Select Page

Το καπέλο

Το καπέλο

«Σύρε κι εσύ μωρ’ Κώστα μ’ να παρ’ς κάνα ρ’χαλάκ’ να ζεσταθεί το κοκαλάκι σ’, έτσ’ ζάρκα που είσαι, μανούλα μ’. Στ’ν εκκλησιά, Κυριακή σήμερα, μοιράζ’νε ου πρόεδρους με τουν παππ’ Αλέξ’ τα πράγματα πο’ ’στ’λε η Πρόνοια για μας τ’ς φτωχούς. Σύρε, μανάρι μ, μπας και προλάβ’ς να πάρ’ς κι συ κατ’τίς», παρακάλαγε η Μήτσαινα το μικρότερο απ’ τα εφτά παιδιά της. Τα μεγαλύτερα, μέχρι που πήραν το δρόμο για την ξενιτιά, στο χωράφι και στη ράχη με τα ζωντανά. Κι οι κόρες στη λάτρα και στον αργαλειό για της νύφης το προικιό, που λέει και το τραγούδι. Μ’ αυτά πορεύονταν ολοχρονίς. Μα έβρεχε, μα χαλάζι έριχνε αυτοί εκεί, στο τσαπί και στο φτυάρι. Πού λεφτά για βόδια να τα ζέψουν στο ζυγό. Θέλοντας και μη όμως ζεύονταν οι ίδιοι στο ζυγό του συστήματος. Πώς αλλιώς θα μπορούσε εκείνο να ζει καλύτερα κι αυτοί τρισχειρότερα; Το χειρότερα ήταν και το μότο τους. Στις καθημερινές τους κουβέντες «Τι κάν’ς;» αν ρωτούσε ο ένας, «Και μη χειρότερα!» απαντούσε ο άλλος. Και τα βράδια στον καφενέ προσπαθούσαν να το πνίξουν στο τσίπουρο και στη συνήθεια της χαρτοπαιξίας. Πόλεμοι, Κατοχή, Εμφύλιος, αλληλοσπαραγμοί έκαναν την ύπαιθρο ολόιδια με των Ψαρών την ολόμαυρη ράχη. Έφεραν το λαό στο μη παραπέρα κι έκαναν τους επιτήδειους πλούσιους και τους πλούσιους πλουσιότερους.

Ας ήταν καλά κι η Πρόνοια. Οι κυρίες επί των τιμών της Φρειδερίκης με επικεφαλής τη βασίλισσα, του Φιλόπτωχου Ταμείου, οι εκάστοτε διενεργούμενοι έρανοι, η ελεήμων ψυχή τέλος πάντων των κρατούντων ας ήταν καλά, που κατάντησαν τον κοσμάκη επαίτη και πρόσφυγα στην ίδια του την πατρίδα. Και όλα «υπό τους ήχους των οργάνων» των Δυνατών της γης. Έτσι, όπως η ΟΥΝΡΑ στα πλαίσια του Σχεδίου Μάρσαλ, το ίδιο και η Πρόνοια έστελνε τα δέματά της κατ’ εξοχήν στα όρη στα βουνά, όπου ούτε το μάτι Του Θεού δεν έφτανε να δει.

Δεκατριών χρονών παλικαράκι, πάνω στην εφηβεία του, ντρεπόταν να ζητιανέψει, να διαλαλήσει δηλαδή την μέχρι εξαθλίωσης φτώχεια της οικογενείας του. Ήξερε μήπως κανένας πως, σαν κάθονταν το βράδυ γύρο απ’ το τραπεζομάντηλο-τραπέζι που έστρωνε η μάνα στο χωματένιο πάτωμα, αναλογούσε στον καθένα ένα κρεμμύδι με ένα κομμάτι μπομπότα; Σαν άπλωνε κάποιος το χέρι του στου διπλανού το μερτικό,

«Ο καθένας να φάει το δ’κό τ’ του κιφάλ’», διέταζε η μεγάλη αδερφή εννοώντας το κρεμμύδι.

Τα γαλακτοκομικά, βλέπεις, τα πιο πολλά, και τα κηπευτικά προορίζονταν για τον έμπορα. Πώς αλλιώς θα ’βγαιναν τα έξοδα της καλλιέργειας και της ταγής των ζωντανών; Να μην μπει και κάτι στην άκρη για τα έξοδα της παντρειάς, σαν θα ’ρχονταν η ώρα; Όλοι οι άνθρωποι τις ίδιες ανάγκες έχουμε. Κι επιπλέον ποιος είναι αυτός που θα απαγορεύσει ακόμα και στον πιο φτωχό να ονειρεύεται και να ελπίζει; Κι αυτή την έρημη την αξιοπρέπεια πού την βάζεις! Την περηφάνεια; Μπορεί να είναι περήφανο ένα παιδί και μάλιστα έφηβος για τη φτώχεια του; Πάντως ο Κώστας προτιμούσε ζάρκα κι ανυπόδητος παρά ν’ απλώνει το χέρι του στην τριαδική δεξιόφρονα εξουσία (κοινοτάρχη, χωροφύλακα, ιερέα) του χωριού. Αυτή είχε βάλει το χεράκι της να ορφανέψει από πατέρα η οικογένεια μετά τόσες ταλαιπωρίες που είχε τραβήξει. Επειδή, λέει, είχε περιθάλψει συμμορίτες, όπως έλεγαν οι αντίπαλοι τους αντάρτες του ΕΛΑΣ, σύρθηκε στα ξερονήσια και στις φυλακές. Δεν πρόλαβε να τον χαρεί. Το ’60 περαστικό, όπως κι απ’ τη ζωή, τον είδε να ’ρχεται με τα μπογαλάκια του απ’ τη φυλακή και μετά από λίγο να σαλπάρει για το ταξίδι χωρίς γυρισμό.

Καθ’ ότι αριστερόφρονης οικογενείας εκείνος, τι γύρευε η αλεπού στο παζάρι, εν προκειμένω στην εκκλησιά που του ’λεγε η μάνα του να πάει; Ωστόσο πόσο μπορούσε ακόμα ν’ αντισταθεί στο παρακαλετό της ταλαίπωρης! Χιλιόμετρα μακριά το σπίτι απ’ το κέντρο του χωριού, όπως κι όλα σκόρπια εδώ κι εκεί στο συνοικισμό της Άνω Καλεντίνης. Καταϊδρωμένος πάτησε το πόδι του κι αυτός στην πλατεία με τον καφενέ και την εκκλησιά αντικριστά το ένα με τ’ άλλο. Κι ο κόσμος στην ουρά. Όλων των ηλικιών. Συνομήλικοί του, κορίτσια κι αγόρια, συμμαθητές του έμπαιναν κι έβγαιναν απ’ την εκκλησία κρατώντας το δικό του τυχερό στα χέρια του ο καθένας. Ανάλογο μ’ αυτό και το χαμόγελο στα χείλη. Από ανοιχτόκαρδο έως Τζοκόντας. Οι πλέον «ριγμένοι» αποχωρούσαν αμίλητοι και κατσούφηδες απ’ το χώρο της πλατείας. Ήρθε και του Κώστα η σειρά. Σαν μπήκε στην εκκλησιά, περιστοιχισμένος από ένα πλήθος μορφών της θρησκευτικής μας παράδοσης στους τοίχους και στα εικονίσματα, ένιωσε ανάρμοστη την ανυπόδητη παρουσία του στον οίκο Του Θεού. Εκεί οικοδεσπότης μέγας και τρανός φαινόταν να λύνει και να δένει ο παππ’ Αλέξης. Δίπλα του, εκπροσωπώντας την πολιτική εξουσία, ο κοινοτάρχης. Και στο κέντρο της εκκλησιάς ο μπόγος. Κατάφορτος από είδη ένδυσης και υπόδησης δέσποζε δελεαστικός στα μάτια των ρακένδυτων. Και οι διαχειριστές του απόλυτοι φύλακες και οι δυο τους έπιαναν απ’ αυτόν κι έδιναν κατά την κρίση τους στον καθένα ανάλογα με το μπόι του αλλά κυρίως με το φρόνημά του.

«Να, πάρε κι αυτό του σακάκ’ για τουν άντρα σ’», είπε ο κοινοτάρχης στη γυναίκα που προηγούνταν του Κώστα. «Α, να κι αυτά τα παπ’τσάκια για τ’ αγγόν’ σ’ κι αν δεν τ’ ταιριάζ’νε, δος τα σε κάν’ άλλο παιδάκ’. Δόξα Τω Θεώ, έχ’με μπό’λκα στου χουριό ξ’πόλυτα», πέταξε και τ’ αστείο του, κάνοντας και τον συνεταίρο του να χαμογελάσει. Αμφότεροι της από δω μεριάς κοίταζαν πώς να βολέψουν τους ομοϊδεάτες τους. Σαν ήρθε κι η σειρά του Κώστα, τον κοίταξαν απ’ την κορυφή μέχρι τα ξυπόλυτα πόδια του, μια πάνω, μια κάτω, από πάνω μέχρι κάτω έτσι, ώστε να αισθανθεί πως δεν δικαιούται το κατιτίς της Πρόνοιας κι αν του το ’διναν να ’λεγε κι ευχαριστώ.

«Ισένα τώρα τι να σ’ δώσουμι, τι να σ’ δώσουμι…», έλεγε ο ένας συμπλήρωνε ο άλλος κι αντάλλασσαν βλέμματα με νόημα και με το δίλημμα στο μυαλό τους να του δώσουν ή να μην του δώσουν.

«Να σ’ δώσουμι, να σ’ δώσουμι»… Οπότε μετά απ’ τα πολλά «Τι να σ’ δώσουμι», σαν να φωτίστηκε το μυαλό του κοινοτάρχη,

«Α, να πάρε αυτό», πιάνει απ’ τον μπόγο και δίνει στον Κώστα ένα μπλε με γυαλιστερό γείσο πηλίκιο.

«Μην κ’τάς που ’ναι καλοκαίρ’. Του χ’μώνα θα σ’ χρειαστεί», είπε ο παππάς βλέποντας αδιευκρίνιστη την έκφραση στο πρόσωπο του παιδιού.

Ο Κώστας το πήρε κι έφυγε χωρίς να πει λέξη κι ούτε ν’ αφήσει να φανεί στο βλέμμα του ο αντίκτυπος της ποταπής συμπεριφορά τους. Ωστόσο με το βάρος της κατάφορης αδικίας μέσα του και με την εικόνα των κοριτσιών του κοινοτάρχη που δεν προλάβαιναν ν’ αλλάζουν μοντελάκια πήρε το δρόμο για το σπίτι. Η μια μετά την άλλη, εξαιτίας της πρόσφατης, του ’ρχονταν κι άλλες εις βάρος του αδικίες, όπως η μη συμμετοχή του στην κατασκήνωση. Κάθε χρόνο στο τέλος της σχολικής χρονιάς ο δάσκαλος εκφωνούσε τα ονόματα των παιδιών της τριαδικής εξουσίας και του γιατρού, αν τύχαινε να ’ναι της από ’δω μεριάς. Αυτών οι οικογένειες και των ομοϊδεατών νέμονταν τ’ αγαθά της Κοινωνικής Πρόνοιας.

Λυπόταν και την έρμη τη μάνα, που δεν θα της έδινε λίγη χαρά κουβαλώντας το κατιτίς που περίμενε. Ταλαιπωρημένη αλλά περήφανη μέσα στα βάσανά της. Απ’ τη μέρα που άνοιξε τα μάτια του στον κόσμο την έβλεπε ζεμένη στο ζαλίκι πότε για τις τροφές των ζωντανών, πότε για τα ξύλα του μαγειρέματος και του τζακιού και μια ή και δυο φορές το μήνα να πάει στην πόλη μια μέρα δρόμο και να γυρίσει την άλλη φορτωμένη τ’ απαραίτητα για τις ανάγκες του σπιτιού. Το μαντάτο για τον ξαφνικό θάνατο του άντρα της το πήρε σε μια απ’ τις επιστροφές της στο χωριό. Την περίμεναν κι όπως την είδαν από μακριά ν’ ανηφορίζει στο μονοπάτι έτρεξε το μεγαλύτερο απ’ τ’ αγόρια της να της το πει. Έφτασε στο σπίτι στηριγμένη στο μπράτσο του γιου της. Έκανε τι έκανε, για να τιμήσει τη θανή του. Τα μοιρολόγια δεν της ταίριαζαν. Και στάθηκε επάξια στη θέση του μακαρίτη του άντρα της.

«Μάνα, δες τι μο’ ’δωσαν», άκουσε τη φωνή του παιδιού της την ώρα που σκυμμένη στην σκάφη έπλενε τα ρούχα. Γύρισε και το ’δε με φορεμένο το καπέλο να του φτάνει ως τ’ αυτιά. Το βλέμμα της στάθηκε πάνω του, δίχως να σαλέψει και για χιλιοστά του δευτερολέπτου πέρασε σαν ταινία απ’ το μυαλό της το χειρότερο που της συνέβη λίγο πριν το τέλος του Εμφυλίου. Μια ομάδα ανταρτών του ΕΔΕΣ περνώντας απ’ το χωριό τής άρπαξε όλο της το κοπάδι, καμιά τριανταριά πρόβατα. Ο αρχηγός όταν πήγε να του τα γυρέψει στο σπίτι όπου φιλοξενούνταν αρνήθηκε να της το επιστρέψει, γιατί ο άντρας της, ισχυρίστηκε, υποστήριζε τους συμμορίτες.

Κι η Μήτσαινα μαθημένη σε χειρότερα απ’ του είδους τα τερτίπια, έδωσε την κατάλληλη απάντηση.

«Αυτό σο’ ’δωσαν ισένα, Κωστάκη μ’;» είπε και κρύβοντας την απογοήτευσή της κάτω από το επίπλαστο γέλιο της:

«Φέρ’ το, γιε μ’, να το βάλουμι φωλιά να γεννάν οι κότες. Ένα κι ένα ταιριάζ’ έτσ’ μεγάλο που είναι», είπε κι αγκαλιάζοντας το παλικαράκι της πήγε μαζί του κι έβαλε σ’ ένα πουρνάρι το καπέλο. Οι κότες της θα ’χαν φωλιά από χέρι κοτζάμ κοινοτάρχη και με τις ευλογίες του παππ’ Αλέξη θα γίνονταν και πιο καρπερές. Το βράδυ γύρο απ’ το στρωμένο στο πάτωμα τραπεζομάντηλο-τραπέζι η Μήτσαινα με τον Κωστή, και τις δυο απ’ τις κόρες της τα ’λεγαν και γελούσαν με τα καμώματα της εξουσίας. Αυτά όμως τους πείσμωναν κι η ανάγκη ν’ αποσείσουν από πάνω τους το άχθος της φτώχειας έσπρωξαν τα παιδιά της να πάρουν το δρόμο της ξενιτιάς. Οσονούπω θα τον ακολουθούσαν και τ’ άλλα.

Όσο για το ψιμάδι της, με την έναρξη της σχολικής χρονιάς θα ’μπαινε κι αυτό οικότροφος αγροτεχνικής σχολής στα Γιάννινα. Μετά από πέντε χρόνια θα μπορούσε να συνεχίσει στη Γεωπονική σχολή του πανεπιστημίου της Αθήνας. Αυτό ήταν το όνειρό του Κώστα: να γίνει γεωπόνος. Την πρώτη μέρα της σχολικής του χρονιάς στα Γιάννινα την υποδέχτηκε με φορεμένα τα ολοκαίνουργα παπούτσια του. Η Μήτσαινα για κάτι τέτοιες στιγμές σταθμούς στη ζωή των παιδιών της έκανε το κουμάντο της.

 

_

γράφει η Χαρά Παπαβασιλείου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!