Select Page

Το μικρό θαύμα

Το μικρό θαύμα

 

 

Το καλοκαίρι είχε προχωρήσει για τα καλά. Είχε μπει ο Ιούλιος. Τα τελευταία δυο τρία χρόνια που ήταν πια αρκετά μεγάλος αλλά και αρκετά μικρός για να μπορεί η γιαγιά του να τον φέρει βόλτα, ξεκινούσαν τέτοια εποχή με τον παππού και εκείνη, με το τρένο, για το μεγάλο στα μάτια του ταξίδι. Το ταξίδι που θα τον έφερνε στο χωριό του παππού από την μεριά της μάνας του, ψηλά στην Θεσσαλική πλευρά της οροσειράς της Πίνδου, ένα από τα χωριά του Ασπροποτάμου.

Αυτή η μόνη ετήσια αλλαγή στην ρουτίνα της ζωής του τον έκανε ευτυχισμένο. Η άπλα του βουνού, το πράσινο, η δροσιά, τα τοπία, οι περιπέτειες στις εξερευνήσεις με τους ντόπιους φίλους και τα ξαδέλφια, οι περίπατοι με τον παππού, το απολαυστικότερο παγωμένο νερό που έπινε ποτέ την μέρα, το κοκορέτσι και τα σουβλάκια στις ψησταριές της πλατείας, ο γαλαξίας, η επιστροφή στο σπίτι με τους φακούς και οι πυγολαμπίδες τα βράδια, αυτά και πολλά άλλα ήταν για εκείνον ότι είχε για να περιμένει όλο τον υπόλοιπο χρόνο.

Και τα περίμενε καρτερικά. Τόσο που για να αντέχει περισσότερο, ανέβαινε συχνά στην αερογέφυρα πάνω από τις γραμμές του Σιδηροδρομικού Σταθμού Βόλου, στέκονταν ακριβώς πάνω από την κύρια γραμμή και όταν έφευγε κάποιο της "μετρικής" τρένο, πήδαγε νοερά πάνω του ταξιδεύοντας με την μυστική δύναμη του μυαλού ως την Καλαμπάκα... Στα μεγάλα τρένα, της κανονικού εύρους γραμμής για Λάρισα, δεν πήδαγε... Τα άφηνε να περνούν από κάτω του και απλά απολάμβανε την δύναμή τους και την διαφορετική "μουσική" από τις ρόδες τους στις ράγες... Και στο σπίτι μετά κάθε ξύλινη κασετίνα, κάθε μακρόστενο κουτί γινόταν στα χέρια του "Η αυτοκινητάμαξα για Καλαμπάκα από την πρώτη γραμμή σε τρία λεπτά αναχωρεί...". Να γιατί αγαπούσε τα τρένα και ιδιαίτερα εκείνες τις Οτομοτρίς με την κάπως αστεία μουρίτσα σαν γελαστός μουστακαλής που τον ταξίδευαν τα τελευταία καλοκαίρια κουνώντας ρυθμικά σε 'κείνον τον μαγευτικό ρυθμό από ρόδες στα κενά των γραμμών, "...τατάτα τα τα τατά τατά... τατάτα τα τα τατά τατά...", μουσικοί και χορευτές μαζί.

Εκείνη όμως την χρονιά η γιαγιά δεν ήταν και πολύ καλά... Είχε κουραστεί αρκετά και δεν ένοιωθε να μπορεί να τον πάρει μαζί της. Αποφασίστηκε να φύγουν με τον παππού οι δυο τους μόνοι... Όταν το έμαθε ήταν απαρηγόρητος... Κλάμα όλη μέρα και παρακάλια να τον πάρουν μαζί. Η γιαγιά ήθελε αλλά δεν μπορούσε είναι αλήθεια. Όμως πως να το καταλάβει ένα παιδί που δεν είχε κλείσει ακόμη τα δέκα. Το απόγευμα της προηγούμενης από την αναχώρηση μέρας άρχισε να φτιάχνει την βαλιτσούλα του. Την τελείωνε, του την χαλούσαν, την ξανάφτιαχνε, του την ξαναχαλούσαν, την έκρυβαν, την έβρισκε, την ξανάφτιαχνε κι όλα πάλι από την αρχή μέσα στο παράπονο και το κλάμα... Ώσπου πέρασαν τα μεσάνυχτα. Και τότε κοιμόταν συνήθως από τις εννιάμισι…

Το πήρε απόφαση πια ότι δεν θα ακολουθούσε σ' αυτό το ταξίδι. Όμως τουλάχιστον ήθελε να πάει ως τον Σταθμό το πρωί να δει την αγαπημένη του Οτομοτρίς από κοντά, να μυρίσει εκείνο το ιδιαίτερο "άρωμά" της, να την ακούσει να ξεφυσά και να μουγκρίζει αναμένοντας την αναχώρηση, να την δει που θα καταπίνει τους επιβάτες της για πρωινό κι ύστερα με το γλυκό σφύριγμά της σε τρεις χρόνους, ένα μακρόσυρτο βαθύ "μμμμμμμμμμμμμμ" και δυο σύντομα οξεία "ιιιι" να ξεκινά αργά και να απομακρύνεται από το πανέμορφο δαντελωτό στέγαστρο του Σ. Σ. Βόλου... Τους παρακάλεσε να τον ξυπνήσουν πριν φύγουν να πάει μαζί ως εκεί. Η απάντηση και εδώ αναμενόμενη. Τέτοια ώρα ακόμα ξύπνιος και θα τον ξυπνούσαν άγρια χαράματα, μικρό παιδί; Ούτε να το σκέφτονταν. Απελπίστηκε. Τον έβαλαν στο κρεββάτι με το ζόρι και τα φώτα έσβησαν σε όλο το σπίτι...

Στο μισοσκόταδο ανακάθισε στα γόνατα πάνω στο κρεββάτι στρέφοντας προς την κεντημένη στο καδράκι πάνω από το προσκέφαλό του Παναγίτσα όλες τις ελπίδες της παιδικής του ψυχής. Για πόση ώρα παρακάλαγε την Παναγιά να τον ξυπνήσει το πρωί δεν θυμάται. Έπιανε το καδράκι κι από τις δυο μεριές με τα χέρια του και ικέτευε, ικέτευε... Ίσως το ανεβοκατέβαζε κιόλας όταν ήθελε μια ακόμα διαβεβαίωση ότι θα του κάνει το χατίρι Εκείνη. Ούτε αν κάποια στιγμή ήταν εκείνος που έβαλε την εικόνα δίπλα στο προσκεφάλι του θυμάται. Βέβαια μπορεί και να έπεσε μέσα στη νύχτα, τόσο που ταλαιπωρήθηκε το καρφάκι με το βάλε βγάλε της εικόνας, διόλου απίθανο. Και πότε τον πήρε στην αγκαλιά του ο Μορφέας δεν θυμάται, όμως ήταν αργά, πολύ αργά...

Την στιγμή που όλοι οι μεγάλοι περνούσαν από την αυλή προς την εξώπορτα, εκείνος άλλαζε πλευρό μέσα στον ύπνο του. Και όπως γύρισε το κεφάλι του στο άλλο πλάι η γωνιά της κορνίζας τον άγγιξε στον κρόταφο. Ξύπνησε αμέσως δίχως καν να νυστάζει πια. Ένοιωσε απερίγραπτη χαρά όταν κατάλαβε πως μόλις εκείνη την στιγμή έκλειναν την αυλόπορτα πίσω τους. Και απέραντη ήταν η ευγνωμοσύνη του στην Παναγιά που άκουσε τα παρακάλια του και τον ξύπνησε. Γιατί ακόμη και σήμερα, μεστωμένος άνδρας πια, αυτό πιστεύει. Εκείνη τον ξύπνησε. Ότι και να έγινε δεν ήταν τυχαίο που χτύπησε στην κορνίζα ακριβώς την κατάλληλη στιγμή.

Ντύθηκε γρήγορα και ξεπόρτισε. Ο Σ. Σταθμός ήταν κοντά και τον είδαν ξαφνικά Φάντη μπαστούνι μπροστά τους με το πρόσωπο φρέσκο και να λάμπει από την χαρά για το δικό του, το κατά δικό του μικρό μεγάλο θαύμα. Γέμισε τα πνευμόνια του με εκείνον τον πρωινό αέρα τον γεμάτο από την δροσιά της αποβάθρας και την μυρωδιά των τραίνων, εκείνη την υπέροχη μυρωδιά που ξέρει από πισσωμένο ξύλο και κάρβουνο αλλά και από ταξίδι, από καπνό και λάδια μηχανής αλλά και από τα σουβλάκια της καντίνας που φόρτωναν και στο κυλικείο της αυτοκινητάμαξας. Χαιρέτησε τους παππούδες που ανέβηκαν στο τραίνο και όταν εκείνο σφύριξε φεύγοντας, με ένα σάλτο του μυαλού του βρέθηκε πάνω του να ταξιδεύει μαζί τους... Και σκέφτηκε ότι αυτή την φορά θα είναι καλύτερα. Η φαντασία του μπορούσε να τον πάει πίσω από την απαγορευτική πινακίδα στην πόρτα της καμπίνας του μηχανοδηγού και να τον βάλει μάλιστα να καθίσει και στην θέση του.

 

_

γράφει ο Σπύρος Μακρυγιάννης

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

10 Σχόλια

  1. Μάχη Τζουγανάκη

    γλυκό το θαύμα του μικρού…πολύ ωραίες οι περιγραφές σας.
    Αξιοθαύμαστη η φαντασία των παιδιών -και ζηλευτή – που μπορεί και ξεκινά ένα ταξίδι στο μυαλό από ένα τόσο δα θαύμα…

    Απάντηση
    • drmakspy

      Προσωπική αληθινή ιστορία….. Ευχαριστώ για το σχόλιο….

      Απάντηση
  2. Σοφία Ντούπη

    Πολύ όμορφο!!! Μου θύμισε τα χρόνια που ήμουν παιδί…

    Απάντηση
    • drmakspy

      Ευχαριστώ για το όμορφο σχόλιο…. Καλή μας μέρα!

      Απάντηση
  3. ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΟΥΡΚΟΥΛΟΥ

    Μου αρέσει η έκφραση της ευαισθησίας,με ωθεί σε περαιτέρω δημιουργία,και όπως έλεγε ο Μπωντλαίρ : ”….η ευαισθησία μας είναι η ιδιοφυΐα μας….” !!!!!

    Απάντηση
    • drmakspy

      Αγγελική μου…. Ξέροντάς σε θα μπορούσα να περιμένω ακόμα και πίνακα…. Ποιός ξέρει… Εγώ πιτσιρίκι πάνω στην αερογέφυρα, με μια ατμομηχανή να με τυλίγει στον καπνό της από κάτω….

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε το!

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!