Select Page

Τα Σικελικά Ποιήματα του Νικηφόρου Βρεττάκου

Τα Σικελικά Ποιήματα του Νικηφόρου Βρεττάκου

 

Η ποιητική καθαρότητα στο λόγο του Νικηφόρου Βρεττάκου δεν υπόκειται επ’ ουδενί στο εξ ορισμού πλαίσιο που ήθελε την ποίηση απαλλαγμένη, καθαρή από κάθε διανοητικό και αισθητικό στοιχείο και που ουσιαστικά «απαιτούσε» την απομάκρυνσή της από το ουμανιστικό επίκεντρο αφαιρώντας εκ των πραγμάτων τη δύναμη να μεταδώσει τα ανθρώπινα πάθη και συναισθήματα, τη γήινη και καθημερινή αγωνία. Ο μεγάλος ποιητής κατόρθωσε να θέσει την καθαρή ποίηση στην υπηρεσία του ανθρώπου και διόλου του ιδίου, στην υπηρεσία των προβλημάτων τού ανθρώπου. Η ποίησή του στοχεύει να ανυψώσει ηθικά τον άνθρωπο καθιστώντας τον υπέρτατο ον μέσα σε ολόκληρο το σύμπαν, όπως ανάγλυφα και λυρικά απεικονίζεται στον Διακεκριμένο πλανήτη(1983): […]Το σύμπαν ολόκληρο είναι ένα όστρακο όπου εκκολάφθηκε το λαμπρό μαργαριτάρι του: Ο άνθρωπος[…]     

Σαν να έθεσε ολόκληρο το σύμπαν σε λειτουργία τις δυνάμεις του ώστε να συνεργαστούν αρμονικά και να δημιουργήσουν τον άνθρωπο: το τέλειο αυτό σύνολο από μικρά και μεγάλα θαύματα, όπως το χαρακτηρίζει ο Βρεττάκος στο γράμμα Στο Ρόμπερτ Οπενχάιμερ(1954). Άλλωστε και ο ίδιος επιβεβαιώνει τον ανθρωποκεντρικό προσανατολισμό της ποίησής του λέγοντας: «Αποδέχομαι αυτόν τον όρο γιατί είναι κάτι το οποίο ζω. Και θα ήμουν ευχαριστημένος αν το ίδιο αυτό πράγμα το εξέφραζε, όπως το εννοώ και το αισθάνομαι, η ποίησή μου. Από παιδί είδα τον άνθρωπο σαν το κεντρικό άξονα του κόσμου».[1] Η ποίηση του αφουγκράζεται τους κραδασμούς της ανθρώπινης ψυχής, εντοπίζει τα τραύματα, τις κακουχίες, τα δάκρυα, αναγνωρίζει τις ατέλειες που συρρικνώνουν την ανθρώπινη μεγαλοσύνη, αλλά χωρίς να υποκύπτει στον πόνο και στην πίκρα, πασχίζει να μετατρέψει την οδύνη και την αδυναμία σε ελπίδα και αισιοδοξία, να αντιστρέψει τη θλίψη σε χαρά. Ως εκ τούτου ο ποιητής αποκλείει την παθητική εσωτερική διάθεση που τρέφεται από τη μοναξιά και τα ψήγματα της κενότητάς της αλλά τουναντίον θεωρεί απαραίτητη μια «ερωτική» και έτσι ενεργητική προσέγγιση των πραγμάτων με ένα αίσθημα καθαρής και απέραντης αγάπης.                                                                                                                                      

Όμως ο Βρεττάκος τον κόσμο τον εννοεί και ως φυσικό επίγειο παράδεισο και επομένως δεν είναι τυχαίο ότι ο ποιητής αντικρίζει στη φύση το καταφύγιο του στις δύσκολες ώρες, στις ώρες της σύγκρουσης καθώς ανακαλύπτει σ’ αυτή την πιο γνήσια και πλούσια πηγή καθαρότητας και αγνότητας, μακριά από τη φθορά της συναλλαγής και της ανθρώπινης αλλοτρίωσης. Ο Βρεττάκος κατορθώνει ουσιαστικά να μεταφέρει από τη φύση στους ανθρώπους μηνύματα και παραδείγματα αρμονίας, τάξης, δύναμης, βιώνοντας ο ίδιος, πρώτος τη λυτρωτική επενέργειά της. Έτσι, τα φυσικά στοιχεία, όπως το φως και ο ήλιος κυριαρχούν στο ιδεολογικό σύστημα των αξιών του ποιητή όπου μαζί με την αγάπη και τον άνθρωπο συνυπάρχουν στα ποιήματα του.          

