τοβιβλίο.net

Επιλέξτε Page

Της Φωτιάς και της Ελπίδας, της Νούλης Τσαγκαράκη

Της Φωτιάς και της Ελπίδας, της Νούλης Τσαγκαράκη

Θα έλεγε κανείς ότι παίρνοντας στα χέρια του την συλλογή διηγημάτων της Νούλης Τσαγκαράκη με τίτλο «Της Φωτιάς και της ελπίδας» αμέσως φέρνει εικόνα σε όλα όσα ο τίτλος προοικονομεί. Ωστόσο , ένα σφίξιμο στο στήθος ορθώνεται και προετοιμάζεται ψυχολογικά για τα σκληρά γεγονότα της 23ης Ιουλίου του 2018.

Το βιβλίο της Νούλης Τσαγκαράκη, έρχεται σαν τρανή απόδειξη αγάπης να αποδείξει ότι ο αλτρουισμός και ο ανθρωπισμός είναι βαθιά ριζωμένες στις φλέβες μας. Η μαζική συσπείρωση, η αλληλεγγύη, η συμπόνοια και η αγάπη έρχονται  να αποδείξουν πως οι Έλληνες σαν λαός στα δύσκολα φαίνονται. Όλόλαμπρα παραδείγματα είναι οι ήρωες του καθενός από τα 15 της διηγήματα.Άθεοι και ένθεοι, αριστεροί και δεξιοί, πλούσιοι και φτωχοί γίναν ένα. Κάθισαν δίπλα δίπλα σε ουρές νοσοκομείων ενώ γιατροί δούλευαν νυχθημερόν και ταξιτζήδες μετέφεραν δωρεάν τους πληγέντες, ψαράδες βουτούσαν αψήφιστή παλεύοντας με τα κύματα και ξενοδοχεία άνοιγαν τις πόρτες τους για να τους στεγάσουν. Όλοι μια αγκαλιά κάτω από τη λαίλαπα της πυρκαγιάς. Άχρωμοι, χωρίς φύλο, χωρίς ηλικία, μόνο ενδιαίτημα έφεραν τον πόνο και την αγωνία τους να σωθούν και να σώσουν τους αγαπημένους τους. Όσο για εκείνους που ήταν πιο προνοητικοί η πιο τυχεροί και γλίτωσαν, στέφθηκαν τις τύψεις για το υπόλοιπο της ζωής τους. Όμως η συγγραφέας με ευφυή τρόπο αποφεύγοντας να επιρρίψει  ευθύνες προς οποιαδήποτε κατεύθυνση αναδεικνύει σε όλα της τα διηγήματα την ελπίδα , εκείνο το πράσινο χορταράκι, που ακούει στο όνομα Νικηφόρος.

Ο Νικηφόρος, εκείνος ο νέος εθελοντής που φανερώθηκε μπροστά στον ηλικιωμένο Αποστόλη αμέσως μετά την πυρκαγιά ,προτίμησε να συνεχίσει αδιάκοπα και ακούραστα το έργο του παλεύοντας να βοηθήσει όσους τον είχαν ανάγκη. Το όνομα του συμβολικό, ευαγγελίζεται την λύτρωσή και τη σωτηρία , την Άνοιξη ξανά της ζωής μετά από την εκατόμβη αθώων θυμάτων που αντίκρισε. Το φως ανταγωνίζεται το σκοτάδι, το εμείς υπερισχύει του «εγώ» και η συλλογικότητα εκτοξεύει βίαια την ατομικότητα. Όλοι τους και ο καθένας ξεχωριστά μας διηγείται την προσωπική του δραματική ιστορία. Ωστόσο, αντί να βυθιστούμε στην μελαγχολία, παρά τα μαύρα χρώματα εκείνης της ζοφερής ημέρας, αντί να οσμιστούμε τα καρβουνιασμένα σώματα και τις στάχτες κοιτάμε προς τον ήλιο και περιμένουμε να αγναντέψουμε την ανατολή μιας νέας ημέρας.

