Select Page

Το κόκκινο φουλάρι

Το κόκκινο φουλάρι

 

 

Μια καταιγίδα δακρύων κι έπειτα ένα πικρό χαμόγελο. Μ’ ένα ποτήρι νερό η Μαργαρίτα προσπαθεί ξανά και ξανά να διώξει μια άσχημη γεύση. Παρατηρεί το κενό και την πιάνει ίλιγγος. Κάθεται βιαστικά σ’ ένα πλαστικό σκαμνάκι καθώς οι σκέψεις την διαπερνούν. «Ήταν τόσο όμορφα κάποτε… Ζεστά, δημιουργικά, τρυφερά…»

Αποσβολωμένη κοιτάζει το αδειανό πια σαλόνι. Η σιγή διαπερνάει το χώρο που άλλοτε ήταν γεμάτος αγκαλιές, χαμόγελα, όνειρα. Θυμάται ακόμη τον ενθουσιασμό της στο ξεκίνημα εκείνης της σχέσης. Σχεδόν δεν μπορούσε να το πιστέψει. Εκείνος, στα 39 του τότε, ήταν ήδη επίκουρος καθηγητής και βραβευμένος συγγραφέας. Πολυταξιδεμένος, με τον αέρα του αντικομφορμιστή διανοούμενου. Τι κι αν την πέρναγε 15 χρόνια; Το γκρίζο μούσι τού χάριζε γοητεία και τα βαθυγάλανα μάτια την σαγήνευαν.

Η μικροκαμωμένη κοπέλα σηκώνεται απότομα κι ορμάει προς το παράθυρο. Αποζητάει μια ανάσα καθαρού αέρα μα ο καυτός μεσημεριανός αέρας γρονθοκοπά το γλυκό, σχεδόν κοριτσίστικο πρόσωπο. Σκέφτεται τα τόσα καλοκαίρια που πέρασαν οι δυο τους στην αγκαλιά του αιγαιοπελαγίτικου τοπίου. Φέτος εκείνη θα κάνει διακοπές μέσα στο άδειο σπίτι, σ’ έναν παλιό καναπέ-κρεβάτι που της απέμεινε μετά τη μετακόμιση του Αλέξανδρου. Παρέα με τη μυρωδιά του και τις αναμνήσεις.

Ένα εκδικητικό φάντασμα πλανιέται εκεί. Μοιάζει να την κατηγορεί ανελέητα: πώς μπόρεσε να τον πληγώσει έτσι; Μήπως δεν ήταν αρκετή η τόση αγάπη που της έδειχνε; Τι άλλο ήθελε επιτέλους; Αχ, αυτή η νοσηρή επιμονή της, οι έμμονες ιδέες της…

Η Μαργαρίτα κοιτάζει τα λίγα πράγματα που έμειναν σωριασμένα σε μια γωνιά στο πάτωμα. Δωράκια που της είχε κάνει, μικρούς θησαυρούς που έφεραν από τα ταξίδια τους, βιβλία που αγόρασε μαζί του σ’ εκείνες τις απολαυστικές, μακρόσυρτες βόλτες στα βιβλιοπωλεία. Ήταν πλούσια τα χρόνια που πέρασαν μαζί – γεμάτα από αναζητήσεις, εμπειρίες, συναισθήματα. Για χάρη του εγκατέλειψε ένα σωρό ανθρώπους, συγγενείς και φίλους, οι οποίοι δεν έβλεπαν με καλό μάτι τη σχέση τους. Χαλάλι. Ήταν μεθυστική η αίσθηση της δύναμης και της γνώσης που της έδινε αυτός ο άνθρωπος. Για χρόνια ολόκληρα ήταν ο μέντοράς της.

Παρατηρεί το κενό. Το βλέμμα της περιπλανιέται, πέφτοντας πάνω σ’ έναν παλιό καθρέφτη με σκαλιστή κορνίζα. Παιχνιδιάρικα στερεωμένο πάνω του ένα κόκκινο μεταξωτό φουλάρι. Δεν το φόρεσε ποτέ – δεν ταίριαζε με τα κάπως μουντά χρώματα που προτιμούσε τα τελευταία χρόνια. Η παρουσία του εκεί μοιάζει παραφωνία. Το ξεκρεμάει και το τυλίγει νευρικά στα δάχτυλά της. Η χαδιάρικη αίσθηση της δίνει μια μικρή παρηγοριά.