Μάλιστα ο Vincenzo Rotolo ισχυρίζεται ότι στον Βρεττάκο ενυπάρχει ένας διχασμός που τον κάνει να αμφιταλαντεύεται ανάμεσα σε δυό πόλους που η έλξη τους πάνω στον ποιητή είναι ισοδύναμη. Από τη μια μεριά κυριαρχεί ο ατομικός αυθορμητισμός, η ροπή του εγώ προς τη φαντασία που επαληθεύει την αιώνια ανάγκη του ανθρώπου να περιπλανηθεί στο μύθο. Από την άλλη είναι αδύνατον να αγνοηθεί το κοινωνικό πλαίσιο ως ιστορική πραγματικότητα και δη ως ανάγκη να προσπεραστεί η ατομιστική στάση ενώπιον των συλλογικών αγώνων για την απελευθέρωση του ανθρώπου και της συνείδησής του από τη βία και την καταπίεση. [2] Φυσικά, όπως γίνεται κατανοητό, η κλίση του προς τη μια από τις δύο κατευθύνσεις(μύθος/πραγματικότητα)εξαρτάται από τα ιστορικά-κοινωνικά γεγονότα και τις περιστάσεις της προσωπικής ιστορίας του ποιητή ενώ συνάμα οριοθετούν ευκρινείς περιόδους οι οποίες παρουσιάζονται ως σχετικά αυτόνομοι κύκλοι που επανέρχονται.[3]

 

Ο Ποιητής Νικηφόρος Βρεττάκος.

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος γεννήθηκε το 1912 στο μικρό χωριό Κροκεές κοντά στη Σπάρτη. Το βουνό, ο Ταΰγετος του ήταν ο πρώτος εμπνευστής της δημιουργίας του ενώ μαζί με την ταπεινή Πλούμιτσα αποτέλεσαν την παντοτινή συντροφιά του που με τη σειρά τους τού μετέδωσαν την πίστη στη φύση και στη ζωή. Έχοντας τελειώσει τη μέση εκπαίδευση στο Γύθειο πηγαίνει στην Αθήνα όπου αρχίζει ανώτερες σπουδές που όμως δεν ολοκλήρωσε. Η επαφή του εν συνεχεία με την κοινωνική πραγματικότητα της Αθήνας του μεσοπολέμου συντρίβει την ονειρική του αναμονή και προσδοκία για μια ορμητική και ενεργητική συμμετοχή του στη ζωή του γύρω κόσμου. Σύντομα αισθάνεται έντονα την περιθωριοποίηση και την τραγικότητα του ανθρώπου που είναι αναγκασμένος να αρνείται τον συμβιβασμό ενώ δοκιμάζει την απογοήτευση καθώς υποχρεούται να συμφιλιωθεί με την κοινωνία προκειμένου να επιζήσει. «Οι γκριμάτσες του ανθρώπου»(1935) συλλέγουν ακριβώς εκείνο το αίσθημα στέρησης και μοναξιάς με τόνους εξέγερσης ενάντια σε καθετί που δεν είναι αποδεκτό από την ανθρώπινη συνείδηση ενώ «Το ταξίδι του Αρχαγγέλου»(1938) που σηματοδοτεί το τέλος της πρώτης φάσης αποκαλύπτει στη συμβολική διάστασή του την ονειρική επιθυμία του θαλασσοπόρου για ένα ταξίδι που στάθηκε αδύνατον να πραγματωθεί.[4]                                                                                                                   

Ήδη όμως στη συλλογή του «Μαργαρίτα-Εικόνες από το ηλιοβασίλεμα» που κυκλοφόρησε την επόμενη χρονιά, παρατηρείται ένα διαφορετικό ύφος στην ποιητική του απόδοση. Ο ποιητής αρνείται την απομόνωση και την απαισιοδοξία και αναγνωρίζει πως την αγάπη και την επαφή με τους συνανθρώπους του έχει πιότερο ανάγκη όπως και το να πιστέψει στις αρετές του ανθρώπου ενώ δεν παραλείπει να επανασυμφιλιωθεί με τη φύση. Ο πόλεμος, τα χρόνια της αντίστασης, της αδιάλλακτης πάλης του ελληνικού λαού ενάντια στους κατακτητές τρέφουν την ποιητική του δημιουργία. Ο χαρακτήρας της ποίησής του την περίοδο αυτή αποτυπώνει μεν τη δραματικότητα των στιγμών μέσω των εσωτερικών συγκρούσεων του δημιουργού μιάς και ο ίδιος ταυτίζεται με το δράμα του σύγχρονου ανθρώπου ενώ ταυτόχρονα τα λυρικά ποιήματά του, όπως το «Ελεγείο στον τάφο ενός μικρού αγωνιστή», «Το παιδί με τη φυσαρμόνικα», «Η παραμυθένια πολιτεία»(1947), κ.ά., αποτελούν την ηθική δικαίωση του διεξαγόμενου αγώνα αλλά και την ποιητική έκφρασή του. Στα τελευταία ποιήματα της δεύτερης αυτής φάσης διαφαίνεται η προσπάθεια του ποιητή να επουλώσει τις πληγές του, να διασώσει μέσα του την πίστη στο φως, στην αγάπη και στο μέλλον επιστρέφοντας έτσι στον παλαιό του φίλο, στον Ταΰγετο του, στο καταφύγιο της παιδικής του ηλικίας Το 1954 κυκλοφορεί το πολύστιχο ποίημα-γράμμα «Στον Ρόμπερτ Οπενχάιμερ» που αποτελεί ένα δριμύ κατηγορητήριο εναντίον του επιστήμονα, που κρίνεται ένοχος επειδή ακριβώς απομακρύνθηκε από τον άνθρωπο και δεν αντιλήφθηκε την ανάγκη του και τη λαχτάρα του για ειρήνη. Ο Βρεττάκος εγκαινιάζει ουσιαστικά μια καινούργια περίοδο καθώς αντιμετωπίζει απερίφραστα το θέμα της κοινωνικής ευθύνης των διανοουμένων που δεν ακυρώνει, ωστόσο, την προσωπική, συνειδησιακή παράμετρο που προβάλλει όταν μάλιστα οι πράξεις τους είναι ασύμφωνες με το πνεύμα της ευθύνης αυτής.                                                                                                                 

Εν συνεχεία στεκόμαστε στα 1961 όταν παρουσιάστηκε ο ογκώδης τόμος των 333 σελίδων με τον τίτλο «Το Βάθος του Κόσμου». Πρόκειται ουσιαστικά για μια αυτοβιογραφική «ακτινογραφία» των εμπειριών της ζωής και των περιπετειών του πνεύματος που εβίωσε ο ποιητής και απέδωσε ποιητικά. Ανατρέχει στην αφετηρία, στην παιδική του ηλικία, στα τοπία που μαγνήτισαν το βλέμμα και σημάδεψαν τη ψυχή και σε όλα εκείνα τα πράγματα που ξεπερνούν τις γήινες διαστάσεις και που εκφράζουν τη ψυχή του ανθρώπου και τη σκέψη του και ζωντανεύουν τη μνήμη.               

Ωστόσο αυτό που ακολούθησε το 1967 έσβησε κάθε ελπίδα ενώ ο γεμάτος αγάπη διάλογος με τους ανθρώπους διακόπηκε άλλη μια φορά. Δε διστάζει λοιπόν ο ποιητής να υπακούσει στις αρχές της ηθικής συνέπειας που προστάζουν να ακολουθήσει, όπως και τόσοι άλλοι διανοούμενοι, την πικρή πορεία της εξορίας στρέφοντας την πλάτη του σε κάθε έννοια συμβιβασμού. Στα ποιήματα του τρίτου τόμου της «Οδοιπορίας»(1967-1970) με πικρία ομολογεί πως από τον ουρανό της πατρίδας του, που τού άνοιγε εμπρός του το βάθος του κόσμου, πέρασε   […]σ’ ένα βάθος σιωπής απροσμέτρητο, μόνο η καρδιά του ν’ ακούγεται όπως  ένα ρολόι σε άδειο σπίτι. Μια βαθύτατη θλίψη που τον ακολουθεί από τόπο σε τόπο έχει κατακερματίσει τον αισιόδοξο πυρήνα της ψυχής του. Ενώ στο πολύστιχο ποίημα «Αποχαιρετισμός στον ελληνικό ήλιο»(1967) ο ποιητής εκφράζει με σπαραγμό τον πόνο και την πίκρα που τον συνοδεύουν κατά το διωγμό του από την πατρίδα καθώς επικαλείται τον ζωοδότη ήλιο και τους ευγενείς του κόσμου- τους φορείς της δικαιοσύνης και των άλλων αρετών-προκειμένου να σώσουν την πατρίδα του και την ιστορία της από εκείνους που τη διαπομπεύουν και που ο ίδιος αρνείται να ζει κάτω από το βλέμμα τους.                                                                                                                                      

Τα Σικελικά Ποιήματα του Ν. Βρεττάκου κυκλοφόρησαν για πρώτη φόρα στο Παλέρμο το 1987, σε δίγλωσση έκδοση και σε μετάφραση του Ιταλού νεοελληνιστή και μελετητή του έργου του ποιητή, Vincenzo Rotolo ενώ στην Αθήνα εκδόθηκαν τον Ιούλιο του 1990 από τις εκδόσεις Αστρολάβος/Ευθύνη. Η συλλογή, στην πρώτη της έκδοση, αποτελείται από δώδεκα ποιήματα, αλλά στην ελληνική της έκδοση συμπληρώθηκε με τρία ακόμα που γράφτηκαν από τον Απρίλιο έως το Δεκέμβριο του 1970, στη σικελική πρωτεύουσα, όπου έζησε ο ποιητής, αυτοεξόριστος, αναζητώντας ένα λιμάνι σωτηρίας από την ταραχώδη πολιτική κατάσταση της Ελλάδας.                           

Η Σικελία, όπου μεταβαίνει ο ποιητής, ύστερα από τριετή παραμονή στην παιδούπολη Πεσταλότσι στο Τρόγκεν των Ελβετικών Άλπεων, καλεσμένος από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Παλέρμο για να δώσει δύο διαλέξεις, κυριεύει τη ψυχή του ποιητή και τροφοδοτεί την ποιητική του έμπνευση που επηρεάζεται ή και ενισχύεται από τις όμοιες με την Ελλάδα κλιματικές συνθήκες-η Σικελία βρίσκεται κάτω από τον ίδιο παράλληλο με την Πελοπόννησο. Ο ποιητής αναμφισβήτητα συγκλονίζει με την αποκαλυπτική ειλικρίνειά του σε προσωπικούς τόνους που δεν υπολείπεται σε συναισθηματική θέρμη καθώς ενισχύεται από το μεσογειακό περιβάλλον της Σικελίας που ανακαλεί θύμησες, που προετοιμάζουν την επιστροφή του στην πατρίδα.                                                                                                         

Έχει πολλαπλώς τονιστεί η δύναμη που ασκεί ο ήλιος στην ύπαρξη του ποιητή καθώς αποτελεί πηγή της πίστης και του λυρισμού του[5]: […]Ονειρευόμουνα πως μού ανανέωνε ο ήλιος το παλιό μου διαβατήριο και πως παίρνοντας η ψυχή μου το πιο γρήγορο μέσο   χτυπώντας σε πέτρα, σε δέντρα και όνειρα, γυρίζει, γυρίζει, γυρίζει τον κόσμο. («Οι Κλίμακες», στ. 3-7) Και μάλιστα, η εικόνα γίνεται έντονη, πειστική στην περιγραφική της λιτότητα ώστε να μην χρειάζεται πολλά και αφηρημένα λόγια˙ ο πίνακας αυτοτελής αποκαλύπτει το αντάμωμα του ποιητή με τον ήλιο να ξεπροβάλει ελπιδοφόρος από το σικελικό ορίζοντα καθώς σαν κεραυνός εισβάλλει στη ψυχή του και λούζει με φως άπλετο την ύπαρξή του μεταμορφώνοντάς τον: Με βρήκε, ήλιε, ο κεραυνός της φιλίας σου πάνω σε λόφους που δεν προστατεύονται και μού σύντριψε την καρδιά.(«Συνάντηση με τον ήλιο στους σικελικούς λόφους», στ.1-10)                              