Ελπιδοφόρο, αισιόδοξο, προαναγγελτικό της δύναμης και της κοινωνικής εγρήγορσης, συσπειρωτικό στην ομαδικότητα έναντι του εγωισμού μπορούμε να πούμε ότι είναι ένας οδηγός σωτηρίας , ένα πρελούδιο αγάπης το βιβλίο της Τσαγκαράκη. Και ναι, σε κάποια σημεία ο ρεαλισμός του γίνεται σκληρός, όπως εκεί όπου η ιατροδικαστής Μαριάννα  Ζαΐμη παραδέχεται το ξέσπασμα της μπροστά στις σωρούς των νεκρών στο νεκροτομείο, ειδικά εκεί όπου δεν βρίσκει απάντηση στην ερώτηση του πατέρα που ψάχνει το γιό του: «Ανάποδα γίνονται τα πράγματα στις μέρες μας, εγώ έπρεπε να είμαι στη θέση τους , όχι εκείνος».. Για να παραδεχτεί στη συνέχεια την τραγικότητα της φύσεως εργασίας της.

«Δεν είναι εύκολο , ξέρετε να δίνεις δυο οστά και μια χούφτα στάχτη στον άλλον, από τον συγγενή του που απανθρακώθηκε, και να του λες «πάρε, αυτός είναι ο γιος σου, είναι η κόρη σου, είναι ότι απέμεινε από τον άνθρωπο σου, από τη ζωή σου μαζί του, από τα όνειρα που κάνατε.»

Αυτό ακριβώς επιχειρεί η συγγραφέας μας, μια διαδρομή στα όνειρα και στη ζωή των πρωταγωνιστών της και την ανατροπή στη ζωή τους. Το πριν και το μετά από την τραγική εκείνη ημέρα της 28ης Ιουλίου. Ένα ψυχογράφημα στις πιο μύχιες στιγμές των ηρώων μέσα από την τραγικότατη στροφή που έλαβε η ζωή τους. Κάποιοι τα κατάφεραν και επέζησαν . Κάποιοι άλλοι όχι. Όπως στο διήγημα της Σούλας και του Κόκου, όπου η ανήμπορη κοπέλα πεθαίνει έχοντας νεκρό στα πόδια της τον αγαπημένο της παπαγάλο που της κρατούσε συντροφιά. Το γράμμα προς τη μάνα της που την φρόντιζε όλα αυτά τα χρόνια συγκλονίζει θυμίζοντας μας το μεγαλείο της αγάπης.

«Είμαι σαράντα δυο χρονών κι ακόμα με αλλάζεις, με μπανιάρεις, με ντύνεις, με πας βόλτα, κι όμως δεν σε άκουσα ούτε μια φορά να διαμαρτύρεσαι….Τριακόσιες εξήντα πέντε μέρες επί σαράντα δυο χρόνια μας κάνουν γύρω στα δεκαπέντε χιλιάδες «ευχαριστώ που οφείλω να σου πω. Κι άλλα τόσα σ’ αγαπώ…Κι εύχομαι να επιζήσεις από αυτόν τον Αρμαγεδωνα, πρέπει να επιζήσεις! Σου πρέπουν μερικά χρόνια ξέγνοιαστα». Το διήγημα εστιάζει στην προσφορά, στον αλτρουισμό και στην απόλυτη αγάπη, τόσο της μάνας προς την κόρη αλλά και την αναγνώριση από πλευράς της ανήμπορης κόρης της ευγνωμοσύνης. Η λογική πρυτανεύει και εκείνη τονίζει…Πρέπει να επιζήσεις! Η κόρη αδιαφορεί για την δική της πορεία, αγωνιά μόνο για τη μητέρα. Το γράμμα μένει χωρίς παραλήπτη στο τέλος, τονίζοντας μας την ματαιότητα αυτού του κόσμου επιβάλλοντας μας το μήνυμα του να ζούμε αληθινά γιατί δεν γνωρίζουμε το αύριο. Ένα αύριο που δεν ξέρουμε ποτέ τι μας επιφυλάσσει, όπως βλέπουμε στον  «Εποχικό πυροσβέστη», στον Σταύρο , που θυσιάζεται για να σώσει ένα ξένο μωρό, ενώ ταυτόχρονα η γυναίκα του, μακριά του, σώζεται ως δια μαγείας από τη λαίλαπα .

Η αυτοθυσία του πυροσβέστη γίνεται φως που λαμπυδοδρομεί την αγάπη, την ανθρωπιά, εξυμνώντας την αλληλεγγύη και τον προορισμό του ανθρώπου. Ολοκληρώνει τη συλλογική συνείδηση μέσα από την ατομική συνείδηση. Επιβεβαιώνει την αριστοτελική φράση , ότι δηλαδή ο άνθρωπος είναι : ««φύσει πολιτικόν ζώον», καθώς υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να ζει απομονωμένος από τους άλλους ανθρώπους, όπως ένα χέρι δεν μπορεί να είναι αποκομμένο από το σώμα.

Η γραφή της Νούλης Τσαγκαράκη υποδηλώνει μια βαθιά ποιητικότητα, που στηρίζεται στον υψηλότερο τύπο πολιτισμού, που δεν είναι άλλος από την προλεταριακή ποίηση, την συντροφικότητα . Πίσω από τις άμεσες κοφτές προτάσεις υπάρχει ριζωμένη η καθολική συνείδηση που αγωνίζεται ενάντια στην υποταγή. Η συγγραφέας, ούσα ποιήτρια και η ίδια, γίνεται η οργανώτρια των δυνάμεων και της συνείδησης των ηρώων της σε ποιητική μορφή. Βαθιά εξοικειωμένη με τη συλλογική ζωή , έχει συγχωνεύσει την ψυχή της με τα θύματα της μοιραίας εκείνης ημέρας. Αγάλλεται με τη χαρά τους και θρηνεί με την οδύνη τους. Μέσω της εναλλαγής της τριτοπρόσωπης και πρωτοπρόσωπης αφήγησης κατορθώνει να προσδώσει δραματικότητα, φυσικότητα και ζωντάνια.

Στο διήγημα του Πέτρου Αβραμίδη η ελπίδα σαν σημαία περήφανη ορθώνεται μπροστά μας και ανεμίζει μια καινούργια μέρα. Η συγγραφέας με απαράμιλλο δυναμισμό και αμεσότητα στο πρόσωπο του Πέτρου εστιάζει στην δύναμη που ελλοχεύει μέσα μας και στο που μπορούν να φτάσουν τα όρια μας όταν απειλούνται τα ιδανικά μας. Γράφει: «Λίγα μέτρα πριν απ΄ το σπίτι με σταμάτησε η πυροσβεστική. Απαγορεύεται, μου λέει. «Τι απαγορεύεται ρε;», του λέω «καίγεται η γυναίκα και το παιδί μου!».  «Έχουμε αναλάβει εμείς τώρα», μου ξαναλέει.  «Ίσα ρε…», πήγα να βρίσω αλλά προτίμησα να τον αγνοήσω. Κατεβαίνω απ ΄το αμάξι κι αρχίζω να τρέχω. «Το μπιτόνι!», φωνάζω στον Τζάκ. «Που πάτε κύριε;” Έτρεχε από πίσω μου και ο πυροσβέστης.

Στο επόμενο κεφάλαιο «Με σκοτώνεις», δεν υπάρχει η ίδια ευτυχής κατάληξη. Ο Γιώργος χάνει το παιδί του και η γυναίκα του, που αδυνατεί να αποδεχτεί την τραγική πραγματικότητα, χάνει τη λογική της και φαντάζεται ότι το παιδί της είναι ένα από τα διασωθέντα, γεγονός που συνάδει με όσα ζήσαμε στις οθόνες μας, που δεν απέχει διόλου από την σκληρή πραγματικότητα.

«Με απογοητεύεις Γιώργο, δεν σε είχα για τόσο αφελή, τόσο μωρόπιστο. Από αύριο αναλαμβάνω εγώ. Θα κινήσω γη και ουρανό αλλά το παιδί θα το βρω! Θα το βρω και θα το φέρω στο σπίτι! Αλλά να ξέρεις, μόλις γίνει αυτό εσύ θα πρέπει να φύγεις, δεν έχεις πια θέση δίπλα μου». Ειρήνη με σκοτώνεις, καταλαβαίνεις;» βόγκηξε , όμοια με τραυματισμένο ζώο, ο Γιώργος δίπλα της.

Ο Καπετάν Θανάσης ορμά στ’ αγριεμένα κύματα για να σώσει τους συνανθρώπους του, ενώ πριν αρνήθηκε να πάει για ψαριά αφού η θάλασσα είχε σηκώσει μποφόρ. Στη θέα όμως του σκοτεινιασμένου από τον καπνό ουρανό πετάχτηκε επάνω παρακινώντας και τους άλλους να ξεσηκωθούν. Και τα κατάφερε. Χάρη σε εκείνους τους μικρούς ήρωες της καθημερινότητας , γυναικόπαιδα σώθηκαν, μπορεί να μην κατάφεραν να βγάλουν τον «άρτον τον επιούσιόν» αλλά εξαργύρωσαν θέση στον Παράδεισο.

Στο κεφάλαιο «Η καμπάνα» ο παπά Ευάγγελος μετά κόπων και βασάνων φτάνει στην παραλία υποβασταζόμενος από τη Ματούλα για να διασωθεί. Στο χρέος του καθήκοντος, ακόμα και τώρα που λόγω ηλικίας είχε αποσυρθεί  ακολουθεί την εσωτερική φωνή της συνείδησης του και τραβά τον δικό του Γολγοθά, πίσω προς το Ναό για να τραβήξει το σκοινί της καμπάνας. «Μια φορά παπάς, πάντα παπάς» γράφει….για να συνεχίσει θυμίζοντας μας έναν σύγχρονο Παλαιών Πατρών Γερμανό…με τα εξής λόγια:

«Καταματωμένος, με ρούχα κομματιασμένα, διήνυσε τα τελευταία μέτρα προς το καμπαναριό σέρνοντας τα βήματα του, αφού είχε πλέον εξαντληθεί. Έπιασε το σκοινί, σχεδόν κρεμάστηκε πάνω του, και με όση δύναμη του είχε απομείνει το τράβηξε προς το μέρος του. Ξανά και ξανά. Τα χέρια του γλίστραγαν καθώς το καταπονημένο σώμα σταδιακά λύγιζε, μέχρι που σωριάστηκε κατά γης μ’ ένα ευδαιμονικό χαμόγελο στα χείλη. Ο παπά Ευάγγελος δίνοντας αντάλλαγμα τη ζωή του, εκτελώντας το ανώτερο ιερατικό του αξίωμα, ως χριστοφόρος κερδίζει εισιτήριο για τον Παράδεισο. Εδώ η συγγραφέας αναδεικνύει τον ρόλο του ανθρώπου , τον οδηγεί στη θέωση, αφού μέσω εκπροσώπου του Θεού, υποδεικνύει έμμεσα σε όλους εμάς το «αγάπατε πλησίον ως σε αυτόν». Αυτομάτως μας έρχονται στο νου τα λόγια του αποστόλου Παύλου :

«Να γίνεστε μιμητές μου, όπως και εγώ του Χριστού», και άλλοτε χωρίς τον εαυτό του ανεβάζει τους πιστούς προς τον ίδιο το Θεό λέγοντας, «Να γίνεστε λοιπόν μιμητές του Θε­ού, σαν τέκνα αγαπητά». Για να πέτυχουμε τα αιώνια στεφάνια, μόνο με τη φιλανθρωπία και την αγάπη μπορούμε να τα κερδίσουμε, κάτι που ορίζεται ως βασικός πυλώνας της γραφίδας της συγγραφέως μας.

Στο κεφάλαιο «Ο παππούς» αποτυπώνει με όλο το εύρος της ψυχής της την κόλαση της 23ης Ιουλίου. Ο θάνατος καταδιώκει τη ζωή, κι η συγγραφέας μας ορμώμενη από αυτό το στοιχείο ονοματίζει ευστρόφως τη γυναίκα του παππού με το όνομα ΖΩΗ προοικονομώντας στον αναγνώστη υποσυνείδητα το ευτυχές δικό τους τέλος. Ωστόσο , ο θάνατος αγέρωχος, στερεί την ζωή σε μια νέα γυναίκα με το παιδί της, πράγμα που οδηγεί τον παππού σε τύψεις και συνειρμούς της πρότερης ζωής του.  Η συγγραφέας παλεύει να δώσει απαντήσεις στα ερωτήματα των ανθρώπων που παλεύουν να αντικρίσουν την πραγματικότητα, επιθυμεί να γαληνέψει τους λυγμούς τους. Στο στόμα του παππού εκκρεμεί η ερώτηση που όλους μας ταλανίζει: «Τόση καταστροφή τόση οδύνη είχε να αντικρίσει από την Κατοχή. Πεντάχρονο αγόρι ήταν μα δεν είχε ξεχάσει τίποτα από την πίκρα και τη συντριβή εκείνων των ημερών, αλλά τότε υπαίτιος ήταν ο εχθρός. Σήμερα; Ποιος είναι ο εχθρός σήμερα;»

Στη Στέρνα, όπου μας μιλάει ο Στάθης  Δαμασκηνός, το αληθινό πλαισιώνει την αφήγηση, αφού η συγγραφέας ομιλώντας μέσα από τη γλώσσα του ήρωα που έσωσε δώδεκα ανθρώπους από τη λαίλαπα της πυρκαγιάς χάρη στην «ιδιοτροπία» του όπως χαρακτηριστικά αυτοσαρκαστικά λέει ο ίδιος, να προμηθεύει μια στέρνα στο οικόπεδο του. Η απλότητα του ήρωα, η λεπτή ειρωνεία της φωνής του, η γενναιότητα και καθαρότητα της ψυχής του σε αντιδιαστολή με το πως τον θεωρούσαν μέχρι πρότινος οι γείτονες του τον αναδεικνύουν σε έναν  από τους ήρωες εκείνης της μέρας. Ο σαρκασμός της γειώνει τον πόνο και τη θλίψη σχηματίζοντας στα χείλη μας ένα χαμόγελο ικανοποίησης . Ακόμα και η γυναίκα του τον άφησε, μα θα επιστρέψει μετά από τον ηρωισμο του αυτό…Γράφει: «Θα έρθει , λέει, η Γιώτα-εκ του Παναγιώτα-να με δει, να δει που συντελέστηκε το θαύμα! Πρώτη της επίσκεψή εδώ κι ελπίζω να ναι χάριν της «ηρωικής» πράξεως αυτής καθαυτής κι όχι εξαιτίας της πρόσκαιρης αίγλης που προσδίδει μια εμφάνιση στο γυαλί…

Στο αστυνομικό τμήμα ο Κωνσταντίνος περιγράφει το πλιάτσικο που έγινε στο καμένο σπίτι του Τάκη, σε ότι απόμεινε όρθιο, που έχασε όλους τους δικούς του. Απολογούμενος στο διοικητή ο Κωνσταντίνος προσπαθεί να εξηγήσει γιατί αντέδρασε με βία σε έναν από τους ληστές.. η παράλογη  κράτηση του όμως διορθώνεται όταν αποκαθίσταται η αλήθεια. Με χιούμορ και οξύτητα πνεύματος ο Κωνσταντίνος απαντά στο διοικητή: Θόλωσα κύριε διοικητά μου θόλωσα! Να κάνουν πλιάτσικο σ ’ανθρώπους γονατισμένους από τη μοίρα!

