Σήμερα κοιτάζω έξω από το παράθυρο μου· χειμώνιασε για τα καλά, τα δέντρα που βλέπω, δε φυλλορροούν πια, είναι γυμνά. Φυσάει κι ένας παράξενος άνεμος, μια σταματάει, μια ξαναρχίζει. Κάποιο πουλί παιχνίδισε για λίγο στο τζάμι μου κι έφυγε, ήταν όμορφο, έφυγε γρήγορα.

Απόψε λέω να σου υπερηφανευτώ, η φήμη μου σα δικηγόρος μεγαλώνει συνεχώς, έρχονται καινούριες υποθέσεις· πέφτω με τα μούτρα στην δουλειά. Τώρα, τούτη την ώρα, νομίζω πάλι πως συνομιλώ στον ίδιο μου τον εαυτό, πως σημειώνω απλά στο δικό μου ημερολόγιο.
Ήρθε η παγωμένη νύχτα κι εγώ προσπαθώ να σου γράψω ακόμη. Δεν ξέρω γιατί, αυτό το βράδυ η θλίψη με ακουμπά περισσότερο, ανείπωτοι φόβοι με βασανίζουν. Μήπως έπαθες κάτι;
Θα σου πω ένα μυστικό: Προχτές το βράδυ σ’ είδα στον ύπνο μου, όπως σε ξέρω, γιατί δεν μπορώ να σε φανταστώ, «αλήθεια πώς να ’σαι τώρα;»
Σ’ είδα ντυμένη με το λευκό σου φόρεμα, αυτό με το μεγάλο κεντημένο λουλούδι. Όπως τότε, στο πανηγύρι του χωριού μας, στης "Παναγιάς της Γαλατούσας" τον Δεκαπενταύγουστο, θυμάσαι; Στεκόσουν όρθια και με κοίταζες, με πρόσωπο ολάνθιστο, χαρούμενο και πήρα και εγώ λίγο από τη χαρά σου. Σ’ ευχαριστώ.
Πέρασαν τόσα χρόνια κι όλο τα παλιά μας σκέφτομαι, εκείνες τις ώρες που ήμουν μαζί σου. Σαν κάτι ιερό σε φυλάει η μνήμη μου, έτσι γεμίζω την πεζή ζωή μου.

Κοιτώ πάλι έξω, άσπρισε η νύχτα, χιονίζει ξέρεις. Ένα αραιό χιόνι στροβιλίζεται στην ατμόσφαιρα, ήρθε τελικά ο χειμώνας. Θα σου εκμυστηρευτώ ένα νέο μυστικό, το τελευταίο. Τελικά, ξέρω γιατί μ’ ακουμπάει η θλίψη αυτήν τη σιωπηλή, λευκή νύχτα. Γράφω το τελευταίο μου γράμμα, είμαι βυθισμένος στην απόγνωση γιατί σου γράφω για τελευταία φορά. Ναι, η πίκρα μου είναι άσβηστη, η κάθε ελπίδα μου έσβησε. Πόσο διαφορετικά θα μπορούσαν να είναι όλα κι όμως δεν είναι. Ένα γράμμα μου μόνο να μου απαντούσες θα μου έφτανε, θα άλλαζες τη ρότα της ζωή μου, της ζωής μας.
Αυτά που ζήσαμε μαζί, θα γίνουν με τον καιρό μια μακρινή ανάμνηση. Δεν μπόρεσες να με συγχωρέσεις ποτέ σου;

 Δεν προσπάθησες.
 Δεν προσπάθησες.

Κάποιοι λένε πως δεν έχει νόημα να θυμάσαι κάτι που έχει ξεχαστεί, που έχει χαθεί, ίσως έχουν δίκιο τελικά. Ήσουν ένα όνειρο, τώρα έγινες ένα θρυμματισμένο όνειρο. Όχι, μετανιώνω που το έγραψα αυτό, είσαι και θα παραμείνεις τ’ όνειρό μου το αδιάκοπο. Τίποτα δεν θα με κάνει να σταματήσω να σ’ αγαπώ και να σ’ ονειρεύομαι. Τ’ όνειρά μου δεν θα σβήσουν ποτέ να το ξέρεις.



Δεν χρειάζεται να μου απαντήσεις
Στάθης
ΛΑΡΙΣΑ 2015

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!