dokimio1_bΕξίσου καταλυτική επίδραση  ασκεί στον ποιητή η «Συνάντησή του με τη Θάλασσα»[6] καθώς αναγνωρίζει σ’ αυτήν, μετά από μακρά απουσία στις χιονισμένες ελβετικές περιοχές, το καταφύγιό του στην αναζήτηση του ανθρωπισμού και την ελπίδα στα χρόνια της αυτοεξορίας του, μιας και τον συνδέει με την πατρίδα του:   Σε λίγο, από λόφους βολικούς θα μπορώ να βλέπομαι, πρόσωπο με πρόσωπο, με τη θάλασσα, σαν για μιάν αναγνώριση έπειτα από μακριάν απουσία.(«Ταξίδι στη Σικελία», στ.1-3) Η συγκίνηση επομένως είναι διάχυτη όταν αντικρίζει της ακροθαλασσιάς τη ρόδινη λουρίδα το πρωί(«Φεύγοντας», στ.4) που χωρίζει την ιταλική χερσόνησο από τη Σικελία καθώς πέρα εκεί, στην απέναντι όχθη της, θα γνωρίζω πως βρίσκεται η πατρίδα μου… Μονάχα πως κοιτώντας την κίνηση των νερών, θα νομίζω ότι βλέπω την κίνηση της καρδιάς της τουλάχιστο(«Ταξίδι στη Σικελία», στ.4-5). Αποτυπώνεται ουσιαστικά μια διαλεκτική σχέση που δεν έχει παθητικό χαρακτήρα αλλά, τουναντίον, ενεργητικό που αναδεικνύεται καθώς διανθίζονται οι λυρικοί στίχοι μέσω της εισαγωγής του χριστιανικού όπως και του αρχαίου στοιχείου που περιγράφουν αυτή τη φανταστική επιστροφή του ποιητή στη γενέτειρα:[…]Κ’ εγώ, το περσότερο, με το βλέμμα μετέωρο πέρα στο βάθος, πάνω απ’ τη θάλασσα, και μια νύχτα μάλιστα, είδα πώς έγινα θαλασσοβάτης. Πώς βάδιζα επί των κυμάτων και πώς με πλεύρισαν άξαφνα το δελφίνι του Αρίονα με πήρε στη ράχη του-είχε ωραίο φεγγάρι-και με πήγαινε με σπουδή, ακλουθώντας τη μουσική που ακουγόταν απ’ την πατρίδα μου. («Piazza Edison 2», στ.4-14)                                                                       

Και πάλι, όπως έχει επανειλημμένως τονιστεί, η φύση διατρέχει όλη την ποίηση του Βρεττάκου και παρομοίως στα Σικελικά ποιήματα, όπου κυριαρχεί η ομορφιά της και ο αρχαίος κόσμος. Στο τοπίο της Σικελίας ο ποιητής συναντά ακριβώς τη νοσταλγική εικόνα της ελληνικής φύσης την οποία και συνθέτει με περιγραφική πληρότητα που κορυφώνεται με τη λυρική απόδοση των ποιητικών στίχων:[…]Νάτανε η ασημένια ελιά, η παλιά μου φιλενάδα;  Οι λεμονιές που χιόνισαν στην καρδιά μου ανθούς;(«Φεύγοντας», στ.2-3), Πέφτοντας το φθινόπωρο τα φύλλα των πλατανιών, δεν μού σκέπαζαν τη ψυχή. Το αντίθετο μάλιστα, μού θωπεύαν ανθρώπινα τα μαλλιά και τους ώμους.(«Via della Liberta», στ.1-4),  […] όπου νάναι, σε λίγο, θ’ ανθίσουν οι λεμονιές θάναι ωραία σε λίγο. («Μπαλάντα του νοσοκομείου Cervello», στ.16-17), […]Να αναχωρείς ακούγοντας αηδόνια να σού τραγουδάνε αυτά τ’ αηδόνια που γεννούνται στην Ελλάδα[](«Απόκριση», στ.5-6),               

Παράλληλα ο αρχαίος κόσμος, το ελληνικό παρελθόν που αναβιώνει τις προαιώνιες μνήμες, αποτελεί για τον ποιητή τον έτερο πυλώνα της ποιητικής του δημιουργίας. Στο οδοιπορικό στις αρχαίες ελληνικές πόλεις της Σικελίας ο ποιητής γοητεύεται και συγκλονίζεται στη θέαση των περίλαμπρων αρχαίων ελληνικών ναών, με τη δωρική λιτότητα και αυστηρότητα που υψώνουν μεγαλοπρεπώς τα κατάλοιπά τους στο λαμπρό φως του σικελικού ήλιου ως αδιάψευστοι μάρτυρες της παρουσίας του ελληνικού στοιχείου από τον 8ο έως τον 3ο π. Χ. αιώνα και αποτελούν πηγή έμπνευσης που ρέει αβίαστα στο αριστουργηματικό ποίημα «Έξω από το χρόνο»: Διάφανη ώρα, θάλασσα κι αρχαϊκές κολώνες , που τέμνουν τον ορίζοντα και το χρόνο στη Σελινούντα..(στ.1-11).                                                                                                           

Στα δύο πολύστιχα ποιήματα, η «Μπαλάντα» και η «Απόκριση», που γράφτηκαν στο ομώνυμο νοσοκομείο του Cervello, όπου ο ποιητής, άρρωστος από βαριάς μορφής φυματίωση, νοσηλεύτηκε για έξι μήνες, με έξοδα του Δήμου Παλέρμο, διαφαίνεται για άλλη μια φορά η ανθρωπιά του και δη η ευαισθησία του. Στο πρώτο, αφιερωμένο στη Βιργινία Περιφανάκη, γυναίκα του Rotolo, περιγράφεται με παραστατικότητα εφάμιλλη στην εικονογραφική λεπτομέρεια ενός πίνακα ζωγραφικής ο θάνατος του «φίλου συντρόφου Luigi(amico partigiano)», με τα ισχνά του κίτρινα δάκτυλα και το εξατμισμένο του πρόσωπο που μόλις διακρινόταν ένα χαμόγελο που τρεμόπαιζε γύρω στα χείλη του, αδύναμο, κ’ έσβησε γρήγορα. Αυτή η εξαϋλωμένη μορφή του φίλου του πλαισιώνεται αφενός από την εικόνα του θανάτου, όπου κρεμασμένα απ’ τα κάγκελα του κρεβατιού του,… τον παράστεκαν τα’ αλογάκια του. Ήρθαν τα τρία του παιδιά, η γυναίκα κ’ ένα γκρίζο σκυλί που τον κοίταε στο φέρετρο και του μιλούσε γαβγίζοντας(στ.24-28) και αφετέρου από την εικόνα της ζωής με το μεθυστικό άρωμα της Φύσης καθώς οι λεπτές μυρωδιές πλημμυρίσανε τους θαλάμους μας(ήταν Απρίλης είχε φεγγάρι)(στ.30-32) για να ολοκληρώσει το ποίημα τον κύκλο του με τον ύστατο θρήνο-χαιρετισμό του ποιητή προς το φίλο του: Buona note, amico partigiano Luigi…                                                                                     

Στο δεύτερο ποίημα ο Βρεττάκος, από το κρεβάτι του πόνου, απευθύνεται στο φίλο του Γιάννη Ρίτσο: Ήμουνα σε κρεβάτι ξένο αλλά αδελφικό σ’ ένα νοσοκομείο της Σικελίας, απ’ όπου κοιτώντας έναν ουρανό χωρίς χελιδόνι έμαθα για το γράμμα σου…(στ.1-4),  για να αναδείξει και να υμνήσει, μέσα από μια μαγευτική περιγραφή της ελληνικής φύσης, που το δίχως άλλο κρατά σε εγρήγορση τις αισθήσεις, «τα’ αηδόνια, τα’ άστρα τα μουσικά, οι θάλασσες που γιομίζανε τις φλέβες ένθεο άλας, οι μοσχοϊτιές που άνθιζαν ανάμεσα ζεφύρων του Λακωνικού…, την αγάπη που θεωρεί το σπουδαιότερο πράγμα στον κόσμο, ακόμα και από τον ήλιο και το θάνατο:                                                                                                                            

Κ’ είπα τότες βλέποντας τον κοινό μας ήλιο που μ’ επισκεπτόταν μόνος προ μόνον, αποθέτοντας μια χρυσή δέσμη στο σεντόνι μου, ότι το δυνατότερο πράγμα σ’ αυτόν τον κόσμο δεν είναι όπως νομίζουμε ο θάνατος. Είναι η αγάπη.  (στ.16-28)                              

Το επόμενο ποίημα «Via Noto 34» είναι αφιερωμένο στον ελληνιστή Bruno Lavagnini, πρόεδρο του Ινστιτούτου Βυζαντινών και Νεοελληνικών σπουδών, στενό φίλο τού ποιητή και συνεργάτη του στη σύνταξη του Ελληνο-ιταλικού λεξικού. Και πάλι, οι λέξεις με αρμονία συμπλέκονται για να συνθέσουν με εξαιρετική μαεστρία την τραγική μορφή του γηραιού δασκάλου, που σχεδόν τυφλός και έτσι υποβασταζόμενος από την κόρη του Renata οδηγείται, ως άλλος Οιδίποδας, στον κάτω όροφο της κατοικίας του που είναι και ο χώρος εργασίας: Στηριγμένος στον ώμο της Renata ο δάσκαλος κατεβαίνει τις σκάλες. Θάλεγες πως τον φυγαδεύει απ’ το χρόνο, αλλά το πρόσωπό του φωτίζεται ως νάναι να μπει σ’ ελληνικό περιβόλι.(στ.1-5), όπου, ανάμεσα στα βιβλία-στο περιβόλι του ελληνικού πνεύματος, «απ’ τον Όμηρο ως το Σολωμό τα ονόματα, θαρρούσες πως ήταν λουλούδια που σάλευαν(στ.6-8) αισθάνεται ασφάλεια ώστε η αναπηρία του να μην υφίσταται: Με χαμένη την όραση σχεδόν εντελώς, ανιχνεύει˙ τα χέρια του ψηλαφούν τα βιβλία˙ νιώθει ασφαλής.(στ.9-11).     

Στην «Συνάντηση στις μανόλιες», αφιερωμένο στο θάνατο της νεοελληνίστριας και μεταφράστριας τού ποιητή Maria Tsano-Gallo, ο Βρεττάκος συντετριμμένος εντάσσει το γεγονός στη φιλοσοφική του διάσταση:         Γνωρίζοντας πως δεν ήσουν εκεί που ενταφίασαν τον πόνο του σώματος δεν σ’ επισκέφθηκα. (στ.1-3), ενώ κατορθώνει με λεκτική αρτιότητα να συμπλέξει σε ένα ενιαίο σύνολο την εικόνα του θανάτου όπως αποτυπώνεται στο αρχαϊκό μειδίαμα των έργων της αρχαίας ελληνικής γλυπτικής αλλά και την παράδοση της χριστιανικής θρησκείας: Το μειδίαμα εκείνο το γιομάτο αγγέλους σού το αφαίρεσε ο Θεός, πριν σε βάλουν στο χώμα […]          (στ.3-5),ώσπου στο τέλος ακυρώνει την ιδέα του θανάτου για να προτάξει την αιωνιότητα της μνήμης: (Είναι μύθος ο θάνατος όταν η μνήμη-καθώς ο διάττοντας πίσω του-αφήνει ένα όμορφο ολόλευκο φως). (στ.17-20), ώστε εκεί, ανάμεσα στις μεγάλες μανόλιες με τα λευκά άνθη της αγνότητας ο ποιητής συναντιέται προς στιγμή με την άυλη μορφή της φίλης του, πριν εκείνη μεταβεί στο ουράνιο φως: Καθώς περπατούσα κάτω από τις μεγάλες μανόλιες, κατέβης, ανέβης. Σε χαιρέτησα με χαιρέτησες. (στ.13-16).                                                                                         

Η αθωότητα και η ευαισθησία διατρέχουν έναν προς έναν τους στίχους του ποιήματος «Επίσκεψη στο Παλέρμο» που γράφτηκε το 1985, όταν ο ποιητής επισκεπτόταν για τελευταία φορά τη σικελική πόλη, αναζητώντας με νοσταλγία στα γνώριμα μέρη το βλέμμα της εγγονής του Αλεξάνδρας που τον συντρόφεψε κατά τη φυγή του στο εξωτερικό ˙ τώρα ψάχνω στους δρόμους να βρω τ’ αχνάρια του ˙ να βρω τη γαζία που τούπεσε(έβρεχε, ήταν νύχτα) να βρω τις μισές, τρυφερές κουβεντούλες του (στ.5-8) ενώ δεν παύει εξίσου να αναζητά με αγωνία στην παιδική αθωότητα την αισιοδοξία και μια διέξοδο στο μέλλον: Τα ματάκια του μούλεγαν: «Θ ’ανατείλει ο ήλιος». Κ’ εγώ του απαντούσα: «Κράταγέ με καλά». (στ.3-4) Γιατί ο ήλιος ανάτειλε, όπως το είπε, και η ποίηση έχει ανάγκη από πράγματα. (στ.9-10).                                         

Η συλλογή ολοκληρώνεται με το ποίημα «Η Κυρία των Αγγέλων», αφιερωμένο στην οικογενειακή φίλη τού ποιητή Λίτσα Τσιτσέρα που στάθηκε δίπλα του ως φύλακας-προστάτης στις δύσκολες στιγμές της προσωπικής διαδρομής του, […] σε βλέπω να κάθεσαι τριγυρισμένη απ’ τους αγγέλους σου, πού τους έστελνες και με βρίσκαν όπου κι αν ήμουν(στ.5-7) Στο δεύτερο μέρος συνεχίζει να πλέκει το εγκώμιο της φίλης του που υπήρξε πολύτιμη και αφοσιωμένη, διακηρύττοντας για άλλη μια φορά την πίστη του και το σεβασμό του στον άνθρωπο αλλά και στο δίκαιο και στην ειρήνη: Καθώς βάδιζα μέσα σ’ ένα κόσμο ακατανόητο, όπου μόνον ο ήλιος ήτανε δίκαιος[…](στ.15-17), μιάς και η βοήθεια της φίλης του υπήρξε καταλυτική προκειμένου ν’ ανεβεί: στο βουνό και ν’ αρθρώσει από κει τη φωνή του πλανήτη μας… (στ.21-22), που είναι ουσιαστικά η φωνή του ειρηνιστή ποιητή όπως και η φωνή του κάθε ανθρώπου που ασφυκτιά στον παραλογισμό που προκαλεί οδύνη και αδικία και που συνεχώς βοά σαν ουράνιο σπήλαιο διατρανώνοντας το πανανθρώπινο μήνυμα: Στην Ειρήνη αλληλούια! Στην Ειρήνη αλληλούια! Στην Ειρήνη αλληλούια! [7]

 

_

γράφει η Άννα Βατίκαλου.

 

___

[1]Βλ. Νίκος Βασιλάκος, «Ανθρωπισμός και Ειρήνη στο έργο του Ν. Βρεττάκου», στο Μνήμη του ποιητή Ν. Βρεττάκου (1912-1991), επιμ. Π. Δ. Μαστροδημήτρης, Δόμος, Αθήνα 1993, σσ.313-322. Επίσης Στέλιος Γεράνης, «Η ποίηση του Νικηφόρου Βρεττάκου» στο Νικηφόρος Βρεττάκος Μελέτες για το έργο του, Διογένης, Αθήνα 1976, σσ.131-161.

[2]Vincenzo Rotolo, «Η ιδέα της ποίησης και της Ελλάδας στον Νικηφόρο Βρεττάκο», Τομές, 55, Δεκέμβριος 1970, σσ.8-15,σ.10.

[3]Βλ. Αθανάσιος Ν. Γκότοβος, Το Μυθικό και Ιδεολογικό σύμπαν της ποίησης του Νικηφόρου Βρεττάκου,, Διδακτορική Διατριβή, Ιωάννινα 1987. Και μάλιστα βάσει της διχοτομίας «μύθος» vs «πραγματικότητα» παραδίδεται σχέδιο περιοδολόγησης του ποιητικού έργου του Βρεττάκου, όπου ο «μύθος» του ποιητή έχει τις καταβολές του στην πρώτη παιδική ηλικία και συνδέεται άμεσα με τη γενέθλια γη και τη φύση ενώ η «πραγματικότητα» συνδέεται με την κοινωνία και τους όρους που προσδιορίζουν μέσα σ’ αυτή τις ανθρώπινες σχέσεις, βλ. σσ. 96-98.

[4]Όσον αφορά στα βιογραφικά στοιχεία του Ν. Βρεττάκου που «οριοθετούν» κατά κάποιο τρόπο και συνάδουν με τις ποιητικές συλλογές του ποιητή, βλ. Ισιδώρα Rosenthal-Kamapinea, «Η Ποίηση του Νικηφόρου Βρεττάκου», στο Νικηφόρος Βρεττάκος Μελέτες για το έργο του, ό.π., σσ.45-56. Επίσης στον ίδιο τόμο Vincenzo Rotolo, «Νικηφόρος Βρεττάκος-Σημειώσεις σε μια Ποιητική Οδοιπορία», σσ.11-82. Επίσης στο http://vrettakos.ekebi.gr.

[5]Στο Παλέρμο επίσης έγραψε την «Ωδή στον ήλιο», όπως τιτλοφορείται η συλλογή-ύμνος στον ήλιο που αναγνωρίζεται ως σύμβολο θεότητας, όπως αναλύεται από τον Thomas Doulis, «Η Ωδή στον Ήλιο» μτφρ. Έφη Γανιάρη, στο Νικηφόρος Βρεττάκος Μελέτες για το έργο του, ό.π., σσ.77-79.

[6]Βλ. Γεωργία Κακούρου-Χρόνη, «Συνάντηση με τη Θάλασσα Η θάλασσα, ένα άλλο σύμβολο στην ποίηση του Νικηφόρου Βρεττάκου, στο Μνήμη του ποιητή Ν. Βρεττάκου (1912-1991), ό.π., σσ.281-298.

[7]Βλ. Νικηφόρος Βρεττάκος, Τα Σικελικά Ποιήματα, Αστρολάβος/Ευθύνη, Αθήνα 1990. Επίσης Αναστάσιος Στέφος, «Περιδιάβαση στα Σικελικά Ποιήματα του Νικηφόρου Βρεττάκου στο Μνήμη του ποιητή Ν. Βρεττάκου (1912-1991), ό.π.,σσ.369-382. Αντιστοίχως και στον Τάσο Κόρφη, «Τα Σικελικά Ποιήματα του Νικηφόρου Βρεττάκου» στο Μνήμη του ποιητή Ν. Βρεττάκου (1912-1991), ό.π.,σσ.203-207.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!