Ρε τομάρια!», έβαλα κάτι φωνές που πρέπει να μ΄ άκουσαν μέχρι και τα ψάρια.  Οι αστυνομικοί πάντως μ’ άκουσαν κι έτσι εμφανίστηκαν.»

Το τέλος καταιγιστικό κλείνει με ένα αναπάντεχο ερώτημα:

« Μπορείτε να ειδοποιήσετε το γείτονα σας πως μπορεί να υποβάλει μήνυση , αν θέλει.»

«Για τα παλιοπράγματα;», κάγχασε με πίκρα ο Κωνσταντίνος. Εδώ του κλέψανε τη ζωή του την ίδια! Ποιον πρέπει , αλήθεια, να μηνύσει γι’ αυτό;».

Η συγγραφέας κατορθώνει ενδυόμενη τη γλώσσα του εκάστοτε πρωταγωνιστή, του απλού βιοπαλαιστή , του γιατρού, του ψαρά , του παππού, του ιερέα , του πυροσβέστη να μεταδώσει με θεατρικότητα και ζωντάνια την τραγικότητα των γεγονότων. Ωστόσο, η ποιητική της χροιά με την οποία στολίζει τον λεκτικό της πλούτο κατορθώνει να ξεθυμάνει την ρεαλιστική διάσταση των γεγονότων μην επιτρέποντας μας να βυθιστούμε στο έρεβος εκείνης της αποφράδας ημέρας.

Η συγγραφέας οδηγεί τη σκέψη μας στην τραγικότητα της ύπαρξης, στον σημερινό άνθρωπο που δέσμιος σαν νέος Προμηθέας από τις αλυσίδες του εγώ και του υπερκαταναλωτισμού του στρέφει την ίδια τη φύση εναντίον του. Από θέση ιερέως της φύσεως που κατέχει , ως το μόνο έλλογο ον καταλήγει με την κακή χρήση της βούλησης του να στρέψει τα πυρά στον εαυτό του διαφθείροντας τον ίδιο και κατ’ επέκταση όλο τον πλανήτη.  Η δράση φέρνει αντίδραση και αυτό το βιώνει στην καθημερινότητα του. Η συγγραφέας φωνάζει γοερά με την ταπεινή γραφίδα της αλλά όλη τη δύναμη που φλέγει την ψυχή της να επιστρέψουμε στην πρότερη φύση μας, που δεν είναι άλλη από το καθ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν, από την απόλυτη φροντίδα με νου και σύνεση του έτερου άλλου και κατ’ επέκταση του εαυτού μας. Η συλλογή της, γροθιά στο στομάχι μα και βελούδινο χάδι , επανασταστική μα και συνάμα τρυφερή, ισορροπεί ανάμεσα στην ιαχή και το λυγμό, ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, αναμένει μια Ανάσταση μετά το Θάνατο. Πρεσβεύει το ακατόρθωτο , που όμως μπορεί να γίνει θεμιτό, σαν πράσινο χορταράκι μέσα στα καμένα δέντρα. Η συλλογή της Φωτιάς και της Ελπίδας υμνεί τη ζωή χωρίς να λησμονά το χθες, γιγαντώνει τον άνθρωπο , πιστεύοντας βαθιά στο Α της Αλήθειας που εκείνος μέσα του φέρει, δημιουργεί από την αρχή έναν πρωτόπλαστο Παράδεισο σβήνοντας την Κόλαση της 23ης Ιουλίου του 2018.

 

_

γράφει η Χρύσα Νικολάκη

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Οδηγός ιστοσελίδας

Λογοτεχνικοί διαγωνισμοί

Εκπαιδευτικό υλικό

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος