Τζέφρυ Ευγενίδης «Αυτόχειρες παρθένοι»

2.07.2020

σχόλια

 

Τζέφρυ Ευγενίδης

«Αυτόχειρες παρθένοι»

Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗΣ

γράφει ο Άγγελος Πετρουλάκης

Τον γνωρίσαμε με το μυθιστόρημά του «Middlesex» (2002) και στη συνέχεια με το «Σενάριο γάμου» (Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ, 2017) και την συλλογή διηγημάτων του «Δελτία παραπόνων» (Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ, 2018). Πλέον στα χέρια μας είναι το «Αυτόχειρες παρθένοι», που προηγήθηκε των άλλων, αφού πρωτοκυκλοφόρησε το 1993. Έχει ελληνικές ρίζες από την πλευρά τού πατέρα του, αφού ο παππούς και η γιαγιά του πήγαν στην Αμερική από την Μικρά Ασία ως μετανάστες. Ο ίδιος έχει γεννηθεί στο Ντιτρόιτ, το 1960.

Για το «Middlesex, Ανάμεσα στα δύο φύλα» τιμήθηκε με το βραβείο Πούλιτζερ. Έχει επίσης τιμηθεί και με τα βραβεία «Whiting Writer’s Award», και «Harold D. Vursell Award», από την Αμερικανική Ακαδημία Τεχνών και Γραμμάτων. Το «Αυτόχειρες παρθένοι» έγινε ταινία το 1999, με τη σκηνοθεσία τής Σοφίας Κόπολα.

Αν η γραφή τού Τζέφρυ Ευγενίδη δεν διακρινόταν για το λεπτό της χιούμορ, τις έντονες ριπές σαρκασμού και την παιγνιώδη διάθεση, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι βιβλίο που βαδίζει στα χνάρια αρχαίας τραγωδίας, με την απόγνωση να επισκιάζει κάθε εκδήλωση της ζωής τών νέων τής Αμερικής. Όμως, όχι. Ο Τζέφρυ Ευγενίδης αποδεικνύει, απ’ αυτό το πρώιμο βιβλίο του, πως έχει τη δυνατότητα να μεταλλάσσει την απόγνωση σε ελπίδα, να εστιάζει εκεί όπου το κοινωνικό σώμα αποφεύγει να σταθεί.

Μια περιγραφή τού κλίματος της εποχής:

«Μάθαμε πως σημειώνονταν ογδόντα αυτοκτονίες τη μέρα στην Αμερική, τριάντα χιλιάδες τον χρόνο, πως μια απόπειρα αυτοκτονίας συνέβαινε κάθε ένα λεπτό, μια πετυχημένη αυτοκτονία κάθε δεκαοχτώ λεπτά, ότι οι τρεις στους τέσσερις άντρες ολοκλήρωναν την απόπειρα, αλλά τρεις φορές περισσότερες γυναίκες την αποτολμούσαν, ότι περισσότεροι λευκοί παρά μη λευκοί αυτοκτονούσαν τελικά, ότι το ποσοστό των αυτοκτονιών στους νέους (15-24) είχε τριπλασιαστεί τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες, ότι η αυτοκτονία ήταν η δεύτερη κατά σειρά αιτία θανάτου μεταξύ των μαθητών γυμνασίου…»

Σ’ αυτό το κλίμα στήνει την μυθοπλασία του εστιάζοντας στη σταδιακή αυτοκτονία πέντε θυγατέρων τής οικογένειας Λίσμπον, ζωγραφίζοντας, παράλληλα, αριστοτεχνικά το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζούσαν οι νέοι τού αμερικανικού μικρόκοσμου.

Τερέζ, 17χρονη, Μέρυ, 16χρονη, Μπόννι, 15χρονη, Λουξ, 14χρονη και Σεσίλια, 13χρονη. Η Σεσίλια θ’ αυτοκτονήσει πρώτη. Είχε προηγηθεί μια ανεπιτυχής απόπειρα. Τότε, ο γιατρός που της έραψε τις κομμένες φλέβες, της είχε πει:

«Τι δουλειά έχεις εδώ γλύκα μου; Δεν έχεις καν την ηλικία για να ξέρεις πόσο χάλια είναι η ζωή». Η απάντηση της νεαρής ήταν: «Προφανώς, γιατρέ δεν υπήρξε ποτέ δεκατριάχρονο κορίτσι..»

Πόσο εύκολο είναι να μπει κανείς στον κόσμο ενός 13χρονου κοριτσιού; Ο Ευγενίδης το επιχειρεί μέσα από τις αφηγήσεις τών νεαρών συμμαθητών και γειτόνων της, προσέγγιση ιδιαίτερη που αποτυπώνει ένα κοινωνικό πλέγμα άγνωστο στους ενήλικες.

Όταν οι νεαροί φίλοι των πέντε κοριτσιών θα διαβάσουν το ημερολόγιο της νεκρής Σεσίλια, θα περιγράψουν τις νεοαποκτηθείσες γνώσεις τους:

«…Μάθαμε πώς έτσουζε ο χειμωνιάτικος άνεμος που σου σήκωνε ψηλά τη φούστα, και πόσο πονούσε να κρατάς τα γόνατά σου ενωμένα στην τάξη και πόσο βαρετό και εξοργιστικό ήταν να πηδάς σκοινάκι, ενώ τα αγόρια έπαιζαν μπέιζμπολ. Δεν μπορέσαμε ποτέ να καταλάβουμε γιατί τα κορίτσια νοιάζονταν τόσο πολύ να ωριμάσουν, ή γιατί ένιωθαν την υποχρέωση να κάνουν φιλοφρονήσεις η μια στην άλλη, αλλά μερικές φορές, ενώ ο ένας από μας διάβαζε ένα μεγάλο κομμάτι από το ημερολόγιο φωναχτά, αναγκαζόμασταν να καταπνίγουμε την παρόρμηση ή να πούμε ο ένας στον άλλον τι όμορφοι που ήμασταν. Νιώθαμε τη σκλαβιά ήταν να είσαι κορίτσι, πώς έκανε το μυαλό σου δραστήριο κι ονειροπόλο και πώς κατέληγες να γνωρίζεις ποια χρώματα ταίριαζαν μεταξύ τους. Ξέραμε πως τα κορίτσια ήταν τα δίδυμά μας, πως όλοι υπήρχαμε στο διάστημα ως ζώα με πανομοιότυπο δέρμα και πως εκείνες ήξεραν τα πάντα για μας, ενώ εμείς δεν μπορούσαμε διόλου να τις καταλάβουμε. Ώσπου στο τέλος καταλάβαμε πως τα κορίτσια ήταν στην πραγματικότητα γυναίκες μεταμφιεσμένες, πως καταλάβαιναν τον έρωτα, ακόμα και τον θάνατο, και πως η δική μας δουλειά ήταν απλώς να κάνουμε τον θόρυβο που έδειχνε να τις γοητεύει…»

Απάντηση, στο αν τα κορίτσια καταλάβαιναν τον θάνατο, αναλαμβάνει να δώσει η ελληνίδα γιαγιά τού συγγραφέα, η «γριά κυρία Καραφίλη», την οποία «αυτό που την εξέπληττε δεν ήταν ο θάνατος, αλλά η ισχυρογνωμοσύνη της ζωής. Δεν μπορούσε να καταλάβει πώς οι Λίσμπον σιωπούσαν έτσι, γιατί δεν ούρλιαζαν προς τα ουράνια, γιατί δεν τρελαίνονταν. Βλέποντας τον κύριο Λίσμπον να τοποθετεί τα λαμπιόνια των Χριστουγέννων, κουνούσε το κεφάλι της και μουρμούριζε…

[…]

»Ο Δήμος (γιος της γιαγιάς / πατέρας του συγγραφέα – υποθέτω), μας το εξήγησε ως εξής: ‘‘Εμείς οι Έλληνες είμαστε κυκλοθυμικοί τύποι. Η αυτοκτονία έχει νόημα για μας. Το να στήνεις χριστουγεννιάτικα φωτάκια, μετά την αυτοκτονία της κόρης σου – αυτό δεν έχει νόημα. Κείνο που η γιαγιά μου δεν μπόρεσε ποτέ να καταλάβει με την Αμερική ήταν το γιατί όλοι παρίσταναν πως ήταν ευτυχισμένοι όλη την ώρα».

Άραγε, «γιατί όλοι παρίσταναν πως ήταν ευτυχισμένοι όλη την ώρα»; Αυτό το ερώτημα πραγματεύεται ο Ευγενίδης σε όλα του τα βιβλία, ξεφλουδίζοντας πολλές επιφάνειες της αμερικάνικης ζωής.

Σε κάποια στιγμή θα γράψει μια ακόμα αλήθεια: «…ακόμα και οι φοιτητές των κολεγίων, ελεύθεροι να μπεκρουλιάζουν και να συνουσιάζονται, οδηγούνται σε μεγάλο ποσοστό μόνοι τους στο τέλος τους. Φανταστείτε πώς ήταν για τις νεαρές Λίσμπον, να είναι κλεισμένες μέσα στο σπίτι τους, χωρίς το στερεοφωνικό στη διαπασών ή κάνα τσιγαρλίκι πρόχειρο».

16 Ιουνίου, ένα χρόνο ακριβώς μετά την αυτοκτονία τής μικρότερης αδελφής, επιχειρούν να αυτοκτονήσουν και οι άλλες τέσσερις, στήνοντας ένα αλλοπρόσαλλο σκηνικό, προκειμένου να αποσπάσουν την προσοχή συμμαθητών τους. Τα καταφέρνουν οι τρεις, πληρώνοντας την απαράδεκτη συμπεριφορά των σεμνότυφων γονιών τους με το σκληρότερο νόμισμα. Η τέταρτη, που διασώζεται, θα επιχειρήσει και πάλι, λίγο καιρό αργότερα, και η προσπάθειά της εκείνη τη φορά θα έχει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Η οικογένεια Λίσμπον θα ακολουθήσει την μοίρα τής πόλης τού Ντιτρόιτ (όπου διαδραματίζεται η υπόθεση), μετά την κατάρρευση της αυτοκινητοβιομηχανίας (Ford, Chrysler και General Motors): θα νεκρωθεί πλήρως.

Στο «γιατί;», που αιωρείται στην ατμόσφαιρα, μια ψυχολόγος θα δώσει την λακωνική απάντηση: «Όταν η νεολαία δεν βλέπει μέλλον μπροστά της».

Ο Ευγενίδης υφαίνει ένα μυθιστόρημα με σχολαστική επιμονή στην ψυχολογία τών νέων και κατορθώνει να περιγράψει όλα όσα στήνουν τον καμβά τής ζωής τους, αρνητικά και θετικά. Το ιδιαίτερο ύφος του κρατά τον αναγνώστη στις σελίδες του, γεγονός σημαντικό για ένα βιβλίο που πραγματεύεται ένα τόσο σκληρό θέμα.

Ακολουθήστε μας

Έξυπνα ηλεκτρονικά VS Έξυπνα βιβλία, της Νικολέτας Καπίλλα

Έξυπνα ηλεκτρονικά VS Έξυπνα βιβλία, της Νικολέτας Καπίλλα

Τα βιβλία είναι παρατημένα κι εγκαταλειμμένα στα ράφια μιας σκονισμένης βιβλιοθήκης και παραπονιούνται έντονα, κάτι που θυμώνει τη σμαρτ τιβί που βρίσκεται μπροστά τους. Μιας και νιώθουν πως όλες οι έξυπνες συσκευές αποβλακώνουν και χειραγωγούν τους ανθρώπους και με...

Βαγγέλης Χρόνης: ‘Ποίηση 1999-2020’

Βαγγέλης Χρόνης: ‘Ποίηση 1999-2020’

Εκδόσεις Καστανιώτη _ γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης - Βαγγέλης Χρόνης: ‘Ποίηση 1999-2020’ «Πως νοσταλγείς ωραία καλοκαίρια που δεν έζησες. Μόνο να ονειρεύεσαι μπορείς αυτά που ίσως έλθουν» Βαγγέλης Χρόνης, ‘Νοσταλγία’   Από τις εκδόσεις Καστανιώτη, κυκλοφορούν, το...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Επιμέλεια άρθρου Κώστας Θερμογιάννης

Επιμέλεια άρθρου

Διαβάστε κι αυτά

Βαγγέλης Χρόνης: ‘Ποίηση 1999-2020’

Βαγγέλης Χρόνης: ‘Ποίηση 1999-2020’

Εκδόσεις Καστανιώτη _ γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης - Βαγγέλης Χρόνης: ‘Ποίηση 1999-2020’ «Πως νοσταλγείς ωραία καλοκαίρια που δεν έζησες. Μόνο να ονειρεύεσαι μπορείς αυτά που ίσως έλθουν» Βαγγέλης Χρόνης, ‘Νοσταλγία’   Από τις εκδόσεις Καστανιώτη, κυκλοφορούν, το...

Ιστορίες της θάλασσας, της Καρίνας Βέρδη (επιμ.)

Ιστορίες της θάλασσας, της Καρίνας Βέρδη (επιμ.)

Η Καρίνα Βέρδη, σε συνεργασία με τον Γιώργο Δάγλα, ετοίμασαν μια συλλογή διηγημάτων με το αγαπημένο θέμα πολλών, τη θάλασσα, συγκεντρώνοντας κείμενα σκληρά και διασκεδαστικά, πρωτότυπα και διαφορετικά, που όλα μυρίζουν αλάτι και ιώδιο. Φίλοι και γνωστοί που συνδέονται...

Φάκελος Καταρίνα, του Jorn Lier Horst

Φάκελος Καταρίνα, του Jorn Lier Horst

Το Φάκελος Καταρίνα αποτελεί τη δωδέκατη -σύμφωνα με την πρωτότυπη χρονολογική σειρά- περιπέτεια του επιθεωρητή Βίλιαμ Βίστιν, αλλά και την πρώτη ενασχόλησή του με μια από τις αποκαλούμενες «ξεχασμένες υποθέσεις», δηλαδή παλιές ανεξιχνίαστες υποθέσεις που παραμένουν...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου