Η Ισμήνη, καθόταν δακρυσμένη σε έναν βράχο στη θάλασσα. Με ένα μαντήλι σκούπιζε συνεχώς τα δάκρυά της. Κοίταζε τον ήλιο με πίκρα. Τη θάλασσα με αναστεναγμούς. Στο βαρκάκι δίπλα, ένας σιωπηλός ψαράς τσαλακωμένος από την αλμύρα και τα χρόνια, την κρυφοκοιτούσε. Σαν πέρασε λίγη ώρα, σηκώθηκε από το βαρκάκι, της έβαλε ένα κοχύλι στην παλάμη κι ύστερα κάθισε δίπλα. Κοιτάζοντας την όμορφη θάλασσα της είπε:

«Η αγάπη, η αγάπη είναι ξεμπουμπούκιαστος ανθός. Ποτίζεις, σκαλίζεις, βγάζεις αγκάθια, βάζεις λίπασμα, διώχνεις τα μικρόβια που θε να τη φάνε. Κι ύστερα έρχεται εκείνη η στιγμή που ο ανθός ανοίγει τα πέταλά του. Θαμπώνεσαι από τούτη την  ομορφιά και τα αρώματα. Και νιώθεις σπουδαίος. Που κατάφερες να το κάμεις να ανθίσει έτσι. Να γίνει φανταχτερό. Μα σαν νοήσεις τον εαυτό σου δημιουργό, εκεί αρχίζουν τα προβλήματα.

Σε πιάνει ετούτο το μικρόβιο της κτητικότητας και διαλαλάς παντού ότι σου ανήκει τούτο το θαύμα. Μα η αγάπη δεν έχει αφέντες. Δεν έχει ιδιοκτήτες. Η αγάπη τριγυρνά ελεύθερη από καρδιά σε καρδιά. Και γεμίζει με φύλλα και νέα μπουμπούκια τις καρδιές που τις φροντίζουν. Και μεγαλώνουν ελεύθερα χωρίς πρέπει. Μια μέρα, έτσι απλά, βγάζει τον ανθό της και κοιτά τον ουρανό. Και γεμίζει ετούτος ο ουρανός με ανθάκια σαν βραδινή έναστρη ζωγραφιά με λευκές πινελιές στο κατάμαυρο σύμπαν.

Η αγάπη, η αγάπη πλέει σε εκείνο το μαύρο, κολυμπά. Τη φωτίζουν οι ψυχές μας σαν φάροι για να μην γκρεμοτσακιστεί σε κάνα βράχο από το αθώο της κολύμπι και πονέσει. Μα πονά κι ας προσέχουμε. Έρχεται κάποτε εκείνη η δόλια η στιγμή που χτυπά σε τούτους τους βράχους και ματώνει. Σπαρταρά μικρή πεταλίδα κολλημένη πάνω τους. Και περνούν τα καβούρια με τις δαγκάνες τους και την περιγελούν που τόσα χρόνια δεν έφτιαξε και εκείνη ένα προστατευτικό στρώμα να μη χτυπά.

Η αγάπη, η αγάπη δε λογίζει τον πόνο σαν τέλος. Μα για αρχή τον βλέπει. Αρχή για κάτι καινούριο, πιο γνήσιο πιο φανταχτερό. Και ακολουθούν χέρι-χέρι εκείνες οι καρδιές που πιστεύουν σε τούτη τη μεταμόρφωση, σε τούτους τους νέους παλμούς της,  πέρα από τα ανάγλυφα βράχια, και αφήνουν πίσω τις πληγές για εκείνο το αύριο. Κατακτητές και μη, ακολουθούν τούτο το πλάσμα. Ο καθένας της φωνάζει πως την ψάχνει, ο καθένας της λέει πως θέλει να γίνει φίλος της. Ερωτεύσιμη η περπατησιά της και το κορμί της το σημαδεμένο. Κάθε σημάδι, της το καίει ο ήλιος και το μαυρίζει και κάνει ποθητό το καλοκαιρινό της κορμί. Και τρέχουν οι άνθρωποι για να ζήσουν ετούτον τον έρωτα. 

Η αγάπη, η αγάπη είναι εκείνος ο ανθός. Ο τρυφερός. Όσα χρόνια και να περνούν παραμένει εκείνο το πρώτο σου μπουμπούκι που άνθισε μια μέρα σα χάζευες το πρώτο σου ηλιοβασίλεμα ίσως, σαν έδωσες μια τρυφερή χειραψία, σαν ψέλλισες όμορφα λόγια πρωτόγνωρα. Η αγάπη είναι σαν αυτό το κοχύλι. Κρύβει μέσα της ήχους από «σ ’αγαπώ». Κι αν το βάλεις στο αυτί σου, θα δεις πως ετούτος ο κύκλος δε σταματά ποτέ…» 

Της  χάιδεψε τρυφερά την πλάτη και έφυγε για τη βάρκα του. Η Ισμήνη έβαλε το κοχύλι στο αυτί της και λίγη ώρα μετά χαμογελούσε. Το καλοκαίρι της στα Κύθηρα μόλις άρχιζε… και οι ήχοι της αγάπης της στέλνανε γλυκό καλωσόρισμα…

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!