Νιώθει το στόμα της στεγνό. Πηγαίνει στην κουζίνα κι ανοίγει τη βρύση, μα το νερό βγαίνει χλιαρό. Στρέφει αμήχανα το βλέμμα στον κενό χώρο όπου ήταν άλλοτε το ψυγείο. Ξαφνικά οι μασχάλες της μουσκεύουν. Βρέχει το πρόσωπό της κι αναρωτιέται πώς στέγνωσε έτσι εκείνη η σχέση. Η τρυφερότητα δεν έλειπε, μα η ερωτική φλόγα είχε σβήσει από καιρό.

Εκείνη που κάποτε κρεμόταν απ’ τα χείλη του βασανιζόταν για καιρό από μια ανομολόγητη αίσθηση πλήξης. «Υπομονή», έλεγε μέσα της, «θα περάσει». Ωστόσο, η πλήξη έγινε ασφυξία κι εκείνη απόμεινε να κοιτάζει με τρόμο την απατηλή χρυσαφένια λάμψη που είχαν τα κάγκελα του κλουβιού της.

Ήταν πάντοτε ανήσυχο πνεύμα η Μαργαρίτα. Εξερευνούσε αδιάκοπα θέλοντας να γευτεί την ψίχα της ζωής. Ακόμη περισσότερο φούντωνε η περιέργειά της τούτο τον καιρό. Έβλεπε την προσδοκία μιας πρωτόγνωρης ελευθερίας να πλανιέται στον αέρα καθώς χιλιάδες άνθρωποι διαδήλωναν στους δρόμους, καταλάμβαναν τους δημόσιους χώρους, τις πλατείες. Διεκδικούσαν μια αλλιώτικη ζωή, έναν άλλο κόσμο που έμοιαζε απρόσμενα να παίρνει σάρκα και οστά.

Την άγγιξε βαθιά κείνο το κίνημα, κι ας το παρακολουθούσε από απόσταση. Στο κάτω κάτω ήταν μια ανάσα ελευθερίας. Θέλησε να το συζητήσει με τον Αλέξανδρο, μάταια όμως. Κάποτε κουβέντιαζαν τα πάντα, μοιράζονταν τις ίδιες ανησυχίες. Μα εκείνος τώρα πια ζούσε απομονωμένος σ’ ένα δικό του κόσμο. Αντιμετώπιζε τις κινητοποιήσεις με το ψυχρό βλέμμα του διανοούμενου που προτιμά τα βιβλία από τους – αδιέξοδους, όπως πίστευε – αγώνες. «Γιατί να μπει κανείς στον κόπο να ταράξει τα νερά;», έμοιαζε να λέει. «Ίσως γιατί τα νερά που λιμνάζουν γίνονται βούρκος», σκέφτεται η Μαργαρίτα δαγκώνοντας τα χείλη.

Ο ήχος ενός φτερουγίσματος την ξαφνιάζει. Βλέπει δυο περιστέρια να κάθονται για λίγο στα κάγκελα του μπαλκονιού. Τ’ ακολουθεί με το βλέμμα καθώς ανοίγουν φτερά για αλλού. «Ελευθερία», λέει σφίγγοντας τις γροθιές της. Στην αρχή της γνωριμίας τους ο Αλέξανδρος μιλούσε με πάθος γι’ αυτή τη λέξη: δεν άντεχε πια την καταπίεση, την είχε βιώσει έντεκα ολόκληρα χρόνια μέσα στην προηγούμενη σχέση του.

«Ποιος θέλει να γίνει η ζωή του μια φυλακή;», συζητούσαν χαμογελώντας. Ένα βράδυ, καθώς σιγόπιναν κόκκινο κρασί αγκαλιασμένοι, είχαν συμφωνήσει πως δεν θα γίνονταν ένα συμβατικό ζευγάρι. Θα τολμούσαν να δώσουν σάρκα και οστά στους πόθους τους, ζώντας έξω απ’ τους κανόνες της κοινωνίας.

Οι αναμνήσεις την κάνουν να βράζει. Το μελαχρινό της πρόσωπο έχει πάρει φωτιά. Κλωτσάει το σκαμνί ξεστομίζοντας «Στο διάολο, πια! Βρε άνθρωπε, τι νόημα έχει να δίνεις όρκους πίστης στην ελευθερία κι έπειτα να τρέχεις πανικόβλητος μακριά της;»

Οι λυγμοί την πνίγουν καθώς σκέφτεται τις παλιές υποσχέσεις. Κάθε φορά που εκείνη επιχειρούσε να συνδεθεί με καινούρια πρόσωπα, εκείνος έχανε το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια του. Κάθε προσπάθειά της βούλιαζε σ’ ένα βάλτο από δικές του ανασφάλειες και δικές της ενοχές. «Αχ Μαργαρίτα, Μαργαρίτα», μονολογούσε ξανά και ξανά, «έχεις μια τόσο όμορφη ζωή! Μην είσαι αχάριστη. Πώς μπορείς να φέρεσαι έτσι στον άνδρα που αγαπάς;»

Μ’ ένα ειρωνικό χαμόγελο κοιτάζει το παρελθόν και βλέπει πώς η χαμένη ελευθερία πήρε τελικά την εκδίκησή της. Σκότωσε τη σχέση με το αργό, βασανιστικό δηλητήριο της πλήξης. Κι έτσι, η Μαργαρίτα, πενθώντας, αποφάσισε να θάψει το πτώμα: ζήτησε ευγενικά από τον Αλέξανδρο να αποχωρήσει, παίρνοντας μαζί του κι όλα όσα είχε αγοράσει για τη φωλιά τους. Δεν ήθελε να του στερήσει τίποτα.

Ρουφάει τον αέρα ως το βάθος των πνευμόνων της, πασχίζοντας ν’ αντλήσει δύναμη. Βαδίζει πάνω κάτω προσπαθώντας να διώξει μια ύπουλη αίσθηση μοναξιάς. «Θέλει αρετή και τόλμη…», επαναλαμβάνει σφίγγοντας τα δόντια. Κάθεται στο πάτωμα, αγκαλιάζει τον εαυτό της κι απομένει ακίνητη, βυθισμένη.

Ο ήχος του τηλεφώνου την προσγειώνει. Προσπαθεί να τον αγνοήσει, μα εκείνος της τρυπά τ’ αυτιά.

- «Μάλιστα», λέει, προσπαθώντας να κρύψει το τρέμουλο της φωνής της.

- «Πού είσαι, φιλενάδα, τόση ώρα περιμένω να το σηκώσεις!», απαντά η ζωηρή φωνή της κολλητής της.

- «Έφυγε, Δήμητρα», λέει ξέπνοα η Μαργαρίτα. «Σήμερα ήταν η μετακόμιση.»

- «Το ξέρω, γι’ αυτό πήρα. Πώς είσαι;»

- «Μια χαρά χάλια».

- «Κάθε εμπόδιο για καλό, κούκλα μου. Άλλωστε, τόσοι και τόσοι άντρες σε γουστάρουν…»

- «Α ναι, ευκαιρία ν’ αρχίσουμε μία απ’ τα ίδια!»

- «Δεν έχεις άδικο, βρε Μαργαρίτα, μα…»

- «Ξέρω, ξέρω. Σ’ αυτή την κοινωνία ζούμε, τι περιμένεις; Ζούμε τη ζωή μας υπό επιτήρηση. Ο σύντροφός μας σε ρόλο δεσμοφύλακα».

- «Έλα τώρα, υπάρχουν τρόποι για μικρές απολαυστικές αποδράσεις. Και δεν χρειάζεται να το μάθει κανείς!»

- «Σωστά, ρε Δήμητρα, γιατί να το μάθει;», ακούγεται βραχνή η φωνή της. «Να ζεις όλη σου τη ζωή κρυμμένη στην ντουλάπα, να καλύπτεις τα ίχνη σου με ψέματα και δικαιολογίες… Κι αυτό το λέμε αγάπη, έτσι;»

- «Τι φταίμε εμείς αν οι άνθρωποι δεν αντέχουν ν’ ακούσουν την αλήθεια; Μόνη σου το είπες. Ζούμε στην κοινωνία της ιδιοκτησίας. Λέμε “o άντρας μου”, “η γυναίκα μου”, όπως λέμε “το σπίτι μου”, “το αυτοκίνητό μου”.»

- «Πόσο θα ’θελα να ζούσα κάπου αλλού… Ας πούμε, σε κείνες τις φυλές στα βάθη του Αμαζονίου. Εκεί οι άνθρωποι μοιράζονται απλόχερα ό,τι έχουν, ακόμη και τους ερωτικούς τους συντρόφους. Έτσι δεν ήμαστε κάποτε όλοι όταν ζούσαμε σε κοινωνίες κυνηγών-τροφοσυλλεκτών;»

- «Α ναι, οι “πρωτόγονες κομμουνιστικές κοινωνίες”. Τις έχουν περιγράψει ξανά και ξανά οι ανθρωπολόγοι. Υπάρχουν ακόμη τέτοιες στον Αμαζόνιο, ε; Φαίνεται ότι δεν έχει πάει ο καπιταλισμός στη ζούγκλα. Περίμενε να φτάσει και θα δεις. Θα ξεπουλήσει μέχρι και τις μαϊμούδες!»

- «Ε, τότε πρέπει να βιαστώ!», χαμογελάει η Μαργαρίτα.

- «Θα σ’ αφήσω να κλείσεις το εισιτήριό σου», λέει παιχνιδιάρικα η Δήμητρα.

- «Να ’σαι καλά, φιλενάδα!»

 

Οι σκέψεις κοχλάζουν μέσα στο μυαλό της. «Αχ, πόσο υποκριτική είναι τούτη η κοινωνία. Προσποιείται την απελευθερωμένη, μα το “πατρίς, θρησκεία, οικογένεια” καλά κρατεί. Πώς να χτίσεις σχέσεις ελευθερίας σ’ έναν τέτοιο κόσμο;» Το πρόσωπό της έχει γίνει κατακόκκινο. Το μάτι της πέφτει σ’ ένα παλιό εικόνισμα που έχει απομείνει κρεμασμένο στον τοίχο. Ορμάει καταπάνω του και το εκσφενδονίζει όσο πιο μακριά μπορεί.

Μια κραυγή βγαίνει από μέσα της: «Φτάνει πια η ψευτιά!» Τα λόγια της Δήμητρας της βάζουν φωτιά: «Δεν χρειάζεται να το μάθει κανείς… Μα βέβαια, όταν μπαίνεις κι εσύ σ’ αυτό το παιχνίδι, δεν απειλείς τα ιερά και τα όσια. Καν’ το στα κρυφά, λοιπόν, σαν να ντρέπεσαι. Αλήθεια, είναι ντροπή ο έρωτας;» Το στομάχι της συσπάται απότομα και της φέρνει μια αίσθηση αναγούλας.

Τρέχει προς το παράθυρο προσπαθώντας να πάρει ανάσα. Έχει δροσίσει λίγο. Κοιτάζει τα γκρίζα κτίρια, τους δρόμους, τις αχτίδες του ήλιου που βυθίζεται στον ορίζοντα. Πώς μοιάζουν όλα αλλιώτικα! Ή μήπως άλλαξε εκείνη;

Πιάνει ξανά στα χέρια της το κόκκινο φουλάρι. Το σφίγγει στις γροθιές της. «Όχι, δεν θα ζήσω μέσα στην απάτη! Θα βαδίσω το δικό μου δρόμο, κι ας πονάει.» Στο νου της χορεύουν τα λόγια που είχε κάποτε διαβάσει: «Η πιο επαναστατική πράξη είναι και θα είναι να λες πάντα δυνατά την αλήθεια.»

Κάπου στο βάθος ακούγονται φωνές. Αφουγκράζεται. Οι φωνές δυναμώνουν. Συνθήματα, ο βραχνός ήχος μιας ντουντούκας: «Ψωμί, παιδεία, ελευθερία…» «Μα τι λένε, αυτό το σύνθημα είναι από την εποχή της χούντας!» σκέφτεται. «…η χούντα δεν τελείωσε το ’73», συμπληρώνουν εν χορώ οι διαδηλωτές. Χαμογελάει.

Μια στιγμή δισταγμού κι έπειτα η μικρόσωμη κοπέλα παίρνει βαθιά ανάσα. Βάζει τρεχάτη τα σανδάλια της και ρίχνει το κόκκινο φουλάρι γύρω απ’ το λαιμό της – «θα χρειαστεί αν πέσουν δακρυγόνα». Βγαίνοντας απ’ την είσοδο της πολυκατοικίας το δέρμα της ρουφάει την απογευματινή αύρα που έχει αντικαταστήσει την κάψα του μεσημεριού.

Με φτερωτό βήμα κατευθύνεται προς το πλήθος. Χιλιάδες κόσμος, με πανό και σημαίες. Ιδρωμένη, νιώθει την έξαψη ν’ απλώνεται μέσα της, καθώς σμίγει μαζί τους προφέροντας τις μαγικές λέξεις: «Ψωμί, παιδεία, ελευθερία…»  

 

_

γράφει η Λίζα Αστερίου 

 

_____

(πηγή εικόνας)

Η Λίζα Αστερίου σπούδασε ψυχολογία. Ανήσυχο πνεύμα, με μεγάλο εύρος ενδιαφερόντων και αναζητήσεων, δραστηριοποιείται στο πεδίο των κοινωνικών κινημάτων και στον αναδυόμενο χώρο της πολυσυντροφικότητας. Άρθρα της έχουν δημοσιευτεί στην ιστοσελίδα Άρτιο, ενώ έχει δώσει και συνεντεύξεις στο ηλεκτρονικό περιοδικό Vice.

Ιστολόγιο, Facebook.

Επιμέλεια κειμένου

1 σχόλιο

  1. Άννα Ρουμελιώτη

    Η γραφή σας είναι δυνατή και αισιόδοξη!Συγχαρητήρια!!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος