Το αδιανόητο άγνωστο

12.01.2015

 

 

 

Ξύπνησε αλαφιασμένος από έναν ύπνο βαθύ, ταξιδιάρικο, γεμάτο όνειρα τόσο ζωντανά, τόσο αληθινά που ένιωθε μέρος του χρόνου, ζούσε αγαπημένες στιγμές που είχε θάψει βαθιά στο νου. Η επιλογή του χώρου που διαδραματίστηκαν όσα βίωσε δεν μπορεί να ήταν τυχαία. Ήταν το πρώτο σπίτι που έμειναν μαζί. Ήταν εκεί που έζησαν τις λίγες, μα ικανές να τις κουβαλά μια ολόκληρη ζωή, στιγμές που τον κυνηγούν ακόμη και όταν κλείνει τα μάτια. Ίσως μόνο έτσι ξαναζεί μαζί της. Έτσι καταφέρνει και την κρατά καλά κλεισμένη στην αγκαλιά του, για λίγο, για όσο επιτρέπει ο ονειροχρόνος να περπατά στα σκοτεινά και άγνωστα μονοπάτια, σε μέρη γνώριμα μα ξεχασμένα.

Το σπίτι ήταν όπως ακριβώς το θυμόταν, τα πράγματα ανέγγιχτα στο πέρασμα του χρόνου, μόνο η σκόνη και η κλεισούρα ήταν εκεί να τους κρατούν συντροφιά. Έπιπλα παλιά πια, αχρησιμοποίητα, που δεν πρόλαβαν να χαρίσουν τις στιγμές χαλάρωσης για τις οποίες αγοράστηκαν. Άνοιξε τις ντουλάπες και έπιασε ένα ένα τα ρούχα της που έστεκαν κρεμασμένα και κρύα. Θυμήθηκε το πράσινο μπουφάν που αγόρασαν μαζί όταν είχαν πάει για ψώνια, πιο δίπλα το άσπρο με την κουκούλα που φόρεσε όταν είχαν πάει στα χιόνια και τη φωτογράφιζε σε κάθε κίνηση που έκανε, λες και ήθελε να κρατήσει τις στιγμές αιώνια κλεισμένες σε ένα κομμάτι χαρτί, μιας και δεν θα την είχε ζωντανή δίπλα του.

Ανάμεσα σε κουτιά και σακούλες με αντικείμενα που χρησιμοποιούσαν οι δυο τους, έπιασε κάτι παλιά κοσμήματα, ασημένια και χρυσά δαχτυλίδια που τη θυμόταν όταν τα φορούσε. Τα πήρε στα χέρια του και οι αναμνήσεις κατέκλεισαν το μυαλό του, δάκρυα άρχισαν να κυλούν από τα μάτια του όταν βρήκε ένα ασημένιο δικό του που ο ίδιος δε φόρεσε ποτέ και τη βέρα του που μετά το γάμο την είχε κρύψει στο κουτάκι γιατί τον εμπόδιζε να τη φοράει στο δεξί χέρι.

Έκλεισε τη ντουλάπα και βγήκε στο μπαλκόνι να καπνίσει ένα τσιγάρο, να πάρει λίγο αέρα, σκουπίζοντας τα θολωμένα του μάτια, μα σαν αντίκρισε το χαμό στον εξωτερικό χώρο του κόπηκε η ανάσα. Ένας σωρός από χώμα και κοπριά ήταν σαν βουναλάκια ανάμεσα σε τεράστιες γλάστρες με ξερά λουλούδια, πεταμένες καρέκλες και μαξιλάρια από καναπέδες σκισμένα και βρώμικα.

Έριξε μια ματιά τριγύρω και πάλι με τα δάκρυα να τρέχουν ποτάμι από τις θύμησες που τον κατέκλυσαν και μπήκε ξανά μέσα στο κρύο δωμάτιο να αγγίξει όσα εκείνη είχε αγγίξει. Όσα ο χρόνος βίαια διέκοψε και παράτησε να σκονίζονται, να σαπίζουν…

Βγήκε από το χώρο χτυπώντας πίσω του την πόρτα και από το θόρυβο πετάχτηκε από το βαθύ ύπνο και άνοιξε τα υγρά του μάτια. Τα ξαναέκλεισε με την ελπίδα να μπορέσει να γυρίσει πίσω, αυτή τη φορά δεν είχε προλάβει να την έχει δίπλα του, να την κλείσει στην αγκαλιά του.

Σηκώθηκε αναστατωμένος, λες και κάτι ήθελε να του πει αυτό το όνειρο…

Γιατί εμφανίστηκαν αυτά τα συγκεκριμένα αντικείμενα, γιατί το χρυσό και το ασήμι, γιατί η βέρα του;

Έπιασε το δεξί του χέρι να αναζητήσει το αντικείμενο που τον έδεσε μαζί της, το χρυσό δαχτυλίδι που ορκίστηκε ενώπιον Θεού και ανθρώπων να φοράει για πάντα… Δεν ήταν εκεί… δεν θυμόταν να το έχει βγάλει μα δεν ήταν στο δάχτυλό του…

Έψαξε ανάμεσα στα σκεπάσματα μήπως κατά λάθος του βγήκε όταν κοιμόταν και όταν σήκωσε το μαξιλάρι του, έμεινε να κοιτάζει με το στόμα ανοιχτό από την έκπληξη το σημείωμα με τις κόκκινες σχηματισμένες λέξεις να γράφει «Σ’ ΑΓΑΠΩ» και πάνω στο χαρτί τη βέρα του!

_
γράφει η Ιουλία Ιωάννου

Ακολουθήστε μας

«ΑΓΑΠΗ, ΑΓΑΠΗ…»

«ΑΓΑΠΗ, ΑΓΑΠΗ…»

Φίλες, γειτόνισσες, συμμαθήτριες, αγαπημένες και κολλητές, η Σύλβια και η Μαρία, μακράν καλύτερες και από αδερφές, μοιράζονταν τη ζωή και τις ομορφιές της, σε ίσα μερίδια. Όλη την ημέρα μαζί, η μία στο σπίτι της άλλης και μόνο τη νύχτα, με βαριά καρδιά πήγαιναν για...

Σκοτεινή εγγύτητα

Σκοτεινή εγγύτητα

Περπατούσε στο δρόμο σκυφτός, καταβεβλημένος. Ήταν απόγευμα και πριν από λίγη ώρα είχε βγει από το εξαώροφο κτίριο που στεγάζονταν τα γραφεία της εταιρείας που δούλευε. Στο κεφάλι του συνωστίζονταν σκέψεις βαριές, ετερόκλητες, που όλες τους συνηγορούσαν σε μια...

Αχρείαστοι ήρωες

Αχρείαστοι ήρωες

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης - Πάλι ξύπνησα μέσα στην αγκαλιά της μαμάς μου κι είναι ακόμα νύχτα νομίζω. Την αγαπάω τη μαμά μου πολύ αλλά τις τελευταίες μέρες που φύγαμε από το σπίτι και είμαστε σ’ αυτό το υπόγειο δε με αφήνει να κοιμηθώ καλά το βράδυ. Όλο με...

Τζέπε και Αζόρ

Τζέπε και Αζόρ

Είχαμε έναν σκύλο που τον λέγαν Αζόρ. Ο καημένος πίσω από την καγκελόπορτα της διπλανής μονοκατοικίας, με κολάρο, πιστός φύλακας του ηλικιωμένου ζευγαριού που κατοικούσε στο παλιό δίπατο σπίτι. Κάθε φορά που μας έβλεπε κουνούσε χαρούμενα την ουρά του, μιας και μας...

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Ούτε οι κατασκοπίες μού αρέσουν – χρειάζεται κάποιος να έχει μεγάλες αντοχές, τόσο σωματικές όσο και ψυχικές για ένα τέτοιο μπλέξιμο- ούτε μυστήρια και οι ίντριγκες, τα μαχαιροβγάλματα και τα τρομοκρατικά κτυπήματα πίσω από κατεβασμένες κουκούλες και οδοφράγματα από...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Ούτε οι κατασκοπίες μού αρέσουν – χρειάζεται κάποιος να έχει μεγάλες αντοχές, τόσο σωματικές όσο και ψυχικές για ένα τέτοιο μπλέξιμο- ούτε μυστήρια και οι ίντριγκες, τα μαχαιροβγάλματα και τα τρομοκρατικά κτυπήματα πίσω από κατεβασμένες κουκούλες και οδοφράγματα από...

Νόστος

Νόστος

Η Λουκρητία αγουροξυπνημένη και πατώντας στις μύτες των ποδιών της για να μην ταράξει τον Γιάννη, προχωρά προς προς τον γωνιακό μπουφέ του δωματίου, στο σεντούκι με τις αναμνήσεις. Ανοίγει το κάτω συρτάρι και κρατά στα χέρια της μια πολύτιμη φωτογραφία, αδιάψευστο...

Η διάσταση

Η διάσταση

«Έχω μια βιβλιοθήκη» της είπα. «Αξίζει να τη δεις».  «Έλα τώρα»! απάντησε και πήρε εκείνο το ύφος το ενοχλημένο, όταν πιέζεται για κάτι που δε θέλει. «Πιστεύεις πως μπορώ να χάνω το χρόνο μου με βιβλία; Δεν με ενδιαφέρουν. Κάτι άλλο πρέπει να βρω, να περνάω τις...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου