε φυτέψει και μοίρασε στα παιδιά του.

Μια κούνια από τριχιά κρεμούσαμε σ’ κείνη την δική μας. Ένα μ’ αυτήν είχα γίνει. Θυμάμαι της Παναγιάς το πανηγύρι, στα μέσα του Αυγούστου. Χαράματα κινούσαμε, μακρύς ο δρόμος. Μέσα από ελιές, πεύκα και κυπαρίσσια.

Τι γρήγορα διαβήκανε κείνα τα καλοκαίρια. Με χρόνους, ξενιτεύτηκα, μαζί μου τα επήρα. Και να, τα χρόνια πίσω ήρθαν. σαν να’τανε προσκύνημα, για το χωριό τραβάω. Στο σπίτι, με τις πλίθες, το κυπαρίσσι.

Κοιτώ γύρω μου. Εδώ δεν ήταν το σπίτι; Πού είναι το κυπαρίσσι; Ο τοίχος ο απέναντι, ένας σωρός λιθάρια. Το σπίτι μου, χώμα, ένα με τη γης.

Κλείνω τα μάτια, φέρνοντας στον νου μου κείνα τα καλοκαίρια. Πώς χάθηκαν; Πώς ρήμαξαν; Σπίτι και ότι είχε απομείνει.

 

_

γράφει η Ρούλα Τριανταφύλλου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!